Σπυρος Κιοσσες, «Ο συγγραφεας σκηνοθετει ενα μυθιστορημα δρασης με γενναιες δοσεις σασπενς και αναπαντεχες ανατροπες»
Ο Χρήστος Χαρτοματσίδης έχει δοκιμάσει και έχει δοκιμαστεί με επιτυχία σε πολλά κειμενικά είδη: διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα, ποίηση, θεατρικό έργο. Έχω την αίσθηση ότι η ειδολογική του περιδιάβαση στους ποικίλους αυτούς τόπους και τρόπους γραφής έχει αφήσει ευδιάκριτα τα ίχνη της στα έργα του και κυρίως συνέβαλε στην ευκολία του να ελίσσεται με άνεση σε διάφορα υφολογικά επίπεδα, προσφέροντας μια πλούσια λογοτεχνική εμπειρία με παρατεταμένη αναγνωστική επίγευση.
Στο πρόσφατο έργο του με τον αινιγματικό τίτλο «Ρίο Γκράντε» (το όνομα του ποταμού που χωρίζει τις ΗΠΑ από το Μεξικό), ο συγγραφέας σκηνοθετεί ένα μυθιστόρημα δράσης με γενναίες δόσεις σασπένς και αναπάντεχες ανατροπές, με καταβυθίσεις στον ψυχισμό των χαρακτήρων του και, ταυτόχρονα, με οξυδερκείς κοινωνικές παρατηρήσεις, οι οποίες συνιστούν μια κίνηση λογοτεχνικής ψυχογράφησης μιας ολόκληρης τάξης: αυτής των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων, με ειδικότερες χωροχρονικές συντεταγμένες τις εργατικές συνοικίες της συμπρωτεύουσας τις δεκαετίες του ’80 και του ’90.
Το σκηνικό της ιστορίας παρέχει το αστικό τοπίο στους δυτικούς δήμους της Θεσσαλονίκης, με επίκεντρο τους Αμπελόκηπους, με τις παλιές πολυκατοικίες, τα πάρκα, τα ουζερί και τα κέντρα διασκέδασης, όπως το «Κοπακαμπάνα» (ως μία λέξη) ή το (όχι και τόσο οικογενειακής ψυχαγωγίας) «Οι Γατούλες». Οι χαρακτήρες, πρώην συμμαθητές οι περισσότεροι, έχουν χαράξει φαινομενικά παράλληλους δρόμους, οι οποίοι, όμως, σε κρίσιμες στιγμές τέμνονται μεταξύ τους, οδηγώντας σε απρόσμενες συγκρούσεις και αναθεωρήσεις τής μέχρι τότε τροχιάς τους. Η πλοκή του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται σε πενήντα έξι σύντομες σκηνές ή πλάνα, με έντονη παραστατικότητα· σαν να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια του αναγνώστη μια καταιγιστική ταινία δράσης –σε πόστερ παλιάς αμερικάνικης ταινίας, εξάλλου, παραπέμπει και το καλαίσθητο εξώφυλλο του βιβλίου. Ή μάλλον, σα να παρακολουθεί το σίκουελ μιας κινηματογραφικής ταινίας, καθώς το «Ρίο Γκράντε» αποτελεί τη συνέχεια μιας ιστορίας που ξεκίνησε να αφηγείται ο συγγραφέας στο μυθιστόρημά του «Είναι κάπου αλλού η γιορτή» (εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2011), χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν στέκεται και αυτοτελώς, με τις αναδρομές να συμπληρώνουν το απαραίτητο υπόβαθρο των πρωταγωνιστών και των περιπετειών τους.
