Οταν οι λεξεις δεν αρκουν…
«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»
Η Σοφία Αυγερινού, τα τελευταία χρόνια, με «πολιορκεί» αναγνωστικά με τις μεταφράσεις της. Κι ανερυθρίαστα ομολογώ πως έπρεπε να φτάσουν οι «Άγνωστες λέξεις» (εκδ. Πόλις, 2025) στα χέρια μου για να διαπιστώσω ότι αυτή είναι η τέταρτη συγγραφική της απόπειρα, μετά το «Χρονικό της διαβολούπολης» το 2003 (εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας), το «Ο άλλος Λάζαρος» το 2014 (εκδ. Νεφέλη) και τις «Τρεις κόρες» το 2017 (εκδ. Νεφέλη), τα οποία και θα αναζητήσω το καλοκαίρι. Αφενός, η προσωπική της γραφή με γοήτευσε εξίσου με τους μεταφραστικούς της άθλους κι αφετέρου, γιατί διαπίστωσα πως οι δικές της αναγνωστικές επιλογές διαμόρφωσαν μια συγγραφέα με δυνατή πένα και έντονες υπαρξιακές αναζητήσεις.
Οι «Άγνωστες λέξεις» είναι ένα βιβλίο που ο αναγνώστης θα σκέφτεται για καιρό. Όχι μόνο ως μια νουβέλα αλλόκοτη, αλλά και επειδή η Σοφία Αυγερινού θέτει μια σειρά ζητημάτων και προβληματισμών, τροφή για σκέψη, που ενέχουν πολυπρισματική αναγνωστική ερμηνεία, ακριβώς όπως πολυδιάστατα είναι και τα θέματα που πραγματεύεται το βιβλίο της.
Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Η αφηγήτρια (μια πενηντάρα μαία) που ζει με τη μητέρα της, ευσυνείδητη και μάλλον καταναγκαστική, έχει αναλάβει τη γενική καθαριότητα του διαμερίσματος των τυφλών θείων και του ξαδέρφου της: κάθε Πέμπτη απόγευμα αφιερώνει τρεις ακριβώς ώρες στο καθάρισμα του σπιτιού τους. Στο σπίτι, όμως, διαπιστώνουμε από τις πρώτες κιόλας περιγραφές πως επικρατεί μια νοσηρή ατμόσφαιρα. Οι τυφλοί γονείς, απόλυτα απορροφημένοι ο ένας από τον άλλο, ζωγραφίζουν το σπίτι και τους εαυτούς τους σε έναν καλλιτεχνικό οίστρο, που γεννά τερατουργήματα κι αδιαφορούν για τον γιο τους, ο οποίος, μολονότι είναι φανερό ότι ταλαιπωρείται από κάποιο ψυχικό θέμα, τους συντηρεί οικονομικά και πρακτικά, προσφέροντάς τους τροφή. Αυτός ο γιος – ξάδελφος αρχίζει να γράφει ακαταλαβίστικες λέξεις σε μικρά χαρτάκια post-it, τα οποία κολλά αρχικά στο ψυγείο, μετά στους τοίχους κι ύστερα σε κάθε γωνιά του σπιτιού. Λέξεις που φαίνονται λανθασμένες κι ακατανόητες, οι οποίες όμως είναι υβριδικές, σύνθετες ή πολυσύνθετες λέξεις, που τον βασανίζουν στην προσπάθειά του να βρει την κρυμμένη λέξη, αυτή που, όταν του φανερωθεί, θα του αλλάξει τη ζωή.
«Τις βλέπω στον ύπνο μου» είπε «Δηλαδή, δεν βλέπω ακριβώς αυτές τις λέξεις, και δεν τις βλέπω ακριβώς, ακούω κάποιες λέξεις και, όταν ξυπνάω, προσπαθώ να τις θυμηθώ, γιατί κάτι μέσα στο όνειρό μου λέει ότι ανάμεσά τους υπάρχει μια πολύ σημαντική λέξη, που, αν τη βρω, θα μου αλλάξει τη ζωή».
Και η κατάσταση επιδεινώνεται, το περιβάλλον του σπιτιού γίνεται όλο και πιο τοξικό, κι η αφηγήτρια, εμπλεκόμενη σε μια τόσο νοσηρή κατάσταση, αρχίζει και η ίδια να καταλαμβάνεται από την «καταιγίδα των λανθασμένων λέξεων».
