Ναντια Μαχα-Μπιζουμη, «Η μεγαλυτερη επιτυχια του εγχειρηματος ηταν οτι η εκθεση του Λαογραφικου και Ιστορικου Μουσειου Κομοτηνης αντιμετωπιστηκε ως νοητικη κατασκευη και οχι μονο ως εκθεση αντικειμενων»
Με ιδιαίτερη χαρά, συγκίνηση και υπερηφάνεια παρουσιάζω το βιβλίο της κ. Νάγιας Δαλακούρα, (ας μου επιτραπεί το πιο προσωπικό ύφος) της αγαπημένης μου Νάγιας, που αποτελεί εμπλουτισμένη μορφή της μεταδιδακτορικής της έρευνας, με τίτλο «Προσεγγίζοντας τη μνήμη, την ταυτότητα και την τοπική ιστορία μέσα από δράσεις μουσειακής μάθησης στο Λαογραφικό Μουσείο Κομοτηνής», την οποία εκπόνησε υπό την εποπτεία μου στο Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης το 2023. Η μεταδιδακτορική της έρευνα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του ερευνητικού έργου του Εργαστηρίου Λαογραφίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας (ΕΛΚΑ), και για αυτόν τον λόγο η έκδοσή της εντάχθηκε στη σειρά αυτοτελών επιστημονικών δημοσιεύσεων του ΕΛΚΑ, με τον τίτλο «Μελέτες Λαογραφίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας – 19», με επιστημονικό διευθυντή τον Διευθυντή του, Καθηγητή Μ. Γ. Βαρβούνη.
Η κ. Δαλακούρα, με τη διπλή ιδιότητα της λαογράφου και της μουσειολόγου στο μέχρι σήμερα σημαντικό ερευνητικό της έργο, προσεγγίζει τα τοπικά λαογραφικά μουσεία μέσα από τη λειτουργία τους ως μνημονικών τόπων, ως τόπων διατήρησης και αναπαραγωγής της συλλογικής μνήμης. Ένα από αυτά τα τοπικά λαογραφικά μουσεία είναι και το Λαογραφικό και Ιστορικό Μουσείο Κομοτηνής, εμβληματικό μουσείο της πόλης, το οποίο ανήκει στον Μορφωτικό Όμιλο Κομοτηνής (ΜΟΚ). Με σημείο αναφοράς το εν λόγω Μουσείο, η κ. Δαλακούρα επιχειρεί και καταφέρνει με μεγάλη επιτυχία «την επαναισθητοποίηση της θέασης των εθνογραφικών μουσειακών αντικειμένων μέσω της παραγωγής δημιουργικής γραφής και τη διερεύνηση της σχέσης του Λαογραφικού και Ιστορικού Μουσείου Κομοτηνής με πολιτιστικούς και εθνοτοπικούς συλλόγους της πόλης, οι οποίοι συνδέονται ως προς την πολιτισμική τους ταυτότητα με αντικείμενα της μόνιμης συλλογής του Mουσείου, που πυροδότησαν μνήμες και αποτέλεσαν μελέτες περίπτωσης της έρευνας».
Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη, με το καθένα από αυτά να λειτουργεί σε άμεση σύνδεση με το άλλο. Στο πρώτο μέρος, στην Εισαγωγή παρουσιάζονται το αντικείμενο και ο σκοπός της έρευνας, το στέρεο θεωρητικό πλαίσιο, η ιστορία της έρευνας και η μεθοδολογία. Στη συνέχεια, στο δεύτερο μέρος, καταγράφεται αναλυτικά και τεκμηριώνεται η Μουσειακή Εκπαιδευτική Πράξη, μέσα από την παρουσίαση της δομής της, την παραγωγή μνημοϊστοριών με τη χρήση δημιουργικής γραφής και την αξιολόγησή της. Τέλος, το τρίτο μέρος περιλαμβάνει τα Συμπεράσματα και μια εκτενή ελληνική και ξένη βιβλιογραφία σχετική με το θέμα της έρευνας. Παράλληλα, πλούσιο φωτογραφικό υλικό λειτουργεί υποστηρικτικά για την κατανόηση της όλης δράσης, της οποίας βασικός στόχος ήταν η φανταστική ανακατασκευή της βιογραφίας επιλεγμένων εκθεμάτων του Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου Κομοτηνής μέσα από την παραγωγή δημιουργικής γραφής.
