Φυγαδες του ερωτα με φοντο την Ηπειρο
«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»
Η Ισμήνη Καρυωτάκη, η αρχιτεκτόνισσα από το ΕΜΠ, η σκηνογράφος από την BeauxArts στο Παρίσι, με τη μακρά θητεία και στους δύο κλάδους των σπουδών της, μα συνάμα η ζωγράφος και η συγγραφέας,μας αποδεικνύει με την πολυδιάστατη πορεία της ότι οι τέχνες είναι συγκοινωνούντα δοχεία, κι αυτό το καλλιτεχνικό της αποτύπωμα διακρίνεται ατόφιο στο βραβευμένο «ομοφώνως»–με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το 2023–«Φυγόδικος δεν ήμουν», που εκδόθηκε τον Ιούνη του 2022 από τις εκδόσεις Ποταμός.
Το βιβλίο αυτό, που χαρακτηρίστηκε ως μυθιστορία, μιας και στις μέρες μας η ειδολογική κατάταξη ενός έργου είναι μάλλον μπερδεμένη υπόθεση, κάπου στα όρια της νουβέλας και του μυθιστορήματος –θα έλεγα εγώ–,είναι ένα υπέροχο δείγμα ποιητικότροπης γραφής, όπου το τοπίο (κλειστός κι ανοιχτός χώρος) παίζει σημαντικό ρόλο στο στήσιμο της ιστορίας και η βασική ιδέα πάνω στην οποία «πατάει» η ανάπτυξή της είναι τόσο ευφάνταστη –η αντίθεση ανάμεσα στην καθαίρεση ενός αγάλματος της βασίλισσας Φρειδερίκης κάπου στο μακρινό 1972, σε μια κωμόπολη της Ηπείρου και στην προβολή, στην κινηματογραφική αίθουσα της ίδιας μικρής πόλης, της εμβληματικής ταινίας του ελληνικού κινηματογράφου «Ο Κατήφορος» με τη Ζωή Λάσκαρη. Τρία τα βασικά πρόσωπα:ο Σπήλιος, ένας φυγάς μα όχι φυγόδικος, με άδεια από τις φυλακές κι όνειρό του τη δραπέτευση εκτός συνόρων μαζί με την αγαπημένη του, την Εριφύλη, το δεύτερο πρόσωπο της ιστορίας, που ενώ θέλει να τον ακολουθήσει στο παράτολμο σχέδιό του, μολαταύτα τον οδηγεί στο πατρογονικό της για κάποιες μέρες πριν τη μεγάλη απόδραση, και η Φλώρα, θεία της Εριφύλης και οικοδέσποινα του τεράστιου πέτρινου σπιτιού που θα τους φιλοξενήσει.
Το βιβλίο δεν είναι χωρισμένο σε αριθμημένα μέρη, ούτε και σε κεφάλαια. Υπάρχει μόνο ένας στοιχειώδης διαχωρισμός ίσα ίσα για να διευκολύνει τον αναγνώστη, μιας και οι αφηγηματικές τεχνικές που χρησιμοποιεί η Καρυωτάκη συμφύρονται, καθώς οι αφηγητές της εναλλάσσονται μαζί με τα γραμματικά πρόσωπα (πρώτο και τρίτο)
–ακούμε την ιστορία από πολλές πλευρές, για να σχηματίσουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα–, όχι μόνο από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, αλλά και από τη μια αφηγηματική σκηνή στην άλλη. Ταυτόχρονα, μεγάλο μέρος του κειμένου είναι γραμμένο με τη μορφή του εσωτερικού μονολόγου –κυρίως ό,τι παραδίδεται ως σκέψη του Σπήλιου. Ακόμα και οι διάλογοι,ως φορείς μύθου,αξιοποιούνται από τη συγγραφέα έτσι, ώστε να γνωρίσουμε καλύτερα την προσωπικότητα, τα κίνητρα και τις σχέσεις των ηρώων, αλλά και για δημιουργηθούν εκείνες οι εντάσεις που θα οδηγήσουν στην αποκάλυψη των μυστικών ή στις ανατροπές.
