«Καλη Σαρακοστη μι γυρουσιν, καλη Πασκαλια να εχουμε»
Στα σοκάκια της μνήμης…
[Η αγρότισσα και συγγραφέας κ. Χρυσούλα Ιωαννίδου γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ορμένιο ν. Έβρου. Θυμάται με νοσταλγία τις εποχές που οι κάτοικοι, μικροί και μεγάλοι, έδιναν ζωντάνια στον τόπο, με τις καθημερινές τους δραστηριότητες, τις παραδόσεις και τις γιορτές που ένωναν την κοινότητα. Με βαθιά επιθυμία να διατηρήσει αυτές τις μνήμες ζωντανές, καταγράφει βιώματα της οικογένειάς της αλλά και των συγχωριανών της, προσπαθώντας να απομακρύνει τη σκόνη της λήθης, προσφέροντας πολύτιμα τεκμήρια και προβάλλοντας τη σημασία της τοπικής ιστορίας και των λαϊκών παραδόσεων.
Στο νέο της κείμενο, καταγράφει αναμνήσεις από τις Απόκριες του περασμένου αιώνα στο Ορμένιο. Οι εορτασμοί εκείνης της εποχής συνοδεύονταν από γλέντια, παρελάσεις μεταμφιεσμένων, λαογραφικά και θρησκευτικά δρώμενα. Μέσα από τις περιγραφές της, ζωντανεύει η εικόνα ενός χωριού που, παρά τις δυσκολίες της καθημερινότητας, έβρισκε πάντοτε τρόπο να χαίρεται και να γιορτάζει, διατηρώντας έτσι την πολιτιστική και λαογραφική του ταυτότητα. Άλλωστε, ακόμη και σε δύσκολες εποχές, η ανάγκη για χαρά αποτελούσε πάντα αναπόσπαστο μέρος της ζωής των ανθρώπων, ένα μήνυμα που διατηρεί τη διαχρονική του αξία.
Πλούσια, λοιπόν, η θρακική παράδοση και στον εορτασμό των Αποκριών, ας την ανακαλύψουμε…]

Ο βασιλιάς, ο στρατηγός και… οι μπουσταντζήδες
Στο Ορμένιο, το Σάββατο πριν την Κυριακή της Τυρινής γινόταν το έθιμο του βασιλιά. Ήταν το καρναβάλι του χωριού, που γινόταν κάθε χρόνο έως τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και συμμετείχαν όλοι οι κάτοικοι.
Έναν χρόνο πριν ήξεραν ήδη ποιος θα είναι ο επόμενος βασιλιάς, γιατί είχε πάρει το μαύρο φασούλι από το σακούλι. Συγκεκριμένα, μέσα σε ένα σακούλι –υφαντό τότε– έβαζαν άσπρα και μαύρα φασόλια. Οι άντρες του χωριού έβαζαν το χέρι μέσα στο σακούλι, τραβούσαν έξω το φασούλι που έπιαναν κι εκείνος που έβγαζε το μαύρο θα γινόταν βασιλιάς την επόμενη χρονιά. Αμέσως όριζε τον στρατηγό του –τα χρόνια που θυμάμαι εγώ, ο βασιλιάς και ο στρατηγός φορούσαν στρατιωτικές στολές.
Οι ακόλουθοί τους ήταν οι μπουσταντζήδες, άντρες δηλαδή ντυμένοι με χλαίνες, μουτζουρωμένοι στα πρόσωπα με καπνιά από τη σόμπα και ζωσμένοι στη μέση με πολλά κουδούνια, ο δικαστής και η κοκόνα, άνδρας ντυμένος με γυναικεία ρούχα. Ο βασιλιάς με τον στρατηγό, τον δικαστή και την κοκόνα ήταν πάνω στην πλατφόρμα, ενώ οι οργανοπαίχτες προπορεύονταν. Πίσω από την πλατφόρμα ή στα πλαϊνά της ήταν οι μπουσταντζήδες ή μασκαράδες.
