Απο το Κοζουλτζια στο Ορμενιο ν. Εβρου: Οι προσφυγικες οικογενειες Στεργιου Παρασχιδη και Ιωαννη Δημικονη
[Η Χρυσούλα Ιωαννίδου, γεννημένη και μεγαλωμένη στο ακριτικό Ορμένιο ν. Έβρου, εξακολουθεί να ζει και να δημιουργεί στον τόπο όπου μεγάλωσε. Διετέλεσε Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας, ενώ σήμερα ασχολείται με την αγροτική ζωή και τη συγγραφή και διάσωση ιστοριών του παρελθόντος, με πιο πρόσφατο βιβλίο της τη συλλογή «Ιστορίες Γυναικών – “Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο”» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, 2025).
Στην ενότητα «στα σοκάκια της μνήμης» διασώζει ιστορίες, μικρά θραύσματα της συλλογικής μνήμης του Ορμενίου και ολόκληρης της Θράκης. Με ιδιαίτερη φροντίδα και σεβασμό επιχειρεί να καταγράψει την ιστορία προσφυγικών οικογενειών που εγκατέλειψαν το Ουρούμκιοϊ και το Κόζουλτζια και εγκαταστάθηκαν στο Ορμένιο, τη Φτελιά και άλλες περιοχές του ν. Έβρου, όπως του Δεμίρη και της Καλλιόπης Στράκου που είδαμε στο προηγούμενο κείμενό της (βλ. εδώ). Στο παρόν, επιχειρεί να ανασυνθέσει την πορεία των προσφυγικών οικογενειών του Στέργιου Παρασχίδη και αυτή του Ιωάννη Δημικόνη, δύο οικογενειών που βρήκαν νέα «πατρίδα» στο Ορμένιο ν. Έβρου, ερχόμενοι από το Κόζουλτζια. Δύο οικογένειες που μέλη τους βρήκαν άδοξο τέλος, μαχόμενοι στον Εμφύλιο.]
Ι. Οικογένεια Στέργιου Παρασχίδη
Ο Στέργιος Παρασχίδης με τη γυναίκα του Χρυσούλα, τα παιδιά τους Θεόδωρο και Μαρίγκια και τα αδέρφια του Παράσχο και Ιωάννη έφτασαν στο Ορμένιο το 1930. Αφηγείται σχετικά η κόρη του Θεόδωρου Παρασχίδη, Πετρούλα Παρασχίδου-Μολδοβανίδου:
«Μπαμπά μ’ ήρθαν το 1930. Έκατσαν λίγο στο χωριό. Όταν ήρθαν στο Ορμένιο, έκατσαν στο σπίτι του Νικόλαου Θεοχαρίδη, που ήταν ξαδέρφια. Πρώτα πήγαν στον Πύργο και ύστερα στο Φυλάκιο. Το 1932 γύρισαν πίσω στο Ορμένιο. Μέσα σε μια καλύβα χωρισμένη στη μέση κάθονταν στη μια μεριά νταή μ’ Παράσχος και στην άλλη μπαμπά μ’. Σε αυτήν την καλύβα γεννήθηκα εγώ. Ο αδερφός μου πήγε στον στρατό και σκοτώθηκε εκεί, στην Καστοριά. Όταν ήρθε το τηλεγράφημα για τον θείο σας (Χρήστο Σερράκο), ήρθε και το τηλεγράφημα για τον μπάτη μ’. Θείος Τριαντάφλης έδειξε τον μπαμπά τ’ και τ’ μάννα τ’ το τηλεγράφημα για τουν Χρήστο μόλις μπίτσι χαρά σ’ Στάνους. Το μάθαμει κι ’μείς για τουν Χρήστου. Μάνα μ’ μι τον παππού Ντιαμίρ ήταν δεύτερα ξαδέρφια. Πουλύ στεναχωρέθκει. Όλη νύχτα δεν κοιμήθκει. Πού να ήξιρει τι δα άκουγει τ’ν άλλ’ μέρα του προυί. Κάνας τόσις μέρες δεν έπιρνει τ’ν απόφασ’ να έρθ’ να μας πει για τουν αδερφό μ’ που σκοτώθηκει. Γω, κορτσάκ’, χόρευα σι ούλις σ’ χαρές. Συμπέθιρος Βαγγέλς, σ’ Μαρίγκια μας πιθιρός, αποφάσισει κι ήρθει να μας πει τ’ άσχημου του μαντάτου. Άλλες φορές που έρουνταν, πήινει ίσια στου κατώι. Κείν’ τ’ μέρα ήρθε ίσια μέσα στου σπίτ’. Μας είπε ότι ήρθε τηλεγράφημα και για τουν μπάτη μ’ Θόδωρη κι ότι σκουτώθκει σ’ν Καστοριά.