Οι χαρακτήρες του Χαρτοματσίδη έχουν στο μεταξύ μεγαλώσει δεκατρία έτη πραγματικού και είκοσι μυθοπλαστικού χρόνου, έχοντας υποστεί τις συνέπειες των επιλογών ή των επιβολών τους, που άφησαν βαθιά χαραγμένο το αποτύπωμά τους ένδον και έξω τους. Ο Βασιλάκης ή Μπίλης, που έχει διαπράξει στο παρελθόν ληστεία σε ζαχαροπλαστείο, έκτισε την ποινή του και είναι πλέον παντρεμένος με την παλιά συμμαθήτριά του, Ανθούλα, που τον είχε στηρίξει στα δύσκολα χρόνια του εγκλεισμού και της επανένταξης. Έχουν αποκτήσει δύο παιδιά και εργάζονται ο μεν ως ιδιοκτήτης ουζερί – μπαρ και η δε ως θεολόγος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Είκοσι χρόνια μετά, ωστόσο, έρχεται απρόσκλητο να επισκεφτεί τον Μπίλη το παρελθόν του, με το αποκρουστικό πρόσωπο του νταή και διεφθαρμένου μπάτσου Δάκου Τζιγέρη, που του πουλάει προστασία. Το παρελθόν, ωστόσο, φαίνεται να έχει τουλάχιστον δύο πρόσωπα για τον Μπίλη. Το δεύτερο φέρει το όνομα και τις καλλίγραμμες γάμπες της Βάσιας, με την οποία συνδεόταν ερωτικά στις παραβατικές, πλην «ένδοξες» και «ηρωικές», ημέρες του. Και κάπως έτσι αρχίζει να περιπλέκεται η ιστορία –αν και η άκρη του νήματος της περιπλοκής ανάγεται χρόνια πριν, καθιστώντας την αρχική κατάσταση των χαρακτήρων μια φαινομενική μόνο νηνεμία.
Οι χαρακτήρες του Χαρτοματσίδη κινούνται στο πεδίο της ρεαλιστικής αποτύπωσης, ίσως έναν τόνο τσιμπημένοι προς την πλευρά της υπερβολής στον λόγο και στη συμπεριφορά τους –μια μεγέθυνση που επιβάλλει μάλλον η αίσθηση δραματικότητας που (επιχειρούν να) μεταδίδουν, καθώς και η θεατρική ή κινηματογραφική αύρα που αποπνέουν (σε μερικά σημεία ο αναγνώστης νιώθει ότι οι ήρωες παίζουν σε δραματικό σίριαλ της εποχής του ’80 ή του ’90 –και, κυρίως, ότι το αντιλαμβάνονται κι οι ίδιοι). Το βασικό, όμως, στοιχείο που αναδύεται στην αξεδιάλυτη σχέση ανάμεσα στη διαγραφή των ηρώων και στις δοσοληψίες τους με τον μυθοπλαστικό κόσμο που εγκατοικούν είναι αυτό της μεταιχμιακότητας.
Ο Μπίλης αναδύεται ως κάτι ανάμεσα σε μικροαπατεώνα, wannabe εγκληματία πρωτοσέλιδων και ήρωα των λαϊκών συνοικιών –ένας working class hero, κατά τους στίχους του τραγουδιού του Lennon, στην προμετωπίδα του βιβλίου. Ακόμη και η ληστεία που διέπραξε στο ζαχαροπλαστείο του Πιτ Καλαβάθη έχει έναν αισθητό τόνο ιλαρότητας:
«Ναι, ρε, το είχε το παρελθόν του ο Μπίλης, τότε που για μια βλακεία τον είχαν χώσει μέσα. Είκοσι χρονάκια πριν, όταν ντυμένος Αϊ-Βασίλης είχε μπουκάρει στο ζαχαροπλαστείο του Πιτ Καλαβάθη. Με το πιστόλι, το αεροβόλο, διέλυσε μια τούρτα και πετάχτηκαν σαν μυαλά οι σαντιγές και κύλησε αργά το κερασάκι. Μετά σημάδεψε κάποιο λικέρ, που τρέχαν τα σιρόπια του παχύρρευστα, γαλάζια, σωστές μύξες αγγέλων, γιατί ήταν κι άγιες μέρες, που να πάρει, κι έκανε ψοφόκρυο, κι ακόμα και τα αγγελούδια που ψέλνανε στα ουράνια θα ήτανε συναχωμένα.» (σ. 14).