Το ραντεβού τους ήταν στο σπίτι του βασιλιά, έξω από το οποίο υπήρχαν στρωμένα τραπέζια με πίτες, γλυκά, κρασί και ούζο για το καλό, για να πάρουν όλοι! Έπειτα, κατευθύνονταν στη γιαλάκα, την τελευταία γειτονιά του χωριού. Εκεί στήνονταν ο πρώτος χορός. Ο βασιλιάς άνοιγε τον χορό και ακολουθούσαν οι υπόλοιποι. Οι νοικοκυρές έβγαιναν, επίσης, να φιλέψουν τον βασιλιά και του πρόσφεραν πίτες και βρασμένα αυγά, για να φάει αυτός και οι ακόλουθοί του. Οι άντρες πήγαιναν στον βασιλιά έναν τενεκέ στάρι ή καλαμπόκι και έδιναν και ωμά αυγά. Ο βασιλιάς, με τη σειρά του, έριχνε πάνω από την πλατφόρμα με τα χέρια σιτάρι και καραμέλες, για να πάνε καλά οι σοδειές. Κάποιοι άντρες έκλεβαν το καπέλο του βασιλιά ή έκλεβαν τάχα την κοκόνα. Τους κυνηγούσαν οι μπουσταντζήδες κι, όταν τους έπιαναν, τους οδηγούσαν στον δικαστή. Ο δικαστής είχε τότε μια αλυσίδα με την οποία έκανε ότι τους έδενε (φυλάκιζε), όριζε πρόστιμο και αυτόν που δίκαζαν έπρεπε να το πληρώσει. Σαν πλήρωνε, ήταν ελεύθερος. Έτσι, σταματούσαν σε κάθε γειτονιά και επαναλαμβανόταν η ίδια τελετουργία.

Αφού περνούσαν από όλες τις γειτονιές, το απόγευμα έφταναν και σταματούσαν στην πλατεία του χωριού. Εκεί μοίραζαν σε όλους τις πίτες, τα γλυκά, τα βρασμένα αυγά κλπ. Το στάρι και τα καλαμπόκια τα ζύγιζαν, τα ωμά αυγά τα μετρούσαν και, όταν τελείωναν την καταμέτρηση, τα πουλούσαν σε όποιον ήθελε να τα αγοράσει. Τα λεφτά που μάζευαν και από αυτά που πουλούσαν τα έδιναν στην εκκλησία ή έκαναν κάποιο μικρό έργο στο χωριό. Το γλέντι συνεχιζόταν μέχρι αργά το βράδυ.
Τη δεκαετία του ’80 ανέλαβαν οι σύλλογοι του χωριού να διοργανώνουν το έθιμο, όμως, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, άρχισε σιγά σιγά να μη γίνεται. Ο κόσμος λιγόστεψε στο χωριό και αυτοί που έμειναν πίσω ήταν οι περισσότεροι ηλικιωμένοι. Μείναμε λίγοι να βλέπουμε παλιές φωτογραφίες και να διηγούμαστε στα εγγόνια μας πόσο όμορφα ήταν εκείνα τα χρόνια.
Να αναφέρω ακόμη πως δεν υπήρχαν τότε στολές για να νοικιάσουμε, μόνοι μας διαλέγαμε ρούχα από τους μεγαλύτερους, βάζαμε και κανένα μαξιλάρι για καμπούρα ή κοιλιά, λίγη καπνιά στο πρόσωπο και άιντε… έτοιμοι ήμασταν! Μια χαρά περνούσαμε. Σε όλο το διάστημα από την τσικνοπέμπτη ως την Κυριακή της Τυρινής, ντύνονταν καρναβάλια άντρες και γυναίκες και πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι.
