Η φωνη μιας γενιας, με φοντο τα ’90s
«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»
Ο Μιχάλης Μαλανδράκης είναι μόνο 29 χρονών κι έχει πετύχει όσα θα ζήλευαν άλλοι στα γεράματά τους. Μόλις στα 22 του είχε γράψει τη νουβέλα “Patriot” (εκδόσεις Πόλις, 2019), με την οποία τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα (εξ ημισείας), ενώ διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικούς τόμους. Παρουσίασε σε θεατρικό αναλόγιο της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου το έργο «Τα μακρινά φώτα χορεύουν για μας», ενώ το νέο του θεατρικό «Όνειρα γλυκά» ανέβηκε φέτος, για δεύτερη χρονιά, στο θέατρο Πόλη.
Η γενιά Ζ θα πρέπει να είναι πολύ περήφανη∙ ο Μαλανδράκης είναι δικός τους.
Αυτό το αγόρι από τα Χανιά, απόφοιτος του Τμήματος Επικοινωνίας Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου, αλλά και της Σχολής Κινηματογράφου και Τηλεόρασης του Λυκούργου Σταυράκου, είναι «καλό παιδί», όπως ομολογεί, αν και, κατά δήλωσή του, τον κουράζει ο εαυτός του, έχει βαρεθεί τα ταξίδια –μια και από μικρός σεργιάνισε τον κόσμο, αφού οι γονείς του διατηρούσαν ταξιδιωτικό πρακτορείο–, φοβάται τον χρόνο κι αγχώνεται αν θα προλάβει να γράψει όλα όσα θέλει, αφού κανείς δεν ξέρει τι του ξημερώνει.
Με τη νουβέλα “Patriot”, ασχολείται με το θέμα των συνόρων, της πατρίδας και του πατριώτη. Ο ήρωάς του ταλανίζεται ανάμεσα σε δυο πατρίδες, χωρίς να ανήκει τελικά σε καμιά∙ στην ουσία κομματιάζεται, διχοτομείται ανάμεσά τους και η ψυχή του μοιράζεται. Ένας ήρωας που προσπαθεί να κοινωνικοποιηθεί, όμως δυστυχώς αμφιταλαντεύεται, αντιμετωπίζει διλήμματα και επί της ουσίας παραμένει «άπατρις». Όμως, ο Μαλανδράκης προχωρά ένα βήμα παρακάτω την ιδέα του. Δεν μένει στα «εύκολα» κι «εύληπτα» στερεότυπα. Παρουσιάζει έναν άνθρωπο που μια αναπάντεχη αλλαγή της τύχης τον πηγαίνει από έναν κόσμο σε έναν άλλο, κι αυτήν τη μετάβαση πρέπει να τη διαχειριστεί. Και να βρει εντέλει την ταυτότητά του. Κι αυτά τα γράφω, γιατί πιστεύω ότι με έναν τρόπο το πρώτο του βιβλίο, όπως και το θεατρικό του «Όνειρα γλυκά», αλλά και το τελευταίο του μυθιστόρημα «Δυναμώστε τη μουσική, παρακαλώ», υπόγεια και μυστικά ενώνονται και συνομιλούν μεταξύ τους.
Γιατί κι ο Χάρης Αλεξιάδης, ο ήρωας του «Δυναμώστε τη μουσική, παρακαλώ», έχει την ίδια αγωνία. Να βρει ποιος πραγματικά είναι μέσα από τους ρόλους που παίζει. Ο Χάρης, κουβαλώντας από τα μικράτα του τα προσωπικά του τραύματα, τον θάνατο της μικρής του αδελφής, αλλά και την ανάμνηση του κλάματος του αντιστασιακού του γείτονα, που κακοποιήθηκε στης Μπουμπουλίνας και του έμαθε να ξεχωρίζει «την ποικιλία των ήχων του ανθρώπινου πόνου», μεγαλώνει και γίνεται δημοσιογράφος. Η άνοδος της ιδιωτικής τηλεόρασης του δίνει την ευκαιρία να παραστεί ως πολεμικός ανταποκριτής στο Σεράγεβο, τον Ιούνιο του 1992. Βρίσκεται στο επίκεντρο των εξελίξεων, αλλά η παραμονή του εκεί ολοένα και μεγαλώνει, κι έτσι ο αρχικός του ενθουσιασμός μετατρέπεται σε κούραση, εξάντληση από το κρύο, αλλά και μια βεβαιότητα ότι η τραγικότητα του πολέμου δεν πρόκειται να αλλάξει. Έτσι, μετά τα αιματηρά επεισόδια της 5ης Φεβρουαρίου 1994, η αντοχή του στον ανθρώπινο πόνο δοκιμάζεται και πάλι, όταν καταγράφει τον βομβαρδισμό της αγοράς του Μαρκάλε, με 68 νεκρούς και 144 τραυματίες. Κι ο Χάρης λυγίζει. Ζητά να επιστρέψει στην Ελλάδα και σε μάκρος χρόνου παραμένει αδρανής. Μετά από καιρό και σε συμφωνία με το κανάλι, αποφασίζει να μεταπηδήσει στον τομέα της ψυχαγωγίας κι αναλαμβάνει την παρουσίαση ενός μουσικού τηλεπαιχνιδιού.
