Φιμωνοντας τον πονο για να γινεται ορατο το καλο

Emma Doude van Troostwijk, «Αυτοί που ανήκουν στη μέρα», εκδ. Πόλις, Αθήνα 2024

 «Σκαρφαλώνοντας λέξεις»

«Στην τσέπη μου φυλάω σαν μυστικό τη φωτογραφία της άφιξης των γονιών μου στη Γαλλία. Στην εικόνα, η μαμά μου, νέα, με στρογγυλά γυαλιά και μακριά μαλλιά μέχρι τους ώμους, φιλά τον μπαμπά μου στο σβέρκο. Η κοιλιά της είναι φουσκωμένη. Πίσω τους μια πινακίδα γράφει : ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΙΟ.

Έχω να πάω στο σπίτι πάνω από έναν χρόνο. Ανάβω ένα τσιγάρο. Η Στερ με ρωτάει πώς πήγαν οι οντισιόν. Λέω, goed, ήταν μια σκηνή από το έργο The Father. Το ψυχρό φως της θάλασσας του Βορρά με κάνει ν’ ανοιγοκλείνω τα μάτια. Ζαρώνω τη μύτη. Παίρνω ανάσα»

Έτσι τελειώνει η πρώτη σελίδα του μυθιστορήματος της Emma Doude van Troostwijk, της 25χρονης Γαλλίδας, ολλανδικής καταγωγής που μεγάλωσε στην Αλσατία, σπούδασε φιλοσοφία, δημιουργική γραφή και καλές τέχνες, κι εργάζεται ως ηθοποιός και σκηνοθέτης θεάτρου. Το «Αυτοί που ανήκουν στη μέρα» είναι το πρώτο της βιβλίο και γράφτηκε στα γαλλικά. Έχει τιμηθεί με τα βραβεία Prix Francoise Sagan, Prix Robert Walser kai Prix de l’ Academie Rhenane.

Σ’ αυτό το μυθιστόρημα των 148 σελίδων με την εντελώς ιδιόμορφη γραφή η Emma Doude van Troostwijk  καταφέρνει να μιλήσει για πολύ δύσκολα και επώδυνα θέματα, όπως  είναι το Αλτσχάϊμερ ή το φαινόμενο Burn out, μάστιγες της σύγχρονης ζωής, για τις οικογένειες που τα βιώνουν με έναν τρόπο τόσο «λοξά» αισιόδοξο και παράδοξο που μας ταρακουνά και μας βγάζει από τη συνηθισμένη προβληματική των γεγονότων που συνήθως κλονίζουν τους δεσμούς. Έτσι μας προσφέρει την ευκαιρία να αναστοχαστούμε σχετικά με πώς μπορούμε να διαχειριστούμε επώδυνες οικογενειακές καταστάσεις δίνοντας νέο νόημα στις καινούριες ισορροπίες που θα προκύψουν και εντέλει μας δείχνει  πώς θα επιβιώσουμε αντιμετωπίζοντάς τες.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η αφηγήτρια (της οποίας τα στοιχεία δεν μαθαίνουμε ποτέ) επιστρέφει στο πατρικό της σπίτι στη γαλλική ύπαιθρο σχεδόν μετά από έναν χρόνο. Το σπίτι της είναι το Πρεσβυτέριο, όπου ζουν οι παππούδες της, οι γονείς της και ο αδελφός της. Όλοι είναι Ολλανδοί, μετανάστες στη Γαλλία και πάστορες από γενιά σε γενιά. Ο παππούς της Opa πάσχει από Αλτσχάϊμερ. Αναγνωρίζει μονάχα καμιά φορά τους αγαπημένους του και δεν ξέρει να κουρντίσει το ρολόι Comtoise που μετρά τις ώρες εδώ και πενήντα χρόνια. Ο πατέρας της πάσχει από Burn out φαινόμενο (μια σοβαρή κατάσταση φυσικής, ψυχολογικής και συναισθηματικής εξάντλησης που συνήθως προκαλείται από την υπερβολική φόρτιση και τη διαρκή έκθεση σε υψηλά επίπεδα στρες στον εργασιακό χώρο).  Ήδη αρχίζει κι αυτός να ξεχνάει. Βάζει αυτοκόλλητα, πράσινα για τα γεγονότα της επόμενης εβδομάδας, κίτρινα για τα γεγονότα της περασμένης εβδομάδας και πορτοκαλί για τις σημαντικές ημερομηνίες. Και οι δυο τους υπήρξαν πάστορες, χάνουν τη μνήμη τους, σαν να τους την έχει στερήσει η ίδια τους η ιδιότητα. Αυτός ενδεχομένως να είναι και ο προβληματισμός του Νικόλα, του αδελφού της αφηγήτριας, μαθητευόμενου πάστορα, που πρόκειται πολύ σύντομα να αναλάβει κι επισήμως τα καθήκοντά του. Ο ίδιος όμως διστάζει και προβληματίζεται «νιώθω ότι θέλω να κάνω μια δουλειά που δεν υπάρχει πια»  ή «εμείς δεν πιστεύουμε πια στο θεό, νομίζεις πως με όλα όσα συμβαίνουν ο Θεός εξακολουθεί να πιστεύει σε μας;»

