Νυχτερια στους μαχαλαδες, με παπουλες και καλαμποκια

Στα σοκάκια της μνήμης…

[Γεννημένη και μεγαλωμένη στο ακριτικό Ορμένιο του νομού Έβρου, η Χρυσούλα Ιωαννίδου αποτελεί μια ζωντανή γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του τόπου της. Γνωρίζει κάθε σπιθαμή τής πολυτάραχης αυτής γης, κάθε γωνιά της που έχει ποτιστεί με ιδρώτα και μόχθο από γενιές και γενιές. Με βαθιά αγάπη για την ιδιαίτερη πατρίδα της και τους ανθρώπους της, έχει αφιερώσει τη ζωή της στη διεκδίκηση της προόδου και στην ενίσχυση της πολιτιστικής ταυτότητας της περιοχής.

Η δράση της Χρυσούλας Ιωαννίδου δεν περιορίστηκε στη θητεία της ως Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας Ορμενίου. Αντιθέτως, καθημερινά βρίσκεται στην πρώτη γραμμή, με προσωπικό αγώνα, στηρίζοντας πολιτιστικές δράσεις και διαφυλάσσοντας την πολύτιμη ιστορική μνήμη. Μεγαλωμένη κοντά στους παππούδες της, Χρυσή και Τριαντάφυλλο, βίωσε από μικρή τα δύσκολα χρόνια που σημάδεψαν τη γενιά τους. Σήμερα, εργάζεται ακούραστα για να διατηρήσει τις ρίζες και την πολιτιστική κληρονομιά του Ορμενίου ζωντανές.

Η Χρυσούλα Ιωαννίδου

Με στόχο τη διάσωση της τοπικής ιστορίας, έχει αφιερωθεί στη συγγραφή και την καταγραφή ενθυμήσεων, αποτυπώνοντας όψεις του παρελθόντος που κινδυνεύουν να χαθούν. Το βιβλίο της, «Όσα έμαθα από τις γιαγιάδες» (εκδόσεις Παρέμβαση, 2024), αποτελεί ένα πολύτιμο έργο που αναδεικνύει τις παραδόσεις, τις αξίες και τις συνήθειες της ζωής στο Ορμένιο, όπως τις βίωσαν οι προηγούμενες γενιές. Παράλληλα, κείμενά της δημοσιεύονται στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, ενώ συμμετέχει με ομιλίες σε εκδηλώσεις που έχουν στόχο τη διαφύλαξη και την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η γραφή της, βαθιά συναισθηματική και γεμάτη εικόνες, μας ταξιδεύει σε έναν κόσμο που φαντάζει μακρινός, αλλά ταυτόχρονα τόσο οικείος. Μέσα από τα έργα της, αναβιώνει στιγμές, τότε που οι κάτοικοι του Οικισμού μαζεύονταν στους μαχαλάδες, δημιουργώντας δεσμούς μέσα από τη ζεστασιά της ανθρώπινης επικοινωνίας. Θυμίζει τις αξίες της συλλογικότητας, της αλληλεγγύης και της αληθινής ανθρώπινης επαφής, στοιχεία που δυστυχώς μοιάζουν να χάνονται στη σημερινή εποχή.

Η Χρυσούλα Ιωαννίδου, με το μεράκι και την αγάπη της για τον τόπο της, υπόσχεται να μας ταξιδεύει με τα κείμενά της στα σοκάκια της μνήμης, εμπνέοντάς μας να αναλογιστούμε το παρελθόν και να δημιουργήσουμε ένα καλύτερο μέλλον, διατηρώντας ζωντανές τις αξίες και τις παραδόσεις].

Κάθε βράδυ μαζεύονταν όλες μαζί. Μία στο σπίτι της μίας, μία στης άλλης. Γιαγιάδες, νύφες, παιδιά, όλοι μαζί μέσα στο σπίτι. Η λάμπα πετρελαίου φώτιζε λιγοστά το δωμάτιο. Μα εκείνες δεν χρειάζονταν πολύ φως για να γνέσουν. Το χέρι ήξερε πώς να γυρίσει το αδράχτι. Ή όποια έπλεκε κάλτσες, αφού το νήμα ήταν άσπρο, δεν τη δυσκόλευε. Πολλά πράγματα δεν είχαν στα σπίτια τους εκείνη την εποχή. Θα έψηναν παπούλες ή θα έβραζαν καλαμπόκια. Οι παπούλες είναι τα ποπ κορν. Στα μποστάνια τους, στην άκρη του χωραφιού, έσπερναν τα τσιμπάκια. Είναι ποικιλία καλαμποκιού, που μόνο αυτή, αν τη βάλουμε στην κατσαρόλα και πάνω στη φωτιά, σκάει και γίνεται το ποπ κορν. Τσιμπάκια τα λέμε γιατί τα σπυριά έχουν στην άκρη τους μύτη. Τις παπούλες τις έτρωγαν με αλάτι.