Η ζωή του αλλάζει και πάλι. Τα εκτυφλωτικά φώτα, οι κοσμικές συναναστροφές, η αναγνωρισιμότητα τον παρασύρουν σε φρενήρεις ρυθμούς ζωής, στροβιλίζοντάς τον στην έκσταση της επιτυχίας και της ψευδεπίγραφης «ευτυχίας», με μεσοδιαστήματα βέβαια μελαγχολίας. Ώσπου κάποια στιγμή καταρρέει.
Ο Μαλανδράκης, στο νέο του μυθιστόρημα, κινείται χρονικά και πάλι στη δεκαετία του ’90, μια δεκαετία πολύ κοντινή σε μας, με έντονο ιστορικό προφίλ, αλλά όχι επίσημα καταγεγραμμένο. Επομένως, για έναν άνθρωπο της γενιάς του, τα χρόνια εκείνα είναι περισσότερο ένα κατασκεύασμα «προφορικότητας», παρά μια πραγματικά βιωμένη ιστορική περίοδος. Γι’ αυτό, κατά δήλωσή του, αποφασίζει να δημιουργήσει έναν ήρωα που μεγαλώνει στα ’90 και ανδρώνεται, φτάνοντας στο σήμερα. Για να γνωρίσει κι ο ίδιος ο συγγραφέας καλύτερα μια περίοδο που στην Ελλάδα τουλάχιστον έχει ταυτιστεί με την ευημερία και την καλοπέραση, ενώ στην ουσία υπήρχε από πίσω κρυμμένη μεγάλη παθογένεια. Ο χρόνος δράσης, λοιπόν, είναι ο ίδιος με αυτόν στο “Patriot”. Εκεί, τα νυχτερινά μαγαζιά της εποχής, εδώ ο χώρος της ψυχαγωγίας στην ιδιωτική τηλεόραση. Γιατί, όμως, ο Μαλανδράκης επιμένει στη δεκαετία του ’90; Γιατί είναι, θαρρώ, πολύ πιο εύκολο και καθόλου διδακτικό να μιλάς έμμεσα για το σήμερα, για το τώρα, όταν αναφέρεσαι σε μια πιο μακρινή εποχή που αντανακλάται στο παρόν.