Αυτό που κυριαρχεί όμως στο βιβλίο είναι το τοπίο. Αυτό το σκληρό ηπειρώτικο τοπίο, που μπορεί να γίνει αγριευτικό–οι ήρωες στην αρχή του έργου,εγκλωβισμένοι σε μια χαράδρα με καλοκαιρινή νεροποντή, προσπαθώντας να σώσουν τη ζωή τους–ή ειδυλλιακό–η θέα από το πέτρινο αρχοντικό, «το με θέα στον Αώο», με την υπέροχη βλάστηση και φύση γύρω του. Ο τόπος για την Ισμήνη Καρυωτάκη είναι μνήμη, κατά δήλωσή της.Εξάλλου, «ένα γράμμα ενεργοποίησε τη μνήμη μου (γι’ αυτό το βιβλίο), το σπίτι που φιλοξενήθηκα κάποτε, οι κήποι του, τα δωμάτιά του, τα πρόσωπα, η γεωγραφία του τόπου των παιδικών μου χρόνων, των νεανικών μου ως σήμερα.Γιατί πράγματι η μνήμη είναι αμείλικτη,καταφέρνει να σε παρασύρει στο αντικείμενο του πόθου της».Το ίδιο συμβαίνει όχι μόνο στη συγγραφέα, μα και στους ήρωές της.
Εξάλλου,ο τόπος και ο χρόνος είναι και δύο διακριτικά στοιχεία μαζί με την ιστορική εμπειρία, που συνδέουν τους Ηπειρώτες συγγραφείς μεταξύ τους και συνιστούν την ιδιοπροσωπία τους. Σε αυτήν τη σχολή ανήκει και η Καρυωτάκη και το αποδεικνύει περίτρανα στον «Φυγόδικο».
Για να πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά, ο αφηγηματικός χρόνοςενώ αρχίζει κάπου στο απόγειο της δικτατορίας στην Ελλάδα, γύρω στο 1972, με τον αγωνιστή Σπήλιο να βρίσκεται εκτός φυλακής με αναστολή, που του χάρισε το «οξύ στεφανιαίο σύνδρομο μετά τον αγρίως κτηνώδη έως θανάτου ξυλοδαρμό του» και να προσπαθεί να αποδράσει στο εξωτερικό, μαζί με την αγαπημένη του, αυτός ο αφηγηματικός χρόνος δεν αξιοποιείται ιδιαίτερα από τη συγγραφέα, παραμένει απλά το φόντο του πίνακα, καθώς οι συνομιλίες τους με κάποιους «φίλους» που τους βοηθούν στο βουνό, αλλά και η επίσκεψη στο σπίτι των συγγενών της Εριφύλης που ακολουθεί, μεταθέτουν μέσα από τις αφηγήσεις των ηρώων τον αφηγηματικό χρόνο πιο πίσω στο παρελθόν, δηλαδή στα χρόνια τόσο του Εμφυλίου όσο και στα μετεμφυλιακά. Έτσι, ιστορικές περίοδοι, πρόσωπα και περιστατικά εκείνων των χρόνων εμφιλοχωρούν στην αφήγηση, όπως η 102η Ταξιαρχία του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος, η Μάχη της Κόνιτσας, που είναι και αυτή που καθορίζει το τέλος του Εμφυλίου με την ήττα του ΔΣΕ, ο Γιώργος Γιαννούλης, ο Κώστας Μπαλάφας, ο Μάρκος Βαφειάδης, η βασίλισσα Φρειδερίκη, ο Θ. Σοφούλης, η νύχτα του Αυγούστου του 1948, το στήσιμο του αγάλματος της Φρειδερίκης στην Κόνιτσα το ’53.