Η κ. Δαλακούρα αξιοποιεί τη χρήση τεχνικών της δημιουργικής γραφής στη διαδικασία της μουσειακής μάθησης, καθώς γνωρίζει ότι αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο συναισθηματικής έκφρασης και αποτύπωσης των σκέψεων, μετασχηματισμού των βιωμάτων και καλλιέργειας της φαντασίας των συμμετεχόντων και να συμβάλλει στη βαθύτερη κατανόηση των μουσειακών εκθεμάτων και, κυρίως, στη βιωματική εμπλοκή με αυτά. Οι ειδικοί στόχοι της δράσης ήταν γνωστικοί, όπως η αναγνώριση και γνώση των εκθεμάτων του Μουσείου, συναισθηματικοί, όπως η ενεργή συμμετοχή σε θέματα που αφορούν το παρελθόν, τον τόπο και τον άνθρωπο, συμβάλλοντας στη διαφύλαξη της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς, ψυχοκινητικοί, όπως είναι η προσωπική έκφραση με αφορμή τα εκθέματα, και κοινωνικοί, όπως είναι η ανοχή και ο σεβασμός στον πολιτισμό του «άλλου» (σ. 97).
Για αυτόν ακριβώς τον λόγο προσέγγισε την ιστορική και λαογραφική έκθεση του εν λόγω Μουσείου ως ανοιχτό σύστημα γνώσης και πρόκλησης αισθήσεων και μνημών, αξιοποιώντας το θεωρητικό σχήμα του Appadurai, με βάση το οποίο τα αντικείμενα, όπως και οι άνθρωποι, έχουν κοινωνική ζωή και βιογραφικό λόγο και είναι ικανά, λόγω της δυναμικής της υλικότητάς τους, να διεισδύουν σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής των ανθρώπων.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μια σειρά από επιλεγμένα αντικείμενα, ενταγμένα στον μουσειακό μικρόκοσμο, απογυμνωμένα από την αισθητήρια κινητικότητα του παρελθόντος αλλά φορτισμένα με σημασιολογικές δυνατότητες που τους αποδόθηκαν κατά τη μουσειοποίησή τους, αποτέλεσαν την αφορμή για νέες αφηγήσεις, βασισμένες σε διαδράσεις, αντιδράσεις και αναμνήσεις των ενήλικων επισκεπτών που συμμετείχαν στη δράση.
Η κ. Δαλακούρα σχεδίασε και υλοποίησε μια μουσειακή συμμετοχική δράση με σκοπό την ενδυνάμωση των μελών της τοπικής κοινότητας, αξιοποιώντας τη μουσειακή μάθηση, όπως και τη θεωρία των πολυγραμματισμών, με στόχο τη δημιουργία νέων εμπειριών στο Λαογραφικό Μουσείο. Η φιλοσοφία της έρευνάς της εδράζεται στη βάση ότι τα μουσεία της πόλης, ρόλος που εν δυνάμει κατά την ίδια πληροί το Λαογραφικό και Ιστορικό Μουσείο της Κομοτηνής, αποτελούν μνημονικούς τόπους, όπου ενθαρρύνεται η ανταλλαγή προσωπικών και αστικών ιστοριών προς ενίσχυση της συνείδησης της πόλης και την ενδυνάμωση της κοινοτικής μνήμης.
Η συγγραφέας, ούσα δεινή ερευνήτρια και έχοντας τη μακρά εμπειρία της μουσειοπαιδαγωγού, κατάφερε να οργανώσει με ιδιαίτερη επιτυχία μια δράση που περιελάμβανε τη δημιουργική ενεργητική αισθητηριακή συμπλοκή συμμετεχόντων και αντικειμένων. Έντεκα εκπρόσωποι έξι τοπικών συλλόγων, όπως είναι ο Σύλλογος Ηπειρωτών Νομού Ροδόπης «Άγιος Γεώργιος ο Εξ Ιωαννίνων», ο Μορφωτικός Σύλλογος Ποντίων Κομοτηνής και Περιφέρειας «Ο Εύξεινος Πόντος», ο Μορφωτικός Σύλλογος των εν Θράκη Διαβιούντων Σαρακατσαναίων, ο Εκπολιτιστικός Μορφωτικός Όμιλος Αρμενίων Κομοτηνής, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Αδριανουπολιτών Κομοτηνής «Η Αδριανού» και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Ανατολικορωμυλιωτών Κομοτηνής, υπό τη δική της καθοδήγηση, συμμετείχαν στη διαδικασία ενός πολιτισμικού συγκρητισμού, μέσα από την τροφοδότηση της μνήμης των αισθήσεων.
Μέσω της μουσειακής εκπαιδευτικής πράξης, κατάφερε να προκαλέσει στους ενήλικες που συμμετείχαν, τη μεταξύ τους σύνδεση, αναδεικνύοντας τη δυναμική των μουσείων να προάγουν την ποικιλομορφία, να λειτουργούν και να επικοινωνούν ηθικά, με επαγγελματισμό και με τη συμμετοχή κοινοτήτων, προσφέροντας εμπειρίες, ευκαιρίες για εκπαίδευση, απόλαυση, προβληματισμό και ανταλλαγή γνώσεων (ICOM, 2022).