Λίγο καιρό μετά, ο Θανασιός Φωτιάδης και ο Μιχάλης Ζαφειριάδης υπηρετούσαν σ’ν Καστοριά. Άκουσαν ότι υπάρχει το στρατιωτικό νεκροταφείο εκεί και πήγαν. Έψαξαν και βρήκαν το μνήμα του αδερφού μου. Βγήκαν φωτογραφία και Θανασιός τ’ν έστειλε στη Μαρίγκια, τ’ γυναίκα τ’. Μι φώναξε Μαρίγκια και μι τ’ν έδειξει. Το είπα στον μπαμπά μ’ και κείνος είπε: “Ας γέναν τα πράματα καλύτερα και θα πάμε να τον πάρουμε, να τον φέρουμε εδώ”.
Εννιά χρόνια πέρασαν. Θόδωρης, άντρα μ, πήγε σ’ν Καστοριά. Πάει, βρήκει τον υπεύθυνο που φρόντιζε τα μνήματα και τον είπε τι ήθελε. Τότε εκείνος τον είπε: “Θα μου φέρεις μία βαλίτσα, κρασί και νερό και θα φύγεις”. Πολλοί δεν αντέχουν. Θόδωρης αποφάσισε να μείνει. Όταν τον ξέθαψαν τον αδερφό μου, στο κεφάλι του είχε μια γάζα όπως και στα μεριά τ’. Ο Θόδωρης, ο άντρας μου, νόμιζε ότι θα πάρει τη βαλίτσα και θα φύγει. Όμως, ο υπεύθυνος τον είπε ότι τα οστά του αδερφού μου θα τα φέρει στο χωριό κάποιος φαντάρος. Έτσι, γύρισε πίσω με άδεια χέρια. Την άλλη μέρα ήρθε ο φαντάρος με τα οστά του αδερφού μου. Είχε νυχτώσει. Καθόμασταν με τη Βασιλκή, τη συννεφάδα μου και είδαμε από το τζάμι έναν φαντάρο με μια βαλίτσα έξω στον δρόμο. “Πετρούλα, αυτός πρέπει να έφερε τα οστά του αδερφού σου”, είπε η Βασιλκή. Όντως, έτσι ήταν. Πήγα, φώναξα τον μπαμπά μου και τη μάνα μου και πήγαμε στην εκκλησία. Τον ξημερώσαμι εκεί. Την άλλη μέρα το σχολείο ήταν κλειστό. Τα παιδιά και οι δάσκαλοι ήταν στην εκκλησία, όπως και ο στρατός και οι ΜΑΫδες.[1] Πήγαμε στο νεκροταφείο και όταν τον κατέβασαν στο μνήμα, έπεσαν πολλοί πυροβολισμοί. Το βράδυ ο δάσκαλος ήρθε να πει τη μάνα μου ότι πρέπει να είναι περήφανη, γιατί ο γιος της είναι ήρωας. Τότε, του είπε η μάνα μου: “Τι να το κάνω, δάσκαλε, που είναι ήρωας γιο μ’, αφού γω έχασα το παιδί μ’;”»
Στα μνήματα ο σταυρός γράφει: έπεσε ηρωικώς μαχόμενος… Ήταν μόνο 27 χρονών.
—Στο αρχείο του στρατού βρήκα το εξής κείμενο για τον Θεόδωρο:
«Θεόδωρος Παρασχίδης του Στέργιου. Λοχίας Τ.Π. 591. Γεννήθηκε στο Κόζουλτζια το 1923. Έπεσε μαχόμενος στο ύψωμα Τσιόπελος, στην περιοχή της Καστοριάς, στις 13 Νοεμβρίου 1948».
