«Ὁ Γιαννης Μενεσιδης ζωγραφιζει τὴν “καλλοποιὸν εὐπρεπειαν” τοῦ Θεανθρωπου»

Παρουσίαση τοῦ βιβλίου τοῦ Γιάννη Μενεσίδη, «Εἰκονογραφικὸ Συναξάρι», ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2023

Ὁ καταγόμενος ἀπὸ τὴ Δράμα, ὁ ἰατρὸς Γιάννης Μενεσίδης ἐργάστηκε γιὰ πολλὰ χρόνια ὡς πνευμονολόγος στὸ Νοσοκομεῖο τῆς Ξάνθης, προσφέροντας ζωή, προσφέροντας τὴ δυνατότητα σὲ πολλοὺς συμπολίτες μας νὰ ἀναπνέουν αὐτὸ τὸ ζωογόνο ἀέριο, τὸ ὀξυγόνο, τὸ ἀπολύτως ἀπαραίτητο γιὰ τὴ συνέχιση τῆς ζωῆς.

Παράλληλα μὲ αὐτὴ τὴ ζωογόνο διακονία του, ὁ Γιάννης Μενεσίδης ἀγάπησε τὰ πράγματα, ἀγάπησε τὰ κτίσματα, μὰ δὲν τὰ λάτρεψε. Ἀγάπησε καὶ λάτρεψε τὸν Ζωοδότη Χριστό, τὸν σαρκωθέντα Λόγο τοῦ Θεοῦ, «τὸν τὰ σύμπαντα καλλωπίσαντα». Αὐτὴ ἡ σχέση του μὲ τὰ πράγματα ἀποτυπώθηκε καὶ σὲ μιὰ ἄλλη ἐνασχόληση, τὴ ζωγραφική, μιὰ διακονία στὴ γραμμὴ καὶ στὸ χρῶμα.

Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὰ πράγματα εἶναι στενὰ συνδεδεμένη μὲ τὴν αἴσθηση τοῦ κάλλους, τοῦ κάλλους ποὺ σώζει τὸν κόσμο, ἔτσι ὅπως ὁ πολιὸς Γέροντας, ὁ Ἀρχιμανδρίτης π. Βασίλειος, ὁ προηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τῶν Ἰβήρων, τῆς μεγάλης αὐτῆς μονῆς στὴ βόρεια πλευρὰ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, παράφρασε τὸν Ντοσκογιέφσκυ καὶ τὸ ἔθεσε ὡς τίτλο τοῦ κομψοῦ τομιδίου του: «Τὸ κάλλος θὰ σώση τὸν κόσμο». «Ὁτιδήποτε ἔχει ταπείνωση εἶναι θεϊκὰ ὡραῖο» (Ἀββᾶς Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος), ποὺ ἐκδόθηκε ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἰβήρων τὸ 2005 στὴ Θεσσαλονίκη.