Κι ενώ την αφηγηματική εκκίνηση δίνει ο Σπήλιος, ο οποίος στην προσπάθειά του να αποδράσειέρχεται αντιμέτωπος με τα προσωπικά του διλήμματα–γιατί στην ουσία οι αποφάσεις του εξαρτώνται εν πολλοίς από την Εριφύλη, στον έρωτα της οποίας είναι δέσμιος–, μετά έρχεται η ανατροπή, κάπου στο μέσον του βιβλίου· ο Σπήλιος μάς αποκαλύπτει ότι είναι νεκρός κι εκεί ακριβώς, αν αυτό μπορεί να θεωρηθεί το δεύτερο μέρος, τον λόγο παίρνουν η Εριφύλη μαζί με τη θεία Φλώρα, για να ολοκληρώσουν την ιστορία.
Πριν όμως φτάσουμε εκεί, αξίζει να μείνουμε στην επίσκεψη του Σπήλιου και της Εριφύλης στο πατρογονικό σπίτι της κοπέλας. Καθώς σώζονται από την καλοκαιρινή νεροποντή στη χαράδρα, η Εριφύλη πείθει τον Σπήλιο να την ακολουθήσει στο πατρικό της, εκεί όπου διαφεντεύει η θεία Φλώρα. Σε εκείνο το πέτρινο αρχοντικό, που κυριαρχεί στο άγρια ορεινό, αλλά εντυπωσιακό ηπειρώτικο τοπίο, θα έρθουν οι ήρωες της Καρυωτάκη σε σύγκρουση, όχι μόνο μεταξύ τους–αφού εκπροσωπούν διαφορετικούς ιδεολογικούς κώδικες–, αλλά και με τον ίδιο τους τον εαυτό. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, η μαεστρία της Ισμήνης Καρυωτάκη, που εκπορεύεται από τις σπουδές της,αποδεικνύει ότι ο χώρος πάντα για εκείνη θα βρίσκεται σε σχέση με το βίωμα, αλλά και την ίδια τη ζωή μέσα σ’ αυτόν. Κι εντέλει ο χώρος και τα πρόσωπα θα γίνονται ένα. Το πιστοποιεί πρώτος από όλους ο Σπήλιος, που βρίσκεται apriori σε ένα «εχθρικό» περιβάλλον. Σε ένα σπίτι χαώδες κι επιβλητικό, «ανοίκειο» και «ξένο», σύμβολο ενός πανίσχυρου αξιακού κώδικα που εκπροσωπούν οι ιδιοκτήτες του, εκεί στην τεράστια τραπεζαρία των ιλιγγιωδών διαστάσεων, που γίνεται θέατρο μιας αναγνωριστικής συνάντησης, αλλά και θέατρο σύγκρουσης, οι επισκέπτες και οι οικοδεσπότες θα αναμετρηθούν υπό το άγρυπνο βλέμμα της αυτού Μεγαλειότητος, της βασιλίσσης Φρειδερίκης. Και τότε ακριβώς θα τεθούν όλα τα καίρια ερωτήματα του έργου: Πόσο ανάγκη έχουμε να συγκρουστούμε με το ξένο; Γιατί θέλουμε τόσο πολύ να αντιπαρατεθούμε με το «ανοίκειο»; Και πού θα μας οδηγήσει τελικά αυτή η σύγκρουση; Θα συμφιλιωθούμε με ό,τι μας φόβιζε; Θα μείνουμε εμμονικά στην αντιπαλότητά μας με το διαφορετικό; Ή μήπως πρόκειται για μια αναζήτηση ώστε να λυθούν ή να παραμείνουν εκκρεμή όσα αντιφατικά αμφιρρέπουν μέσα στην ψυχή μας και την παιδεύουν; Ο ίδιος αυτός άνθρωπος, ο άτεγκτος ιδεολόγος, μέσα στο δωμάτιό του το βράδυ θα φτάσει στο σημείο να σκεφτεί μήπως μπορεί να κατανοήσει την «άλλη» πλευρά.