Τα βρασμένα καλαμπόκια ήταν άλλο ένα κέρασμα στα νυχτέρια. Όταν τα μάζευαν από το χωράφι και τα πήγαιναν σπίτι, έδεναν τα φύλλα προς τα πάνω και τα κρεμούσαν σε ένα μακρύ ξύλο για να ξεραθούν. Έβγαζαν τα σπόρια από το καλαμπόκι, τα έπλεναν και τα έβραζαν πάνω στη σόμπα. Όταν ήταν έτοιμα, τα στράγγιζαν για να φύγουν όλα τα υγρά και τα άδειαζαν μέσα σε ένα μεγάλο ταψί. Αυτήν τη λιχουδιά την έτρωγαν γλυκιά ή αλμυρή. Όλοι ήταν ενθουσιασμένοι, μικροί και μεγάλοι, γι’ αυτό το νόστιμο κέρασμα. Στο αμπάρι υπήρχαν κρεμασμένα σε ένα μεγάλο ξύλο κυδώνια και τσαμπιά από σταφύλια. Υπήρχαν και μήλα στα νοικοκυριά. 

Έκοβαν σε φέτες τα κυδώνια και τα μήλα και γύριζαν το πιάτο γύρω γύρω για να πάρουν όλοι από ένα κομμάτι. Ψημένη κολοκύθα στον φούρνο. Την έβαζαν στον φούρνο με τη φλούδα προς τα κάτω. Τη χάραζαν από πάνω και την πασπάλιζαν ζάχαρη. Μοσχοβολούσε το σπίτι όσο ψηνόταν. Όσο πολύ αργούσε να ψηθεί, τόσο γρήγορα τρωγόταν.

Ούτε εξωτερικά φώτα υπήρχαν, οπότε τα παιδιά μέσα στα σκοτάδια φοβόντουσαν τον κάθε θόρυβο. Και πόσο μάλλον περισσότερο φόβο είχαν όταν οι μεγαλύτεροι τούς μιλούσαν για ξωτικά, καλικάντζαρους, τα διαολάκια (διαβολάκα) και τον μάμο. «Πόψι μι πάτσι νησκίλους (ίσκιος), να, κοίτα, γιόμσα μιλανιές (μελανιές)» έλεγαν οι γυναίκες μεταξύ τους. Ποιος ξέρει πού χτυπούσαν από τη βιασύνη τους και μελάνιαζε το σώμα τους, αλλά η απλή εξήγηση ήταν αυτή. Με πάτησε ο ίσκιος και έβαζαν κάτω από το στρώμα ένα μαχαίρι για να φοβάται ο ίσκιος να πάει κοντά τους ή έβαζαν κλαδάκια και λουλουδάκια από τις κιρατσούδες (κατηφέδες)· ποιος ξέρει τι μαγική ιδιότητα είχαν και αυτά!

Αν ήθελαν κρατούσαν για να πιουν. Ήταν το νόστιμο ντρουβανόγαλο ή αριάνι. Από τα πρόβατα έπαιρναν και το μαλλί. Κρατούσαν αυτό που τους χρειαζόταν για να υφάνουν και να πλέξουν τα ρούχα τους και τα στρωσίδια τους και το υπόλοιπο το πουλούσαν. Περνούσαν έμποροι και τα αγόραζαν. Τώρα κανένας έμπορος δεν ενδιαφέρεται για το μαλλί και οι κτηνοτρόφοι το πετάνε. Πάντα κρατούσαν στο σπίτι άπλυτο μαλλί και το χρησιμοποιούσαν για διάφορους πόνους. Το ζέσταιναν στη σόμπα και το ακουμπούσαν μετά στο μέρος που πονούσαν.

Το πλύσιμο του μαλλιού ήταν πολύ κοπιαστικό. Έπαιρναν το μαλλί και το μεγάλο καζάνι και πήγαιναν όπου υπήρχε τρεχούμενο καθαρό νερό. Άναβαν φωτιά, έβαζαν δύο τούβλα για βάση και πάνω τοποθετούσαν το καζάνι για να ζεστάνουν νερό και να πλύνουν με αυτό το βρώμικο μαλλί των προβάτων. Το έπλυναν μετά με κρύο νερό. Έπειτα ακολουθούσε το στέγνωμα, το ανάγρεμα, το λανάρισμα, το γνέσιμο, το τλυγάδιασμα. Έπειτα, εκείνη την κλωστή τη μάζευαν μασούρια. Πολλά στάδια μέχρι να φτάσει στον αργαλειό.  

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.