Μέχρι αυτό το σημείο του βιβλίου το θέμα που πολιορκεί τη σκέψη του αναγνώστη είναι ξεκάθαρα η δύναμη των λέξεων, αλλά και ο ρόλος της γλώσσας. Θαρρώ πως η Σοφία Αυγερινού προσπαθεί να μας προβληματίσει: είναι αρκετή τελικά η γλώσσα για να ανταποκριθεί σε όσα συμβαίνουν γύρω μας; Και ποια είναι τα όρια της γλώσσας; Και ποια η σχέση ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο; Και ποιος ορίζει αυτήν τη σχέση; Και η γλώσσα που χρησιμοποιούμε είναι φορέας της δικής μας προσωπικής αλήθειας; Ίσως, λοιπόν, η συγγραφέας θέλει να μας πει ότι η γλώσσα δεν είναι στατική, δεν φυλακίζεται στις γραμματικές και συντακτικές κανονικότητες που κάποτε θεσπίστηκαν, μπορεί να είναι ελεύθερη να φαντάζεται, να καλπάζει, να έχει παιγνιώδη διάθεση ή ανατρεπτική, να εξελίσσεται μέσα στις νέες ανάγκες, να είναι προσαρμοστική, μπορεί πάλι να διαθέτει πολυεπίπεδη σημασία, ώστε να εκφράζει πολύπλοκα συναισθήματα και καταστάσεις.
Και ίσως από την άλλη, μερικές φορές η γλώσσα να μη φτάνει, γιατί υπάρχουν καταστάσεις δύσκολες να ειπωθούν και μερικές εμπειρίες (π.χ. τραύμα, έκσταση, υπαρξιακές αγωνίες) δεν αποτυπώνονται εύκολα με λέξεις. «Ο κόσμος δεν αποτελείται από λέξεις, όσους ουρανούς και αν ξηλώσετε για να ανακαλύψετε από τι είναι φτιαγμένοι, δεν θα βρείτε λέξεις, αλλά πράγματα. Οι λέξεις, αν μου επιτρέπετε, είναι σκέτη απάτη». Και τότε η γλώσσα μπορεί να γίνει περιοριστική, αφού οι λέξεις που ανακαλούμε από τη φαρέτρα μας καθορίζουν και τον τρόπο που σκεφτόμαστε και μας κρατούν δέσμιους των κοινωνικών συμβάσεων. Τότε, χρειαζόμαστε την καινούρια λέξη, αυτή που ενδεχομένως να μας αλλάξει και τη ζωή. Κι ο ξάδελφος της αφηγήτριας, αυτός ο κλειστός και σιωπηλός τύπος, ο ήσυχος και φρόνιμος, τώρα θέλει να μιλήσει, προσπαθεί να σπάσει το κέλυφος της αρρωστημένης οικογενειακής φυλακής του, αλλά η υπάρχουσα γλώσσα δεν του είναι αρκετή, ψάχνει εκείνη τη μια λέξη ή τη μια φράση που θα μπορέσει να του δώσει μια νέα θεώρηση της ζωής του.
Και βέβαια, σε ένα δεύτερο επίπεδο, ο ρόλος του ξαδέλφουνα μην είναι άλλος από αυτόν των μοντερνιστών λογοτεχνών, που με τους πειραματισμούς τους έδωσαν μια νέα πνοή στη γραφή, αμφισβητώντας τις καθιερωμένες νόρμες. Η αποσπασματικότητα, η πολυφωνία, οι νεολογισμοί και τα γλωσσικά παιχνίδια ήταν μερικοί από τους τρόπους τους για να προκαλέσουν τα όρια της λογοτεχνίας.