Άλλο ένα έθιμο που έκαναν τις απόκριες, αναφέρει η κ. Ελισάβετ, ήταν ο χορός για να πάει καλά η παραγωγή του βαμβακιού. Πρώτη στον χορό χόρευε η μεγαλύτερη γυναίκα που ήταν παρούσα και μετά ακολουθούσαν οι πιο κοντινές ηλικίες. Ήξερε λέει η κάθε γυναίκα πίσω από ποια έπρεπε να πιαστεί στον χορό –νέα γυναίκα δεν χόρευε ποτέ μπροστά.

Κυριακή της Τυρινής – «Ξεχασμένα σχωρεμένα»
Μόλις ξημέρωνε η επόμενη μέρα, η Κυριακή της Τυρινής, οι νοικοκυρές πήγαιναν στην εκκλησία και, μόλις γύριζαν σπίτι, ζύμωναν για να φτιάξουν φύλλα για πίτα. Τυρόπιτα λέει το έθιμο. Από το ζυμάρι αυτό χώριζαν ένα κομμάτι και το άφηναν στην άκρη –με αυτό θα έφτιαχναν ένα φιδάκι όπως θα δούμε παρακάτω. Στη συνέχεια, άρχιζαν να ανοίγουν τα φύλλα και ένα ένα τα έψηναν πάνω στη σόμπα –το ψημένο το αλεύρι σου τρυπούσε τη μύτη.
Μόλις έβγαζαν το φύλλο από τη σόμπα, σκούπιζαν με ένα πανί την επιφάνειά της για να μην έχει καμένο αλεύρι όταν θα έβαζαν το επόμενο. Το ψημένο φύλλο το τύλιγαν μέσα σε μια μισάλα και για να γίνει καλή η πίτα έκαναν εννέα φύλλα. Το τελευταίο το άφηναν ωμό, γιατί ήταν το φύλλο που θα έμπαινε πάνω πάνω. Σε ένα κατσαρολάκι έλιωναν το βούτυρο και σε ένα βαθύ πιάτο χτυπούσαν τα αυγά να ομογενοποιηθούν ο κρόκος με το ασπράδι. Σε άλλο πιάτο είχαν τη μυζήθρα και το τριμμένο τυρί. Ξεκινούσαν, λοιπόν, να γεμίζουν την πίτα. Άλειφαν το ταψί με βούτυρο και τοποθετούσαν το πρώτο φύλλο. Έριχναν πάνω με ένα κουτάλι το λειωμένο βούτυρο, το χτυπημένο αυγό και τη μυζήθρα με το αυγό. Ακολουθούσαν την ίδια διαδικασία έως που τελείωναν τα ψημένα φύλλα. Άπλωναν πάνω από όλα το άψητο φύλλο και με το χέρι πια μάζευαν ό,τι αυγό και ό,τι βούτυρο είχαν απομείνει στα πιάτα και ράντιζαν την επιφάνεια του άψητου φύλλου. Άμα έβλεπαν ότι το αυγό είναι λιγοστό, έριχναν στο πιάτο λίγο γάλα ή νερό, για να καλύψουν όλη την επιφάνεια του φύλλου και έβαζαν την πίτα στον φούρνο της σόμπας για να ψηθεί.
Η νοικοκυρά καθόταν δίπλα στη σόμπα, για να βάζει ξύλα και να γυρνάει συχνά πυκνά το ταψί για να μην καεί η πίτα. Το ζυμαράκι που είχε αφήσει στην άκρη, του έδινε το σχήμα του φιδιού και το έβαζε να ψηθεί πάνω στη σόμπα, όπου ήδη είχε βάλει και την κατσαρόλα για να βράσουν τα αυγά. Το φιδάκι το έκαμνε τόσα κομμάτια όσα ήταν και τα μέλη του σπιτιού. Η πεθερά μου, μόλις μαζευόμασταν στο τραπέζι, μας έδινε το κομμάτι λέγοντας: «Χρυσούλα, όταν είναι στου μπαΐρ, συ να είσαι στον κάμπο, όταν είναι, Χρυσούλα, στον κάμπο, συ να είσαι στο μπαΐρ» (με το συ εννοούσε το φίδι) –η κ. Ελισάβετ λέει ότι η μάνα της τους έδινε το κομμάτι την Καθαρά Δευτέρα.

