Οδοιπορικο σε τσακισμενες ψυχες
«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»
Ο «Άδειος τόπος» είναι το μυθιστόρημα που γράφτηκε από τον Κρητικό, νέο συγγραφέα Γιάννη Νικολούδη και κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2023 από τις εκδόσεις Πατάκη. Μέχρι στιγμής διένυσε μια πετυχημένη εκδοτική πορεία, αγαπήθηκε από το βιβλιόφιλο κοινό, απέσπασε θετικές κριτικές και το Βραβείο Μυθιστορήματος 2023 από την Εταιρεία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ), ενώ αυτές τις μέρες ανακοινώθηκε η υποψηφιότητά του στη Βραχεία Λίστα για το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2024.
Το μυθιστόρημα μάς αφηγείται την ιστορία ενός ανώνυμου άνδρα που, μετά την αποφυλάκισή του από τις φυλακές Αλικαρνασσού στην Κρήτη, προσπαθεί να ξαναχτίσει τη ζωή του. Μετά από διετή ποινή για την κλοπή μιας μηχανής, ο ήρωας του Νικολούδη προσπαθεί να επανακάμψει στην κανονικότητα και να επανενταχθεί στην κοινωνία. Μολονότι είναι ψυχικά τραυματισμένος και συναισθηματικά μετέωρος για να αντιμετωπίσει την πρόκληση της επιστροφής σε μια σκληρή καθημερινότητα. Καθώς περιπλανιέται σε έναν κόσμο που του είναι πλέον ξένος, διασταυρώνει τα βήματά του με διάφορα πρόσωπα και έρχεται αντιμέτωπος με σκληρές καταστάσεις, ενώ, παράλληλα, αντιμετωπίζει και τους εσωτερικούς του δαίμονες. Αυτή είναι στην ουσία η ιστορία του βιβλίου. Απλή και ίσως ξαναειπωμένη θα έλεγε κάποιος.
Όμως, καμιά φορά, σημασία δεν έχει πόσο πρωτότυπη, ούτε πόσο σημαντική είναι η ιστορία, αλλά πόσο σημαντικός είναι ο τρόπος που ο συγγραφέας θα επιλέξει να μας την πει. Κι ο Γιάννης Νικολούδης φαίνεται πως έχει τον δικό του ξεχωριστό και ιδιαίτερο τρόπο να αφηγηθεί το «παραμύθι» του. Ο ανώνυμος ήρωας, αλβανικής καταγωγής, μετανάστης στην Κρήτη από τα μικράτα του, εγκαταλελειμμένος από τη μάνα του (άφησε αυτόν και τον σύζυγό της, παίρνοντας μια μικρή βαλίτσα) και με έναν πατέρα που έκανε εμπόριο κλοπιμαίων σε όλο το νησί, μπλεγμένος με τον υπόκοσμο και τη βουλγαρική «μαφία», είχε μια δύσκολη παιδική κι εφηβική ηλικία και σίγουρα μια προβληματική ενηλικίωση.
Ένας άνθρωπος αχαρτογράφητος, αποσυνάγωγος, περιθωριακός, κουβαλώντας στην πλάτη του τη ρετσινιά του Αλβανού μετανάστη, απωθητικός και φοβιστικός με τα τατουάζ και τη σωματική του διάπλαση, άρτι αποφυλακισθείς, έχει ελάχιστες πιθανότητες να ανακάμψει σε μια κλειστή κοινωνία, αφενός σκληρών κι ανάλγητων ανθρώπων, μάλλον ξενοφοβικών, κι αφετέρου εκμεταλλευτών του ανθρώπινου μόχθου. Ανθρώπων που κρατούν αποστάσεις, που φοβούνται, που μπαίνουν στην τρύπα τους και κλείνουν τα μάτια στην αδικία ή ανθρώπων που απομυζούν την ανάγκη του άλλου και εξοφλούν το κέρασμα ενός κρασιού με ψυχική και σωματική κακοποίηση. Και ποιος να τον βοηθήσει να αντισταθεί; Σε ποιον να ακουμπήσει; Όλοι όσοι συναντά στην οδοιπορία του είναι το ίδιο με αυτόν σακατεμένοι, ανθρώπινα φαντάσματα. Βούλγαροι και Ασιάτες από το Μπαγκλαντές και το Πακιστάν, μέχρι και Γερμανοί μετανάστες, μια μετωπική αντανάκλαση του κατεστραμμένου του εαυτού, που τελικά η δική τους πορεία επηρεάζει και τη δική του άγνωστη (;) πορεία προς το μέλλον. Γιατί ο κύκλος της περιπλάνησής του στον έξω κόσμο θα κλείσει με την επιστροφή του από το σημείο εκκίνησής του. Το προοικονομεί ο Νικολούδης, το προοικονομεί όμως και η ίδια η ζωή. «Υπάρχουν πολλοί τρόποι να μπεις, υπάρχουν πολλοί τρόποι να βγεις, και ένας από τους τρόπους που βγαίνεις δείχνει πολλές φορές τον τρόπο που θα ξαναμπείς» (ενν. στη φυλακή).