Ενδιαφέρον μεγάλο έχει κι ο ίδιος ο ήρωας. Γιατί δεν μας αποκαλύπτεται εξ αρχής, ο συγγραφέας φροντίζει να έχουμε τη θέαση του πρωταγωνιστή του με περιορισμούς. Ίσως έτσι, όμως, να είναι και η πραγματική ζωή. Κανέναν δεν τον γνωρίζουμε εκατό τοις εκατό, γιατί κανείς δεν είναι απόλυτα διάφανος. Εξάλλου, το βιβλίο είναι δοσμένο, με τέτοιον τρόπο, που ζούμε μαζί με τον Χάρη περιόδους της ζωής του, ίσως εκείνες που υπήρξαν οι πιο σημαντικές –στα ενδιάμεσα διαστήματα ο συγγραφέας δεν τον ακολουθεί. Και δείχνει στ’ αλήθεια να μην τον ενδιαφέρει να γνωρίζει τον ήρωά του ολοκληρωτικά και εξαρχής. Το χτίσιμο του χαρακτήρα τού Χάρη Αλεξιάδη έχει ενδιαφέρον ακριβώς γιατί είναι αποσπασματικό και χρειάζεται να φτάσεις σχεδόν στο τέλος του βιβλίου, για να αποκαλυφθεί η προσωπικότητά του στην ολότητά της. Με πολύ προσεκτικά επιλεγμένες ανάδρομες αφηγήσεις, μνημονικές ανακλήσεις επί της ουσίας, συμπληρώνεται η εικόνα του πρωταγωνιστή, ενός ανθρώπου πολύ σημερινού, που έχει ανάγκη την απόσπαση, για να μπορέσει να επιβιώσει των εμπειριών και των βιωμάτων του. Και τελικά το ενδιαφέρον του συγκεκριμένου ήρωα –μπορείτε να διαφωνήσετε καθέτως ως προς αυτό– είναι το γεγονός πως ως λογοτεχνικός χαρακτήρας δεν ξέρουμε αν εξελίσσεται∙ πιθανότατα όχι. Γιατί ο Χάρης είναι ο τύπος του ανθρώπου που ζει τα γεγονότα, αλλά που δεν μπορεί να τα ταξινομήσει ούτε να τα μεταβολίσει, παρά μόνο μετά από καιρό. Κι ενώ ξεκινά ως άνθρωπος να καταλάβει τον κόσμο, τελικά δεν τον καταλαβαίνει. Γιατί όλοι στο τέλος δεν τα καταφέρνουν. Για κάποιους, το τέλος σημαίνει ματαίωση. Από αυτήν την άποψη, ο Μαλανδράκης πραγματεύεται τα ανθρώπινα όρια και δείχνει ότι κάποιος τόσο μπορεί, όχι παραπάνω. Όλοι δεν είναι πλασμένοι για τα μεγάλα.
Τέλος, μεγάλο ενδιαφέρον έχει η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Μιχάλης Μαλανδράκης. Και στο σημείο αυτό εγείρονται ερωτήματα που δεν αφορούν μόνο στο δικό του έργο, αλλά και ολόκληρης της γενιάς του. Γιατί κι αυτός ως εκπρόσωπός της προφανώς έχει το νοιάξιμο η γλώσσα που θα χρησιμοποιήσει στο έργο του να είναι παλλόμενη και να εκφράζει και τους νέους (πολύ θελκτικό εν δυνάμει αναγνωστικό κοινό). Ως εκ τούτου, το ύφος και η γλώσσα του Μαλανδράκη είναι απόλυτα συνυφασμένες με την εποχή μας και με τον ίδιο. Κινηματογραφική γραφή, είπαν πολλοί, ότι έχει. Δεν θα το αρνηθώ. Έτσι έμαθε να σκέφτεται, αυτή είναι η δουλειά του εξάλλου. Ο φακός του εστιάζει κάθε φορά σε ό,τι πιάνει το βλέμμα του πρωταγωνιστή του, κρατάει αυτό που καταγράφεται στη ματιά του και εντυπώνεται ακατέργαστο στο υποσυνείδητό του, για να γίνει αργότερα βίωμα.
Κι όσο για τη λογοτεχνικότητα του βιβλίου, απότοκο τις περισσότερες φορές του ύφους και της εκφραστικής επεξεργασίας και δεινότητας του δημιουργού, εδώ το βέβαιο είναι πως ο Μαλανδράκης δεν κάνει τίποτα παραπάνω από το να χρησιμοποιεί γρήγορο, στακάτο, χαοτικό κι αποσπασματικό λόγο, σαν αυτόν της εποχής μας, αλλά ενταγμένο φυσικά στους κανόνες και τις ανάγκες του γραπτού λόγου, για να μην ξεφύγει και από τα όρια της λογοτεχνικότητας, όπως αυτή ορίζεται από τον καθένα.
Διαβάστε το, είναι σύγχρονο, αφορά μια περίοδο ιστορική πολύ κοντινή μας και, κυρίως, είναι ένα μυθιστόρημα για τα μεγάλα μεγέθη που δεν μεταβολίζονται από το άτομο∙ για την ομορφιά και τη φασαρία, ως στιγμιαίο αντίδοτο σε όλα εκείνα που δεν θεραπεύονται. «Δυναμώστε τη μουσική, παρακαλώ», ίσως υπάρχει ελπίδα να καλύψει τα πάντα.
*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