Καὶ πράγματι τὸ κάλλος σώζει τὸν κόσμο, γιατὶ τὸ κάλλος εἶναι ἡ οὐσία τῆς Κτίσης, τῆς Δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, γιατὶ ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι ἀγάπη καὶ κάλλος δημιούργησε τὸν κόσμο «καλὸν λίαν». Καὶ τὸ κάλλος εἶναι σωστικό, γιατὶ τὸ ὄντως «ὡραῖον» μᾶς ὁδηγεῖ στὴν προπτωτικὴ κατάσταση, τὸ κάλλος μᾶς ὠθεῖ νὰ ἀπεκδυθοῦμε τοὺς «δερμάτινους χιτῶνες» καὶ νὰ ἐνδυθοῦμε τὸ θαβώρειο φῶς, τὸ φῶς τῆς Ἀνάστασης, τὸ ἀνέσπερο καὶ ζωοποιὸ φῶς τῆς σωτηρίας μας. Ἄλλωστε, τὴν ὡραιότητα τῆς Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας δὲν ψάλλουμε τὴν περίοδο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς; Γιατὶ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τὸ κάλλος, ὅπως γράφει ὁ Γέροντας Βασίλειος ὁ Ἰβηρίτης, «δὲν εἶναι ἁπλῶς θέαμα ἐξωτερικὸ καὶ πρόσκαιρο ἢ αἰσθητικὸ κατηγόρημα, ἀλλὰ δύναμη ποὺ σώζει τὸν κόσμο». Ὅμως τὸ θεῖον κάλλος δὲν σώζει μαγικά, ἀλλὰ ὁ ἄθρωπος σώζεται μὲ τὸ νὰ γίνει ὁ ἴδιος καλλιτέχνης, πηγὴ κάλλους καὶ σωτηρίας.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Νίκος Γαβριὴλ Πεντζίκης, ὁ συνειδητὰ συλλέκτης πραγμάτων, ἔμαθε στὸν μαθητή του Γιάννη Μενεσίδη νὰ ἀγαπᾶ τὰ πράγματα. Αὐτὴν τὴν ἀγάπη γιὰ τὰ πράγματα μετέδωσε ὁ Πεντζίκης καὶ σὲ ὅλους ἐμᾶς, ποὺ ἄλλοι περισσότερο καὶ ἄλλοι λιγότερο, βρεθήκαμε κοντά του, κοντὰ στὸν ἄνθρωπο καὶ κοντὰ στὰ γραπτά του. Γιατὶ ὁ Πεντζίκης μᾶς ἔμαθε ὅτι τὰ πράγματα εἶναι πραγματικότητες, εἶναι τὰ ὄντως ὄντα, πράγματι ὑπάρχουν, εἶναι ἐνέργειες τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ. Καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὰ πράγματα θὰ μᾶς σώσουν καὶ ὄχι οἱ ἰδέες καὶ οἱ θεωρίες.

Ὁ Πεντζίκης ἀγαποῦσε τὰ πράγματα καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ συνέλλεγε μὲ ἰδιαίτερη ἐπιμέλεια ἀντικείμενα, κυρίως ὅμως γνώριζε τὴ φύση, γνώριζε μὲ λεπτομέρειες τὴ Δημιουργία τοῦ Θεοῦ, γνώριζε πολὺ καλὰ τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Πεντζίκης μᾶς ἔμαθε νὰ ἀγαπᾶμε τὰ πράγματα καὶ τὴ ζωή, τὴν ὄντως ζωή. Νὰ ἀγαπᾶμε καὶ νὰ ζοῦμε λατρευτικὰ τὰ γεγονότα, γιατὶ ἡ πίστη μας εἶναι γεγονὸς καὶ βίωμα. Ὅπως λέει καὶ ὁ Γέροντας Βασίλειος, ἡ μυσταγωγία τοῦ μυστηρίου τῆς πίστεως συνεχίζει τὴν διὰ τῶν πραγμάτων διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι μιὰ ἰδέα, δὲν εἶναι θεωρία, ἀλλὰ εἶναι ἕνα πραγματικὸ γεγονός.

«Ὁ Γ. Μενεσίδης ξεκίνησε μὲ τὴν ψηφαρίθμηση, συνέχισε μὲ τὰ κραγιόνια καὶ τὴν τέμπερα, ἐνῶ τελευταῖα ἐπιδίδεται μὲ ἐπιτυχία στὴν τετραχρωμία»**