Όσον αφορά τη μεθοδολογική προσέγγιση της ερευνητικής διαδικασίας, η συμμετοχική εκπαιδευτική δράση δομήθηκε σε ευέλικτα διαδοχικά στάδια που αφορούσαν τα ερευνητικά ερωτήματα, τους στόχους και το σχέδιο δράσης του αρχικού σχεδιασμού με σαφήνεια, την ανάπτυξη της μουσειακής πράξης με έμφαση στην ενεργό συμμετοχή και τις προσωπικές αφηγήσεις και, εντέλει, τον αυτο- και αναστοχασμό (σ. 82).
Με οξυδερκή αντίληψη καταγράφει τη σχέση που αναπτύχθηκε ανάμεσα στους συμμετέχοντες της ερευνητικής διαδικασίας και σε εκθέματα του Μουσείου, μια σχέση που πυροδότησε την παραγωγή μνημοϊστοριών με τη μορφή δημιουργικού λόγου βασισμένου σε προσωπικές αφηγήσεις και αναμνήσεις, μια σχέση που εντέλει οδήγησε, με την καθοδήγηση της κ. Δαλακούρα, στην απελευθέρωση δυνατών συναισθημάτων.
Ας σημειωθεί ότι το όλο εγχείρημα υλοποιήθηκε υπό τη συναισθηματική φόρτιση της χρονικής συγκυρίας της συμπλήρωσης των 100 χρόνων (1923-2023) από την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης, η οποία επέβαλε τον υποχρεωτικό εκπατρισμό, γεγονός που αξιοποιήθηκε και ως δημιουργική συζήτηση ανάμεσα στην εμψυχώτρια και την ομάδα στόχου, με επίκεντρο τη μεταμνήμη, το προσφυγικό τραύμα και τις προφορικές προγονικές μαρτυρίες.
Κατά τη γνώμη μου, η μεγαλύτερη επιτυχία του εγχειρήματος της κ. Δαλακούρα ήταν ότι η έκθεση του Λαογραφικού Μουσείου αντιμετωπίστηκε ως νοητική κατασκευή και όχι μόνο ως έκθεση αντικειμένων, μέσα στην οποία εντάχθηκαν και ακούστηκαν και οι ιστορίες των συμμετεχόντων. Έτσι, κατάφερε να αναδείξει τη συμβολή του εκπαιδευτικού ρόλου του μουσείου στην κοινωνική συνοχή μέσα από τον αναστοχασμό και την ανάδυση αθέατων πλευρών της τοπικής ιστορίας.
Η ερευνητική εργασία της κ. Δαλακούρα στην ουσία απαντά σε ένα καίριο και πολυσυζητημένο ερώτημα, που σχετίζεται με το σημείο συνάντησης της ατομικής με την κοινωνική ή/και πολιτισμική μνήμη στον μουσειακό χώρο, αποδεικνύοντας μέσα από την έρευνά της ότι εντέλει υπάρχουν τόσες συλλογικές μνήμες όσες και οι ομάδες που συγκροτούν το πολύχρωμο ψηφιδωτό της πόλης της Κομοτηνής.
Εν κατακλείδι, αξίζουν θερμά συγχαρητήρια στη συγγραφέα αλλά και στις εκδόσεις «Παρατηρητής της Θράκης», που ανέλαβαν την έκδοση μιας πολύτιμης ερευνητικής εργασίας, γιατί καλύπτει ένα σημαντικό κενό στην ελληνική βιβλιογραφία, που αφορά στις εκπαιδευτικές δράσεις για ενήλικο κοινό στο μουσείο, ενώ παράλληλα συμβάλλει στον επιστημονικό διάλογο για τη συμβολή των πολιτιστικών συλλόγων στη σχέση τους με τον μουσειακό χώρο ως σύγχρονη πρακτική συλλογικής συσσωμάτωσης και πολιτισμικής διαμεσολάβησης.
*Η Νάντια Μαχά-Μπιζούμη είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του ΔΠΘ. Το παρόν είναι η ομιλία της στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου της Νάγιας Δαλακούρα, «Λαογραφικά μουσεία και μάθηση ενηλίκων – Δράσεις μνήμης, ταυτοτήτων, τοπικής ιστορίας και δημιουργικής γραφής στο Λαογραφικό και Ιστορικό Μουσείο Κομοτηνής» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2023), που διοργανώθηκε από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής, στο πλαίσιο των δράσεών της που υλοποιούνται με την ΚΟΙΝΣΕΠ «Κομοτηνή Εν Δράσει», το Εργαστήριο Λαογραφίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του ΔΠΘ και τον «Παρατηρητή της Θράκης» στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής (Τσανάκλειο Μέγαρο), την Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2025.
Μπορείτε να δείτε ολόκληρο το ρεπορτάζ εδώ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