Η Ανθούλα εξίσου μεταιχμιακή: ξεκινά από τυπικό κορίτσι του κατηχητικού, ενοχική, έτοιμη να θυσιαστεί για τους άλλους, έστω αυτόκλητα και δονκιχωτικά, και υπομένει αγόγγυστα ταπεινώσεις και ταλαιπωρίες. Εξελίσσεται, όμως, σε γυναίκα δυναμική, ερωτεύσιμη, με τσαγανό, έχοντας «υποκύψει» στις σεξουαλικές ορέξεις και φαντασιώσεις του Μπίλη, «κυλιέται στον βούρκο» εξαιτίας του συζύγου της, όπως το εκλογικεύει, χωρίς βεβαίως και να προβάλλει ιδιαίτερες αντιστάσεις. Μάλλον, όμως, δεν πρόκειται για οριστική και αμετάκλητη μεταμόρφωση, καθώς το συντηρητικό θρησκευτικό παρελθόν τής καταφέρει ρωγμές και επανακάμπτει βαρύ και ελεγκτικό σε κομβικές στιγμές της ζωής της.
Η Βάσια τραγουδά σε νυχτερινές πίστες αμφιβόλου καλλιτεχνικής ποιότητας, παρά τις φωνητικές της δυνατότητες. Ωστόσο, κυκλοφορεί ένα Cd με τραγούδια του Θεοδωράκη, του Χατζιδάκι, του Ξαρχάκου και του Λοΐζου, ενώ δεν κρύβει τη φιλοδοξία της να ερμηνεύσει πολιτικό τραγούδι (άλλωστε δηλώνει αριστερή, κι ας μην της φαίνεται, όπως προσθέτει). Άλλοτε ωμά προκλητική και πολυερωτική, κι άλλοτε μαγειρεύει σαν παραδοσιακή νοικοκυρά της δεκαετίας του ’60 ή κυκλοφορεί ντυμένη με συνολάκια, καπέλα και χολιγουντιανό ύφος.
«Η επιθυμία και η πραγματικότητα καθίσταται κεντρικό δίπολο στο μυθιστόρημα»
Η μεταιχμιακότητα των ηρώων φωτίζεται ακόμη περισσότερο από τη διακειμενική σύνδεσή τους με άλλους ήρωες τόσο κινηματογραφικούς όσο και λογοτεχνικούς. Η Βάσια περιφέρεται στους δρόμους της Αθήνας σαν την Τζόαν Κόλινς στον ρόλο της Αλέξις στο σίριαλ «Δυναστεία», ενώσυγκρίνεται και με τη «Νανά» του Ζολά. Ο Μπίλης και η Ανθούλα παραλληλίζονται με τον Ρασκόλνικοφ και τη Σόνια του Ντοστογιέφσκι ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, κατασκευάζοντας ένα πλαίσιο αναγνωστικών προσδοκιών (ή έστω αποριών): πρόκειται να ακολουθήσει ένα «Έγκλημα και Τιμωρία» αλά ελληνικά, τουλάχιστον ως προς τον ρόλο, τη λειτουργία, τα αδιέξοδα και τα ηθικά διλήμματα των χαρακτήρων; Από τη διακειμενική και διακαλλιτεχνική αυτή παρέλαση κάνουν σύντομα περάσματα και τολστοϊκοί ήρωες, όπως η Άννα Καρένινα, η Νατάσα Ροστόβα, η Μάρια, στίχοι του Καββαδία και του Βάρναλη, ήρωες κινηματογραφικών ταινιών (από τη Θέλμα και τη Λουίζ μέχρι τη Βουγιουκλάκη ως Μαρίνα στις «Διπλοπενιές»), εν είδει «υπόκρουσης» στην πλοκή του μυθιστορήματος.
Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, ότι οι παραπάνω αναφορές δεν τελούνται σε επίπεδο αφηγητή, αλλά σε αυτό των χαρακτήρων: οι ίδιοι οι ήρωες συγκρίνουν τους εαυτούς τους με τους παραπάνω χαρακτήρες από χαρτί ή σελιλόιντ, γεγονός που φέρει, νομίζω, διττό ερμηνευτικό βάρος. Αφενός, στο πλαίσιο μιας έμμεσης πλην αισθητής αυτοαναφοράς, τα υλικά της αφηγηματικής, αξιακής, ιδεολογικής και ειδολογικής δόμησης του κειμένου (λ.χ. το ζήτημα της ηθικής, της δικαιοσύνης, των εξωτερικών κοινωνικοταξικών συνθηκών ως αναπόδραστων διαμορφωτικών παραγόντων και περιορισμού της ατομικής ελευθερίας –και δη ως λογοτεχνικά «θέματα») φωτίζονται ως τμήμα μιας εκτενούς παράδοσης πρωτοτυπικών αφηγήσεων, και ως αντικείμενο πολιτισμικής κωδικοποίησης, εν γένει.
Αφετέρου, η ενσυνείδητη από μέρους των χαρακτήρων συστοίχιση της κατάστασής τους με αυτήν άλλων λογοτεχνικών και κινηματογραφικών χαρακτήρων δεν βαθαίνει μόνο την οντολογική μεθοριακότητά τους αλλά προβάλλει, επίσης, την τραγική τους αγκύλωση ανάμεσα σε αυτό που ήθελαν να κάνουν και να είναι και σε αυτό που τελικά έκαναν και έγιναν. Η επιθυμία και η πραγματικότητα καθίσταται κεντρικό δίπολο στο μυθιστόρημα, όπως αποτυπώνεται αφηγηματικά με την ένθεση δυνητικών κόσμων (λ.χ. στα όνειρα, τις επιθυμίες και τα σχέδια των ηρώων, που καταγράφονται λεπτομερώς στο κείμενο) εντός του βασικού μυθοπλαστικού κορμού –μια εγκιβωτισμένη, τρόπον τινά, δυνητικότητα. Αυτό που λέμε, τι θα γινόταν, αν…
Στα σημεία όπου οι ήρωες αντιλαμβάνονται το αδιέξοδο που βιώνουν, η σκέψη τους προσλαμβάνει ένα φιλοσοφικό βάθος, έστω πρόσκαιρο: «Μα πώς γίνεται να μην ελέγχουμε τίποτα από αυτά που μας αφορούν στη ζωή;» (σ. 183), σκέφτεται ο Μπίλης. Κι αργότερα, αναρωτιέται αν όλοι όσοι αντιστέκονται κάποια στιγμή λυγίζουν και προσκυνάνε. Αν υποτάσσονται και υπογράφουν δηλώσεις μετάνοιας. Πώς άραγε παραμένει κανείς όρθιος, χωρίς δουλικότητα και προσκυνήματα στο σύστημα; Πώς μένει άσπιλος; Και με τι τίμημα;
Κι η Βάσια κατατρύχεται από παρόμοια ερωτήματα, αναστοχαζόμενη τη ζωή και τις επιλογές της:
«Θυμότανε τις δικές της υποχωρήσεις η Βάσια. Όλους τους εξευτελισμούς που τους αποκαλούμε συμβιβασμούς κι όλους που την είχαν χρησιμοποιήσει. Και φούντωνε μέσα της η οργή. Πιο πολύ όμως τα είχε με τον εαυτό της» (σ. 191)·
«Πώς τα κατάφερνα, ρε γαμώτο! Μια ζωή μαλακίες! Γιατί είχε την τόλμη να ομολογήσει μπροστά στον εαυτό της πως δεν το έκανε, ντε και καλά, μόνο για την επιβίωση. Τη φιγούρα της ήθελε να κάνει. Να παριστάνει την ωραία, την καλλιτέχνιδα, την πετυχημένη, μα τώρα αυτό της φαινόταν απίστευτα χαζό και ρηχό. Και είχε αυτοτιμωρηθεί με αυστηρή ποινή· τέρμα πια οι επιπολαιότητες, η έπαρση κι οι επώδυνες αναλύσεις του πολύπλοκου εαυτού της» (σ. 192).