Η συνολική ιστορία εκτίθεται από τον συγγραφέα αποσπασματικά μέσα από τις τριτοπρόσωπες αφηγήσεις διαφόρων ανθρώπων, που συνυπήρξαν με τον πρωταγωνιστή σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Ταυτόχρονα, υπάρχουν και οι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις του ίδιου του πρωταγωνιστή. Έτσι, μοιάζει σαν μια ψηφίδα το κάθε αφήγημα, που έρχεται και παίρνει τη θέση του για να δημιουργήσει τη μεγάλη εικόνα. Τη μεγάλη εικόνα του μυθιστορήματος, αλλά και τη μεγάλη εικόνα μιας Κρήτης αλλιώτικης, γνωστής όμως στους ντόπιους, μιας κρητικής ενδοχώρας που βρίθει μπαρ, καφενείων, άφθονων γυναικών άγνωστης εθνότητας που προσφέρουν «έρωτα».
Όμως, η καινοτομία του Νικολούδη σ’ αυτό το βιβλίο είναι πως δημιουργεί μια ακόμα αφηγηματική φωνή, ξεχωριστή από όλες τις άλλες, και τη χαρίζει στη φύση. Σε οκτώ κεφάλαια του βιβλίου ακούγεται η χθόνια φωνή της κρητικής γης. Μια φωνή αριστοτεχνικά επεξεργασμένη, που υπηρετεί όλο το απόκοσμο περιβάλλον που στήνει ο συγγραφέας και στο οποίο περιπλανιέται ο ήρωας κι όλοι οι υπόλοιποι που συναπαντά· «άχθος αρούρης» μιας ήδη επιβαρυμένης και στιφρής γης. Ο «άδειος τόπος» που περιδιαβαίνει ο πρωταγωνιστής εκφράζεται από την καθηλωτική φωνή της φύσης, που περιγράφει την «ψυχοσύνθεση» ενός τόπου, το ανάγλυφό του, το κλίμα του, τη διαβρωτική του επίδραση στους ανθρώπους, που στο τέλος καταφέρνει να τους καθορίσει απόλυτα και να τους συνθλίψει.
Κι αυτός ο «άδειος τόπος» ο ερειπωμένος, ο σκληροτράχηλος, ο δύσβατος και πετρώδης συνομιλεί και με την ψυχοσύνθεση του ήρωα. Γιατί αντανακλά τη συναισθηματική και ψυχολογική κατάσταση του χαρακτήρα, που βιώνει αισθήματα απώλειας, αποξένωσης και ματαιότητας. Η ερημιά του τοπίου αντανακλά τον εσωτερικό του κόσμο. Ταυτόχρονα όμως, μέσα από τον «άδειο τόπο», ο συγγραφέας σχολιάζει και την ερημοποίηση της υπαίθρου, την εγκατάλειψη και παρακμή των μικρών κοινοτήτων. Ο τόπος ανάγεται έτσι και σε σύμβολο της κοινωνικής κρίσης και της παρακμής της εποχής μας.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, ο ήρωας του Νικολούδη οδοιπορεί αναζητώντας μια δεύτερη ευκαιρία ή ενδεχομένως και τη δικαίωση γι’ αυτόν και τους όμοιούς του, τους αδικημένους και καταφρονημένους της γης, αυτούς που καταδιώκονται από μια αδυσώπητη μοίρα ή από την κακεντρέχεια του κοινωνικού τους περίγυρου.
Με μια γλώσσα εξαιρετικά δουλεμένη, απόλυτα συμβατή με την ατμόσφαιρα των χώρων, ειδικά με τη φωνή της γης (εκεί θαρρώ ότι ο Νικολούδης κεντάει με έναν έμφυτο λυρισμό που αποτυπώνεται στο χαρτί), με αφηγητές που η ιδιόλεκτός τους τούς διαφοροποιεί και τους αυτονομεί στο κείμενο, ταιριαστή στον καθένα, με προφορικότητα αλλά χωρίς την κρητική ντοπιολαλιά (που ενδεχομένως θα αποτελούσε μια ασφαλή ευκολία για τον συγγραφέα).
Ο «Άδειος τόπος» εξ αρχής προδιαγράφει την πορεία όλων των ανθρώπων, που είναι σαν τον πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος. Ο «άδειος τόπος» της ψυχής τους κι ο «άδειος τόπος» που θα σεργιανίσουν συναρθρώνουν το τέλος τους. Κι ο Νικολούδης δεν μας το κρύβει, το δηλώνει από την αρχή, αρκεί να μας υποψιάσει η προμετωπίδα του βιβλίου, επιτυχώς επιλεγμένη από το έργο του Χουάν Ρούλφο, «Ο Κάμπος στις φλόγες» (εκδ. Πατάκη, 2011): «Για λίγη ώρα, ο άνεμος που φύσαγε από χαμηλά μάς έφερε μια οχλοβοή πολλών φωνών, έναν θόρυβο σαν αυτόν που κάνει το ανταριασμένο νερό όταν κυλά πάνω σε πέτρες».
*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