Στη δεύτερη όμως ανάγνωση, το βιβλίο αποκαλύπτει κι άλλα θέματα. Η Σοφία Αυγερινού προβληματίζεται για τον χρόνο, για τον θάνατο, για τις σχέσεις των γονιών με τα παιδιά τους. Μια ηρωίδα μάλλον καταναγκαστική με τον ίδιο της τον εαυτό, που νιώθει χρέος απέναντι στους συγγενείς της, που επωμίζεται ένα βάρος που δεν της αναλογεί (ή μήπως της αναλογεί και με το παραπάνω μάλιστα, αφού επιζητά να εξιλεωθεί απέναντι στον ξάδελφό της, για το ατόπημα που σημάδεψε την παιδική τους ηλικία;), που διαχειρίζεται τον χρόνο σαν ένα καρβέλι ψωμί, κομμένο σε φέτες ίσες ή άνισες, μοιρασμένες κατά το δοκούν, πάντως ο χρόνος είναι για εκείνη κάτι απτό, αδιαμφισβήτητο, που βρίσκεται μέσα στα χέρια μας. Κι έτσι η γυναίκα που έχει το «σύνδρομο του σωτήρα», την υπερβολική επιθυμία να βοηθήσει τους άλλους ακόμα και εις βάρος του εαυτού της, ίσως για να καλύψει την ανάγκη της για αποδοχή, επιβεβαίωση ή και έλεγχο, τελικά οδηγείται στη δική της ψυχική και σωματική εξάντληση.
Και οι τυφλοί γονείς του ξαδέλφου; Τι ρόλο παίζουν; Γιατί πρέπει να υπηρετήσουν ως ανάπηροι ήρωες μια τέτοια συγγραφική συνθήκη; Οι θείοι της αφηγήτριας είναι δυο άνθρωποι που ζωγραφίζουν ακατανόητα (ο θείος τοπία με αλλόκοτη ποιότητα και η θεία πορτρέτα που υπερβαίνουν κάθε υπερβολή του κυβισμού), είναι με έναν τρόπο το αντίπαλο δέος στον ξάδελφο που γράφει σε χαρτάκια ακατανόητες λέξεις. Έτσι, μας δείχνουν την πλήρη αδυναμία τους να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Κανένας τους δεν είναι ικανός να ξεπεράσει την «αναπηρία» του και να συνομιλήσει με τους άλλους, κι έτσι εκμηδενίζεται η επικοινωνία ανάμεσά τους. Συμβολισμός; Ίσως. Οι γονείς που είναι ανίκανοι να «δουν» τις ανάγκες των παιδιών τους, ανίκανοι να εκφραστούν στη γλώσσα τους, να τα προσεγγίσουν, ώστε να συμμετέχουν στις απομονωμένες ζωές τους. Γιατί αυτήν την καινούρια γλώσσα δεν τη μιλούν. Κι από την άλλη, ο γιος, χαμένος στη μονήρη ζωή που επέλεξε, δεν θέλει να τους μιλήσει, είναι σίγουρος ότι δεν θα τον κατανοήσουν, γιατί δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα του. Κι έτσι κάθε δίαυλος επικοινωνίας αποκόπτεται.
Η Σοφία Αυγερινού καταφέρνει ανάμεσα στα άλλα να θέσει και το ζήτημα της ψυχικής ασθένειας· είναι «τρελός» ο ξάδελφος της αφηγήτριας, όπως χαρακτηρίζεται από τους θείους της; Και αν ναι, πού οφείλεται αυτό; Στην κοινωνική του απομόνωση, στο αρρωστημένο, ασφυκτικό, σκοτεινό περιβάλλον που ζει ή σε μια κληρονομικότητα που τον καθόρισε; Ακόμα, αναρωτιέται η συγγραφέας και για τον τρόπο που αυτούς τους ανθρώπους οφείλουμε να τους διαχειριστούμε ή να τους βοηθήσουμε. Ποιος ο ρόλος της ψυχιατρικής; Είναι όντως «μια επιστήμη στάσιμη εδώ και δεκαετίες [και] χωρίς τη χημεία δεν θα υπήρχε»;
Και η μνήμη μας τελικά; Είναι η ταυτότητά μας; Αν δεν έχουμε μνήμη τι είμαστε, στ’ αλήθεια; Κι αν η μνήμη μας κλονίζεται; Πόσο δυσχερής είναι η θέση ενός ανθρώπου που διαπιστώνει πως ο νους του και ο λόγος του (και μην ξεχνάμε πως «εν αρχή ην ο λόγος») δεν του δίνουν πια τη δυνατότητα να είναι αυτόφωτος και αυτάρκης;
Οι «Άγνωστες λέξεις» της Σοφίας Αυγερινού έχουν ένα αλλιώτικο νόημα, ψάξτε μέσα τους να το βρείτε. Ίσως βρείτε ανάμεσά τους τη δική σας κρυμμένη λέξη…
*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