Όταν έβγαζαν τα αυγά από την κατσαρόλα, το νερό δεν το πετούσαν. Μέσα εκεί έριχναν και τις φλούδες των αυγών που καθάριζαν και το άφηναν σε μια άκρη. Το νερό το άφηναν στην άκρη για να πλυθούν την άλλη μέρα το πρωί. Πλέναμε τα πρόσωπά μας με αυτό το νερό για να μην μας πονάνε τα μάτια. Η κ. Ελισάβετ λέει σχετικά: «Πρώτα πλένουμασταν με αυτό το νερό και, ύστερα, μας έδινε [η μάνα] την μπουκιά από το φιδάκι και έλεγε ακριβώς τα ίδια λόγια με αυτά που λες εσύ».
Την πίτα, όταν την έβγαζαν από τον φούρνο, τη ράντιζαν με νερό και τη σκέπαζαν με μια μισάλα. Έτσι και αλλιώς έπρεπε να περιμένουν να πάει στο χωράφι και να γυρίσει για να την κόψουνε. Αυτήν την ημέρα, οι αρραβωνιασμένοι πήγαιναν σε όλο το σόι, στους νονούς, στους κουμπάρους κλπ., για να μοιράσουν «καμπάθκα σιακέρια» (ποτό και καραμέλες) και σταφίδες. Οι μικρότεροι πήγαιναν στους μεγαλύτερους, με την μπούκλα το κρασί, για να ζητήσουν συγγνώμη αν στην πορεία του χρόνου που πέρασε είχαν μαλώσει. Έπρεπε να συγχωρέσει ο ένας τον άλλον, για να ξεκινήσουν από την Καθαρά Δευτέρα να νηστεύουν και, αφού πρώτα είχαν πάρει συγχώρεση από όλους, να κοινωνήσουν με καθαρή ψυχή. «Ξεχασμένα σχωρεμένα», ακουγόταν σε όλα τα σπίτια. «Σχωρεμένα, ευλογημένα. Καλή Σαρακοστή μι γυρουσίν (υγεία), καλή Πασκαλιά να έχουμε». Όλοι έπρεπε να σηκώσουν το μπουκάλι το κρασί και να πιουν μια γουλιά. Οι δρόμοι ήταν τότε γεμάτοι με φωνές και γέλια.
Όταν γυρνούσαν στο σπίτι αυτοί που πήγαιναν για να σχωρέσουν, όλοι κάθονταν γύρω από το τραπέζι κι ο μεγαλύτερος άνδρας της οικογένειας έκοβε την πίτα, αφού πρώτα τη σταύρωνε. Στο τραπέζι υπήρχαν τα βρασμένα αυγά, αριάνι, τουρσί λάχανο, χαλβάς και χαλβάς πιτίτσες. Αφού έτρωγαν, πάλι ο μεγαλύτερος άντρας έκανε το έθιμο του κρεμασμένου αυγού ή της πιτίτσας του χαλβά, το οποίο είχε ως εξής: Έπαιρναν ένα καθαρισμένο αυγό, το έδεναν με μια κλωστή και ο άνδρας το κρατούσε στο χέρι του. Τα παιδιά κάθονταν στα γόνατα, είχαν τα χέρια πίσω από τη μέση τους και προσπαθούσαν μόνο με το στόμα να πιάσουν το αυγό που ο παππούς το γυρνούσε γρήγορα μπροστά στα στόματά τους. Νικητής ήταν αυτός που θα δάγκωνε το αυγό. Με αυγό «κλείνει» το στόμα μας αυτήν τη μέρα, με αυγό θα «ανοίξει» μετά την Ανάσταση του Χριστού.
Καλή Σαρακοστή σε όλους, και του χρόνου με υγεία. Σχουρμένα, βλουημένα μι γυρουσίν ως σ’ πασχαλίσ’.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