—Στο αρχείο της Κοινότητας Ορμενίου βρήκα το εξής βιογραφικό σημείωμα:
«Λοχίας Θεόδωρος Παρασχίδης του Στέργιου και της Χρυσούλας. Εγεννήθη το έτος 1923 εις Κόζουλτζια Βουλγαρίας. Το έτος 1928 αφίχθη εν Ελλάδι οικογενειακώς, Έλληνες όντες, και εγκαταστάθησαν εις το Ορμένιο, ένθα ησχολήθη με τη γεωργική ως καταγόμενος εξ αγροτικής οικογένειας και ενυμφεύθη τη Χρυσούλα, το γένος Δήμου Ντίκου, μεθ’ ης απέκτησε το μόνον τέκνο, την Πετρούλα. Ούτος υπερετήσας εις τας τάξεις του στρατού, έλαβε μέρος εις τον αγώνα κατά των συμμοριτών καθ’ όλην τη διάρκεια του συμμοριτοπολέμου και έπεσεν ηρωικώς μαχόμενος την 13ην Νοεμβρίου 1948».

ΙΙ. Οικογένεια Ιωάννη Δημικόνη
Ο Ιωάννης Δημικόνης ήταν ο αρχηγός οικογένειας προσφύγων, καταγεγραμμένος στους προσφυγικούς καταλόγους. Ήρθε από το Κόζουλτζια το 1925, σύμφωνα με μαρτυρία της εγγονής του Χρυσούλας, ενώ το βιογραφικό τού γιου του Κωνσταντή, που βρίσκεται στην Κοινότητα Ορμενίου, γράφει το 1926.
Ο Ιωάννης Δημικόνης ήρθε στο Ορμένιο με τη γυναίκα του Καλλιόπη και τον γιο τους Κωνσταντή. Αναφέρει σχετικά η Πετρούλα Παρασχίδου-Μολδοβανίδου για τον Κωνσταντίνο Δημικόνη:
«Κωνσταντής σ’ χαπούζ ήταν υιοθετημένος. Έλεγε η μάνα μ’, μι τουν Κωνσταντή ήταν πρώτα ξαδέρφια. Τέσσιρα χρονώ ήταν Κωνσταντής όταν τουν πήραν παππού χαπούζ. Μάνα τ’, Μινιξιά, τουν πάει στουν κουρέα να τουν κουρέψ. Εικεί τουν είδγει Γιουβάνς σ’ χαπούζ κι είπει τ’ μάνα τ’: “Μινιξιά, σεις έχτει πουλλά πιδιά, δώστει μας τουν Κουνσταντή. Μεις δεν έχουμει πιδιά. Δα πειρνάει καλά μαζί μας, δα έχ’ ό,τι θέλ’”. Πάει Μινιξιά σπίτ κι είπει τουν άντρα τ’ς φτα που τ’ν είπει Γιουβάνς. Γιουβάν ήλιγαν κι τουν άντρα τ’ς. “Γιουβάν, να δώσουμει τουν Κουνσταντή στον χαπούζ, μεις έχουμει κι άλλα πιδιά!” “Τι λες, Μινιξιά; Τριλάθκεις; Να δώσουμει του πιδί μας; Με τίποτα”. Ναι, αμά, πάνει-έλα, νταή χαπούηζ τ’ς γέλασει κι του πήρει του πιδί. Μπαμπά τ’ του πήρει πουλύ κατάκαρδα. Κάθονταν να φάν’ στου σ’νί κι έλεε νταή Γιουβάνς: “Του μαξιλάρ σ’, Κουνσταντή, άδειου πόμκει”. Όσου πειρνούσαν μέρες, Γιουβάνς αρρώχτσει κι πέθανει. Που κατόπ’ πέθαναν κι δυο πιδιά. Μινιξιά πάει στου γιατρό να δγει γιατί πέθαναν, τι αρρώστια είχαν. Γιατρός τ’ν είπει ότι δεν είχαν αρρώστια, σταναχώρια είχαν. “Να ασβεστώεις του σπίτ κι να κάτσ’τει. Μη φουβάστει”. Μινιξιά δεν άκσει τουν γιατρό. Πήρει του ένα του πιδί τ’ς κι πάει παντρεύκει στου Γηνίκιου.