Η ιδιαιτερότητα του θέματος είναι ενδιαφέρουσα γιατί πρόκειται για έναν κοινωνικό περίγυρο άγνωστο στη λογοτεχνία. Και ο τρόπος που το αναπτύσσει η συγγραφέας είναι εξαιρετικά ενδιαφέρων. Χρησιμοποιεί μια απλή και μαζεμένη γραφή. Στιγμιότυπα της καθημερινότητας της οικογένειας, σκηνές που διαδέχονται η μια την άλλη σαν κομμάτια ζωής που καταγράφονται από μια κάμερα, χωρίς σχολιασμό και ανάλυση, μόλις συμβούν πριν χαθούν στη ροή του χρόνου. Το «βλέμμα» της αφηγήτριας συχνά συλλαμβάνει τα υπόλοιπα πρόσωπα από μια μισάνοιχτη πόρτα, σαν να τους «καδράρει» για να τους φωτογραφήσει νοερά. Πολλές φορές υπάρχουν πολύ λεπτομερειακές και κοντινές μικροπεριγραφές ( π.χ ένα έντομο, μια σταγόνα καφέ πάνω στο δάκτυλο) που, ενώ είναι πολύ σύντομες, υποδηλώνουν την αγωνία της αφηγήτριας να συλλέξει όσο πιο πολλές αναμνήσεις μπορεί, αφού αναμετράται σε μια άνιση και πυρετώδη μάχη με τον χρόνο και την απειλητική έλευση της παραγραφής της οικογενειακής μνήμης. Οι χώροι είναι κι αυτοί μινιμαλιστικοί, τα δωμάτια ενός πρεσβυτερίου, ο κήπος, ο ναός, το ποτάμι, όλοι γίνονται οι χώροι σύγκρουσης της οικογένειας. Κι όλοι δημιουργούν μια ατμόσφαιρα τόσο δυνατή όσο και παράξενη που καμιά φορά υπερισχύει της ιστορίας. Αλλά και η εσωτερική οργάνωση της ιστορίας από την Emma Doude van Troostwijk διπλασιάζει το νόημα. Σελίδες- στιγμιότυπα που σπάνια ξεπερνούν τις δυο, αλλού μόνο μια παράγραφος κι αλλού μόνο μια πρόταση, σύντομα θραύσματα διατεταγμένα το ένα μετά το άλλο σε έναν κύκλο γύρω από ένα αφηρημένο και τρομακτικό κέντρο που πουθενά δεν καταγράφεται. Και το συναίσθημα διαπερνά μια λεπτομέρεια κάθε φορά, όμως την άλλη στιγμή εγκαταλείπεται αμέσως, σαν να μετράει για την αφηγήτρια μόνο η συλλογή αυτών των στιγμών της πραγματικότητας στην οξεία συνείδηση ενός επικείμενου τέλους. Πρόκειται για μια λογοτεχνία των μικρών προτάσεων, μιας μικρής ασθμαίνουσας ανάσας που τρέχει από δω κι από κει για να προλάβει να συγκεντρώσει τις αναμνήσεις μιας οικογενειακής πραγματικότητας που πολύ σύντομα θα πάψει να υπάρχει τουλάχιστον έτσι όπως τη γνώριζαν τα μέλη της.

Ενδιαφέρον επίσης για το μυθιστόρημα είναι και το θέμα που τίθεται με το δίλημμα του Νικόλα, να ασκήσει το επάγγελμα των προγόνων ( άρα και να συνεχίσει την κληρονομιά τους) ή να κάνει ένα νέο βήμα στη ζωή του; Η ιστορία του Νικόλα μας προβληματίζει σχετικά με τον τρόπο που βρίσκουμε τη θέση μας στον κόσμο, ειδικά όταν είμαστε πάντα ο περίεργος, ο «παρείσακτος»  ή ο διαφορετικός.

Τέλος, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η χρήση της γλώσσας από την Emma Doude van Troostwijk, το κορίτσι με το δύσκολο όνομα να το αρθρώσεις ακόμα και στα γαλλικά, γιατί προέρχεται από άλλη χώρα. Αυτό το χάσμα των δυο γλωσσών, ο τρόπος που αμφισβητείται η γλώσσα ιδίως μέσω της διγλωσσίας, το ζήτημα της μνήμης των λέξεων όταν μιλάμε δυο γλώσσες, ο τρόπος μετάδοσής τους και μεταμόρφωσής τους είναι επίσης μερικά από τα θέματα που απασχολούν τη συγγραφέα. Κι αυτό αναδεικνύεται και στην αφήγηση που διακόπτεται από ιντερμέδια: κάθε φορά υπάρχουν τρεις σύντομες φράσεις στη σελίδα, μια έτοιμη γαλλική φράση που ακολουθείται από την κυριολεκτική μετάφραση της αντίστοιχης ολλανδικής και τέλος η ίδια έκφραση γραμμένη στην ολλανδική γλώσσα.  Εξάλλου και ο ίδιος ο τίτλος του μυθιστορήματος το αποδεικνύει «Στα γαλλικά λέμε ότι κρέμονται από μια κλωστή. Στα ολλανδικά ότι ανήκουν στη μέρα. Het zijn mensen van de dag»

Εν κατακλείδι, το μυθιστόρημα της την Emma Doude van Troostwijk είναι ένα σπουδαίο κείμενο για την υποστήριξη, για τη  μεταμόρφωση, για την κατάσταση εγρήγορσης και την απώλεια. Η αφηγήτρια θέλει να αγνοήσει τη λύπη  και τη μελαγχολία και μέσα στο ναυάγιο θέλει να κρατήσει μόνο τις ευτυχισμένες στιγμές, τη χαρά και τη στοργή φιμώνοντας τον πόνο για να δει μόνο το καλό. Είναι ένα κείμενο συγκινητικό και φωτεινό, που δείχνει πως γερό θεμέλιο αποτελεί μόνο η αγάπη των λατρεμένων προσώπων. Για αρκετά από τα πρόσωπα στο μυθιστόρημα η νύχτα πλησιάζει, αλλά μέχρι να έρθει η μέρα είναι δική τους.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.