Διαχυτο φως στο περιθωριο
«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»
«Εγώ ήθελα να φύγω. Ανάμεσα σ’ εμένα και την πόλη υψωνόταν ένας τοίχος αόρατος, ένας τοίχος που μ’ εμπόδιζε να ανήκω, όσο κι αν το ήθελα».
Είναι η φωνή της αφηγήτριας, μιας κοπέλας που γεννήθηκε σε μεικτή οικογένεια, κόρη Γερμανού πατέρα και Τουρκάλας μητέρας, κάπου ανάμεσα σε δυο κόσμους δηλαδή, και μεγάλωσε στα περίχωρα της Φρανκφούρτης, σε ένα χωριό που κυριαρχείται από ένα βιομηχανικό πάρκο. Πηγαίνει σχολείο, έχει δυο πολύ στενούς φίλους, τη Σοφία και τον Πίκκα, και προσπαθεί να ζήσει μια ανέμελη και φυσιολογική εφηβεία κάπου στη δεκαετία του ’90, αλλά, δυστυχώς, συχνά φτάνει στα όριά της, που την περιχαρακώνουν, αφενός λόγω της καταγωγής της, που έχει ως συνέπεια τη μη αποδοχή της από την κοινότητα, κι αφετέρου λόγω ενός δυσλειτουργικού οικογενειακού περιβάλλοντος. Κάποτε καταφέρνει να αποδράσει κι επιστρέφει σε ό,τι εγκατέλειψε μετά από καιρό, για τον γάμο των παιδικών της φίλων. Από το σημείο αυτό, αναδρομικά, ξεδιπλώνεται η ιστορία της, κι εμείς ζούμε τη διαδρομή της από την παιδική της ηλικία μέχρι και τη μεταμόρφωσή της σε νεαρή γυναίκα.
Μέσα από αναδρομικές αφηγήσεις που συνθέτουν το περιβάλλον που τη διαμόρφωσε, η Denis Ohde καταφέρνει να αναπτύξει τους άξονες που διέπλασσαν την πρωταγωνίστριά της, την καταπιεστική και καταθλιπτική της οικογένεια, το ανάλγητο εκπαιδευτικό σύστημα (που έπρεπε να αντιμετωπίσει ως παιδί μεικτού γάμου) και, συνεκδοχικά, την κοινότητα που μετά δυσκολίας την αποδεχόταν.
Πολλοί κριτικοί λογοτεχνίας ταύτισαν την ιστορία της αφηγήτριας με εκείνης της Ohde, λόγω της μεικτής καταγωγής της και του τόπου που μεγάλωσε, χαρακτηρίζοντας το αφήγημα «αυτοβιογραφικό» ή “auto fiction”, παρομοιάζοντας τη γραφή της με αυτή της Ernaux ή του Louis, ακόμα και του Eribon. Η ίδια, παρόλο που νιώθει ιδιαίτερη τιμή για τέτοιου είδους συγκρίσεις, ομολογεί ότι πρόκειται για μυθοπλασία. Και πραγματικά, διαβάζοντας το βιβλίο, νιώθεις πως δεν υπάρχει ίχνος καταγγελτισμού, δεν περιέχει λογοτεχνικά ξεσπάσματα θυμού, δεν ζητά εκδίκηση ή δικαίωση, ούτε για την ίδια ούτε για την ηρωίδα της. Κάπου μέσα στο κείμενο γράφει «κοίταξα τον κόσμο από το περιθώριο» κι έχω ακριβώς αυτήν την αίσθηση ως αναγνώστρια, ότι η Ohde παρακολουθεί την ηρωίδα της στον αγώνα που δίνει, στη διαδρομή που έκανε για να φτάσει στο σημείο που βρίσκεται. Δεν χρησιμοποιεί τον εύκολο δρόμο στη γραφή της, δεν εκμεταλλεύεται την ημι-μειονοτική καταγωγή της, τη διαφορετικότητα, την κοινωνική αδικία που γνωρίζουν τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Αφήνει την ηρωίδα της σε ένα σημείο που, επίσης, πρέπει να πάρει αποφάσεις, να αποκτήσει επιτέλους συνείδηση του εαυτού της.