Κουνσταντής, προυμί φύβγναν που του Κόζουλτζια, πήεινει σ’ μάνα τ’, έκρουει του τζάμ’ κι έλιγι: “Μάλι, να έρθου μέσα;” “Δεν πιδί μ, δεν, πάνει κιαπάν στου σπίτ σας”. Όταν ήρθαν ιδώ, έπιζει μι τουν Θόδουρή μας. Μάνα μ’ τουν φέρνουνταν καλά, αφού ήταν πρώτου τ’ ξάδιρφος. Πήεινει Κουνσταντής σπίτ κι έλιγι τ’ μπάμπου Καλίνου: “Μάλι, γιατί σ’ Θόδωρη η μάνα μ’ έχ’ τόσο πουλύ;” “Γειτόν είμειστει ούλα τα χρόνια, πιδί μ’, για ταυτό”. Όταν τράνειψει, τουν είπαν τ’ν αλήθεια. Τότι ήρθει κι μάνα τ’. Φουρούσει φουντουτές φούστες, σαν τχίσας τ’ μπάμπου Σμαραγδή. Όταν παντρεύφκει Κωνσταντής, πάλι ήρθει μάνα τ’. Πάν’ κι φτες μι τ’ν νύφ Τάνη νιάφρα, μα δεν πήγαν ξανά, δεν ήθειλει Κουνσταντής. “Μπουρεί να πέρασα πουλύ καλά ιδώ”, έλιγι τ’ν νύφ Τάνη, “μα γω ήθελα να είμει μι τ’ αδέρφια μ’”.
Στουν εμφύλιου ήταν στου στρατό, σκουτώθκει σ’ν Κατερίν. Του χουριό κείνο του χάλασαν. Δεν μπόρσαν να βρουν πού τουν παράχουσαν. Φτην’ είνει, Χρυσούλα, τ’ Κουνσταντή η ιστουρία. Σκουτώθκε πρώτος Κουνσταντής σ’ χαπούζ, ύστερα Κουνσταντής σ’ μαυρίνας και που κατόπ’ μπάτη μ’. Μαύρισει ούλους μαχαλάς. Τι φαρμάκ’ ήταν αυτό, μα τι να έκαμναμει… Ζουρκνά χρόνια ήταν τότι. Στον γάμο του Κωνσταντή και της Τάνης εγώ ήμουνα ζούλβα και ο Νίκος του Καραγιαννάκ ήταν μπράτμος, είμασταν μπρατίμια».
—Στο αρχείο του στρατού βρήκα το εξής κείμενο για τον Κωνσταντή:
«Κωνσταντίνος Δημικόνης του Ιωάννη και της Καλλιόπης. Στρατιώτης λοχίας Τ.Π. 513. Γεννήθηκε στο Κόζουλτζια το 1920. Έπεσε μαχόμενος στους Πέντε Πύργους Πιερίων στις 3 Οκτωβρίου 1947».
—Στο αρχείο της Κοινότητας Ορμενίου βρήκα το εξής βιογραφικό σημείωμα:
«Εγεννήθη το έτος 1920 εις χωρίον Κόζουλτζια της Βουλγαρίας. Το έτος 1926 αφίχθη εν Ελλάδι οικογενειακώς και εγκαταστάθη εις Ορμένιο, ένθα ησχολήθη με τη γεωργική και ενυμφεύθη τη Σουλτάνα, το γένος Δήμου Δήμου, μεθ’ ης απέκτησε τρία τέκνα. Ούτος υπηρετήσας εις τας τάξεις του στρατού, έλαβε μέρος εις τον αγώνα κατά των συμμοριτών καθ’ όλη τη διάρκεια του συμμοριτοπολέμου και έπεσε ηρωικώς μαχόμενος κατά των κομμουνιστοσυμμοριτών την 3ην Οκτωβρίου 1947 εις Πέντε Πύργους Πιερίων».
Μετά τον θάνατο του Κωνσταντή, η γυναίκα του Σουλτάνα δεν παντρεύτηκε. Έμεινε με τα πεθερικά της, ώσπου μετανάστευσαν στη Γερμανία. Η οικογένεια ποτέ δεν βρήκε πού θάφτηκε ο Κωνσταντής.
[1] Μέλη των Μονάδων Ασφαλείας Υπαίθρου (ΜΑΫ).
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