Κι ύστερα, ακολουθούν οι δυο γυναίκες, η θεία Φλώρα και η Εριφύλη, μια βασιλόφρονα και μια αιρετική, που ερωτεύτηκε τον «αριστερό» Σπήλιο. Κι ενώ περιμένουμε τη σύγκρουση που υποβόσκει από την αρχή του έργου ανάμεσα στις δύο γυναίκες, έρχεται η απόλυτη –κατά τη γνώμη μου– ανατροπή. Μέσα από πρωτοφανείς εξομολογήσεις, ανακαλύπτουμε μια άλλη Φλώρα, που κάποτε εγκατέλειψε την οικογενειακή εστία για να ακολουθήσει στη Ρουμανία τον μεγάλο της έρωτα, αλλά και μια άγνωστη Εριφύλη, που κουβαλά τραύματα (σωματικά και ψυχικά) και προσπαθεί να χαλιναγωγήσει τις «βλάσφημες» ορμές της. Το σπιτικό βισσύ λύνει τις γλώσσες, και οι ψυχές εξομολογούνται ανερυθρίαστα. Κι έτσι οι δυο γυναίκες επιβεβαιώνουν πως τελικά όλοι θέλουν κάποια στιγμή να γίνουν φυγάδες και να δραπετεύσουν από κάτι, που τους εξουσιάζει και τους συνθλίβει, να αλλάξουν τόπο, να παραδοθούν στο ξένο και το διαφορετικό και να αναμετρηθούν μαζί του. Και οι τρεις πρωταγωνιστές δράττουν την ευκαιρία να το κάνουν μόνο με την κινητήριο δύναμη του έρωτα.
Το μοτίβο του πλάνητα, λοιπόν, σε οποιαδήποτε από τις εκφάνσεις του (φυγάς, εξόριστος, παράνομος, ακόλουθος του έρωτα), αναδύεται μέσα από τη μυθιστορία της Καρυωτάκη και μας διδάσκει ότι αξίζει το ρίσκο να αφήνεις τη βεβαιότητα του οικείου, για να αντιπαρατεθείς στο ανοίκειο. Μόνο αν αναζητήσουμε το ξένο, το διαφορετικό, μόνο τότε θα συμφιλιωθούμε και με το «αλλότριο» που κρύβουμε μέσα μας. Και ίσως κάποτε το «οικειοποιηθούμε». Όπως και οι ήρωές μας. Λυτρώνονται τελικά; Επέρχεται η ίαση της ψυχής; Όλα τα ενδεχόμενα η συγγραφέας τα αφήνει ανοιχτά. Η ίαση χρήζει συναποδοχής. Αν βαδίσεις στην αντίπερα όχθη, μπορεί και να τα καταφέρεις.
Η λογοτεχνία της Καρυωτάκη, πέρα από τις εννοιολογικές προεκτάσεις κι ερμηνείες που μπορεί να της δώσει κάποιος, σίγουρα έχει αξία, γιατί ξεκάθαρα μπορεί να ενταχθεί στη σύγχρονη ηπειρώτικη λογοτεχνία, καθώς αξιοποιεί τουλάχιστον δύο από τα «διακριτικά γνωρίσματα της ηπειρώτικης κουλτούρας, ως οργανική συνέχεια της νεοελληνικής λογοτεχνίας», κατά τον Ερατοσθένη Καψωμένο:1. «Η υπέρβαση της αντίθεσης ανάμεσα στο άτομο και στην κοινωνία και η σύζευξη ατομικών και κοινωνικών αξιών, που εξασφαλίζει την ολοκλήρωση του ατόμου, τη συλλογική αλληλεγγύη» και 2. «Η αρχή της συνύπαρξης των αντιθέτων, που δέχεται το παράλογο και το τραγικό ως στοιχεία της ζωής και καθιερώνει μια ώριμη οπτική που ακυρώνει τον φανατισμό και τη μισαλλοδοξία και τείνει ακατάπαυστα προς μια σύνθεση των αντιθέσεων».
*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