Αν, τελικά, πρέπει να κατατάξουμε κάπου αυτό το βιβλίο, μάλλον θα συμφωνήσω με τη μεταφράστριά του, τη Μαρία Αγγελίδου, πως ανήκει στο είδος του μυθιστορήματος ενηλικίωσης, στο Bildungsroman, αλλά με έναν αέρα σύγχρονο, τωρινό. Εξάλλου, το Bildungsroman είναι ένα είδος που άνθισε στη Γερμανία της δεκαετίας του ’70, αν και ήταν ήδη δημοφιλές από τον 19ο αιώνα ανάμεσα στους ρομαντικούς λογοτέχνες. Αυτό συνήθιζε να ολοκληρώνεται με ένα είδος ψυχικής ενηλικίωσης του ήρωα, που πραγματοποιούνταν με την παρεμβολή μιας πρωτόγνωρης εμπειρίας, συχνά οδυνηρής, μέσα από περίπλοκες και δυσχερείς διαδικασίες. Εκείνα, όμως, τα μυθιστορήματα πολύ ξεκάθαρα στο τέλος έδιναν μια αισιόδοξη προοπτική για τον ήρωα, την ευκαιρία και τις δυνατότητες να προχωρήσει μπροστά. Εδώ, οι δρόμοι εξαρχής είναι δύσβατοι και δυσδιάκριτοι και για πολλούς ανθρώπους, σαν την αφηγήτρια, παραμένουν έτσι ως το τέλος. Δεν τα καταφέρνουν πάντα όλοι. Γι’ αυτό, και διαβάζοντας το βιβλίο, πριν το ολοκληρώσεις, δεν μπορείς να προβλέψεις το τέλος, σε άλλους αφήνει αυτήν την αισιόδοξη προοπτική, άλλοι μπορεί να πιστέψουν ότι η ηρωίδα ίσως και να φτάσει σε ακρότητες, ακόμα και σε αυτοχειρία. Παρόλα αυτά, κι εδώ ο δρόμος της ανοίγει, η χαραμάδα όλο και μεγαλώνει, γίνεται πόρτα προς τη ζωή, όμως η διαδρομή ως εκεί έχει μεγάλο κόστος.
Στο βιβλίο αυτό η αφηγήτρια, όπως προαναφέρθηκε, στήνει την ιστορία της σε τρεις άξονες που της καθόρισαν τη ζωή. Ο πρώτος ήταν το ανάλγητο εκπαιδευτικό σύστημα, αυτό που της δημιουργούσε την αβεβαιότητα στα παιδικά της χρόνια. Η απώλεια της ταυτότητάς της, της ατομικής, της συλλογικής, της εθνικής, ήταν απόρροια ενός διχαστικού-ρατσιστικού εκπαιδευτικού συστήματος. Ένα παιδί που ούτε το όνομά του δεν του επιτρεπόταν να προφέρει σωστά∙ ο δάσκαλος πάντα τη διόρθωνε, που έκρυβε το δεύτερο όνομά της, για να μην προδώσει την καταγωγή της, που προσπαθούσε αποτυχημένα να τελειώσει το σχολείο, τελικά φαίνεται να τα καταφέρνει. Πάει σε νυχτερινό σχολείο κι από εκεί φεύγει για σπουδές, ανοίγει πια τα φτερά του. Η Ohde αξιοποιεί την προσωπική της εμπειρία, με το πέρασμά της από σχολεία διαφόρων τύπων, και δίνει όλον τον αγώνα της αφηγήτριας με πραγματικούς όρους. Ακόμα, όμως, ζωντανεύει στο έργο της και τη δεκαετία του ’90, ως αφηγηματικό χρόνο, μια εποχή που χαρακτηρίστηκε από ξεγνοιασιά και διασκέδαση, αλλά και μια περίοδο που έφερνε στην επιφάνεια ζητήματα για τον ρατσισμό στη Γερμανία, που ως τότε θεωρούνταν μεμονωμένα περιστατικά.