«Το μυθιστόρημα του Χαρτοματσίδη οικοδομείται σε ένα υβριδικό πεδίο όπου συμφύρονται η αστυνομική, η ερωτική αλλά και η κοινωνική πλοκή»
Η μεταιχμιακότητα των ηρώων αντανακλάται αναπόφευκτα και σε ειδολογικό επίπεδο. Το μυθιστόρημα του Χαρτοματσίδη οικοδομείται σε ένα υβριδικό πεδίο όπου συμφύρονται η αστυνομική, η ερωτική αλλά και η κοινωνική πλοκή, από τις οποίες, όμως, ταυτόχρονα ο Χαρτοματσίδης αποστασιοποιείται. Αντίστοιχα, σχοινοβατεί υφολογικά μεταξύ του ανάλαφρου και του σοβαρού, ακόμη και του λυρικού. Δεν πρόκειται, νομίζω, για περίπτωση απλής παρωδίας αστυνομικών, ερωτικών ή και κοινωνικών μυθιστορημάτων. Ο Χαρτοματσίδης σχολιάζει κριτικά τόσο τις κοινωνικές νόρμες και τα στερεότυπα (συνεπτυγμένα στο συνθηματικό «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια»), την υποκρισία και τα αδιέξοδα στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, όσο και τις ειδολογικές συμβάσεις της αφηγηματικής αποτύπωσής τους στις γνωστές και συχνοπερπατημένες ατραπούς της λεγόμενης φορμουλαϊκής μυθοπλασίας. Η αποδομητική αυτή πράξη, ωστόσο, τελείται υποδόρια, όχι απλά επιτρέποντας, αλλά προσελκύοντας από τις πρώτες λέξεις τον αναγνώστη να απολαύσει τη γεμάτη ανατροπές και σασπένς συνέχεια του σφριγηλού αφηγηματικού δέρματος.
Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του κειμένου (κι εγώ αυτήν των παρατηρήσεών μου), ο αποδέκτης νιώθει ότι έχει διαγράψει στις σελίδες που προηγήθηκαν μια παλινδρομική αξιακή κίνηση ανάλογη με αυτή των χαρακτήρων: ανάμεσα στο καλό και στο κακό, στην ηθική και στη διαφθορά, σε αρχές και σε συμβιβασμούς· στο λευκό και στο μαύρο του μητρώου της ζωής. Και μάλλον εκεί, στο γκρίζο «ανάμεσό τους», στο σπουδαιογέλοιον της καθημερινότητας, είναι που παλεύει να επιβιώσει ο άνθρωπος, οραματιζόμενος κάποτε να διαβεί Ρουβίκωνες ή Ρίο Γκράντε.
*Ο Σπύρος Κιοσσές είναι Αναπληρωτής Καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και συγγραφέας. Το παρόν κείμενό του εκφωνήθηκε στην εκδήλωση παρουσίασης του μυθιστορήματος του Χρήστου Χαρτοματσίδη, «Ρίο Γκράντε» (Μεταίχμιο, Αθήνα 2024), που διοργάνωσε η Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής, στο πλαίσιο των δράσεων που υλοποιούνται με την ΚΟΙΝΣΕΠ «Κομοτηνή εν Δράσει», το Δημοκρίτειο Βιβλιοχαρτοπωλείο και οι εκδόσεις Μεταίχμιο, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κομοτηνής, την Τετάρτη 30 Οκτωβρίου. Οι μεσότιτλοι προστέθηκαν για διευκόλυνση στην ανάγνωση.
Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το ρεπορτάζ της εκδήλωσης εδώ
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