Ο δεύτερος άξονας ανάπτυξης της ιστορίας είναι η οικογένειά της. Μια καθόλα προβληματική οικογένεια, την οποία γνωρίζουμε αποσπασματικά μέσα από τις εγκιβωτισμένες ιστορίες που συνθέτουν τον μικρόκοσμο της αφηγήτριας. Μια μητέρα Τουρκάλα, κάπου από την Ανατολική Τουρκία, η οποία δραπέτευσε από ένα ασφυκτικό περιβάλλον ανέχειας και θρησκευτικής πειθαρχίας, για να βρεθεί εγκλωβισμένη, για δεύτερη φορά, σε έναν αδιέξοδο γάμο. Γαλούχησε την κόρη της με τη συμβουλή να παραμένει αόρατη, να περνάει απαρατήρητη, να ακολουθεί τον ρου του ποταμού και να σκύβει το κεφάλι χαμηλά, να αποφεύγει τις συγκρούσεις. Γι’ αυτήν τη μάνα, που πεθαίνει πρόωρα, και που η μόνη της κατάκτηση ήταν να απολαμβάνει ένα ποτήρι αλκοόλ για ξεκούραση τα βράδια, η συγγραφέας δεν θέλει να μάθουμε περισσότερα, δεν θεωρεί απαραίτητο να ανασυνθέσει το παρελθόν της, από το οποίο προσπαθεί να ξεφύγει.
Ο πατέρας, ένας άνθρωπος εξαρτημένος από τις καταχρήσεις, πότης, σκληρός και βίαιος. Αυτός, όμως, σκιαγραφείται περισσότερο από την αφηγήτρια. Δεν είναι επίπεδος ως χαρακτήρας. Έχει και μια άλλη πλευρά, εντελώς αντίθετη, πιο τρυφερή κι ευάλωτη, που λυγίζει κάτω από το βάρος όσων πέρασε στη ζωή του. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα η μετά μανίας συλλογή αντικειμένων. Αυτή η διαταραχή της παρασυσσώρευσης, της αδυναμίας του ανθρώπου να αποχωριστεί αντικείμενα με τα οποία νιώθει συνδεδεμένος και βιώνει distress στο ενδεχόμενο να τα χάσει, δείχνει τα τραύματά του και τις εμπειρίες του, σε σχέση με την απώλεια που δεν μπορεί να διαχειριστεί.
Σε αυτόν τον προβληματικό γάμο, γεννιέται η αφηγήτρια και μεγαλώνει σε ένα τοξικό οικογενειακό περιβάλλον, που μαζί με την ευρύτερη κοινότητα –τον τρίτο άξονα της ιστορίας– καθορίζουν τη διαδρομή της. Η συντηρητική κοινωνία, οι ταξικοί διαχωρισμοί που αποκλείουν την κοινωνική κινητικότητα, η απουσία προνομίων, όλα συνθέτουν την πορεία της πρωταγωνίστριας προς την ενηλικίωσή της.
Η Denis Ohde μας λέει μια ιστορία που δεν είναι άγνωστη στην κοινωνία της Γερμανίας. Τώρα πια σε όλες τις κοινωνίες. Σε μια εποχή που οι άνθρωποι συμβιώνουν σε πολυπολιτισμικές κοινότητες, η ταυτότητα του ξένου είναι ακόμα εμπόδιο στην αυτοπραγμάτωση του ατόμου. Η Ohde, όμως, με την ευαίσθητη, πολύ ρεαλιστικά αφηγημένη και προσεκτικά από τα χαμηλά παρατηρημένη μοίρα κάποιων ανθρώπων, δίνει λογοτεχνική χροιά σε ένα ατομικό και κοινωνικό πρόβλημα. Η ενήλικη αφηγήτρια δεν επισκιάζει διόλου το παιδί των σχολικών της χρόνων, όμως η απόσταση και η συναισθηματική αποστασιοποίηση από τον παιδικό της εαυτό απαλλάσσουν το κείμενο από συναισθηματικούς εκβιασμούς και αχρείαστο διδακτισμό. Το φως διαχέεται τόσο στα πράγματα όσο που να τα κρατά ασαφή. Είναι ένα βιβλίο που δημιουργεί χώρο σε όσους είναι ήσυχοι κι εσωστρεφείς, αλλά χρειάζονται ένα βήμα για να ακουστεί η φωνή τους.
*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