Θεωρῶ ὅτι αὐτὲς οἱ εἰσαγωγικὲς σκέψεις εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ κατανοήσουμε τὸ καλλιτεχνικὸ ἔργο τοῦ ἰατροῦ καὶ ζωγράφου Γιάννη Μενεσίδη. Γιατὶ ὁ Μενεσίδης μαθήτευσε κοντὰ στὸν Πεντζίκη. Ἐπηρεάστηκε στὴ ζωὴ καὶ στὸ ἔργο του ἀπὸ τὸν δάσκαλό του, ὡστόσο, ὡς ἕνας καλὸς μαθητὴς δὲν τὸν μιμήθηκε, ἀλλὰ προχώρησε καλλιτεχνικὰ καὶ ἔδωσε τὴ δική του σφραγίδα στὰ ἔργα του, τόσο θεματολογικὰ ὅσο καὶ τεχνοτροπικά. Ὁ Γιάννης Μενεσίδης ξεκίνησε μὲ τὴν ψηφαρίθμηση, χρησιμοποιώντας κυρίως τὴ σινικὴ μελάνη, συνέχισε μὲ τὰ κραγιόνια καὶ τὴν τέμπερα, ἐνῶ τελευταῖα ἐπιδίδεται μὲ ἐπιτυχία στὴν τετραχρωμία (κόκκινο, ὤχρα, ἄσπρο καὶ μαῦρο). Ζωγραφίζει μὲ ἀφοσίωση καὶ ὑπομονὴ τὴ λεπτομέρεια, οἱ γραμμές του εἶναι πυκνές, ἀρχικὰ χαμηλότονες, ἀργότερα μὲ ἔνταση καὶ σιγουριά. Ὁ Γιάννης Μενεσίδης συλλέγει ἐντυπωσιακὰ πολύχρωμα πετρώματα ἀλλὰ καὶ κοχύλια, ποὺ κρύβουν μέσα τους τὸ θεῖον. Τὸν ἑλκύει καὶ τὸν ἐντυπωσιάζει τὸ κάλλος τῆς μορφῆς τους, τὰ χρώματα καὶ τὰ σχήματά τους, γιατὶ βλέπει σ’ αὐτὰ τὸ κάλλος τῆς Δημιουργίας. Τὸν γοητεύουν τὰ μικρὰ καὶ ἄσημα φυτά, ποὺ σήμερα λίγοι γνωρίζουν τὶς θεραπευτικές τους ἰδιότητες. Διαβλέπει στὰ ταπεινὰ αὐτὰ φυτά, ἀλλὰ καὶ στὶς γέρικες ἐλιὲς καὶ στοὺς θαλεροὺς πλατάνους τὸ κάλλος τῆς Δημιουργίας. Δὲν παραλείπει στὰ ἔργα του ποὺ δημοσιεύει στὸ «Εἰκονογραφικὸ Συναξάρι» νὰ ἀποδώσει τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ θάλασσα, τὰ βουνὰ καὶ τὰ δένδρα, τὰ ἐξωκκλήσια καὶ τοὺς μεγαλοπρεπεῖς ναούς, τὰ καραβάκια μὲ τὰ ἱστία τους, καθὼς καὶ τοὺς ἀνθρώπους σὲ στάση προσκυνητική, προσευχητική.

Οὐσιαστικὰ ἡ θεματολογία του εἶναι μία: καταγράφει τὴ λατρευτικὴ ζωή, καταγράφει τὸ βίωμά του ὡς πιστὸ μέλος τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Καταγράφει τὰ κτήρια, τοὺς ναούς, τὰ λατρευτικὰ γεγονότα, τὶς λιτανεῖες καὶ τὶς πανηγύρεις, τὶς μορφὲς τῶν ἁγίων καὶ τὰ γεγονότα ἀπὸ τὴν ἱερὰ ἱστορία. Ἐπιχειρεῖ νὰ προσεγγίσει βιωματικὰ τὸ μυστήριο, τὴ μυσταγωγία τῆς λατρευτικῆς ζωῆς καὶ τῆς πίστης ποὺ καλεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν σώζει. Ἐπιχειρεῖ μὲ ταπείνωση καὶ μὲ ἐπίγνωση τῆς ἀνθρώπινης ἀνεπάρκειάς του νὰ γίνει καὶ ὁ ἴδιος «τεχνίτης τοῦ κάλλους», καλλιτέχνης δηλαδή, νὰ ὑπάρξει μέσα του ἡ δοξολόγηση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἡ μετοχὴ στὴν εὐχαριστία.

Ὁ Γιάννης Μενεσίδης μὲ τὸ νέο του αὐτὸ βιβλίο, τὸ «Εἰκονογραφικὸ Συναξάρι», ποὺ τυπώθηκε ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις «Ἁρμός», μᾶς παρουσιάζει 78 ἔργα του μὲ μιὰ κοινὴ θεματολογία. Πρόκειται γιὰ μεταγραφὲς λατρευτικῶν εἰκόνων ποὺ ἀποδίδονται σύμφωνα μὲ τὴν ψηφαρίθμηση. Οἱ εἰκόνες αὐτὲς συνοδεύονται ἀπὸ μικρά, λιτὰ κείμενα συναξαριακοῦ καὶ γιατὶ ὄχι βιωματικοῦ, προσευχητικοῦ χαρακτήρα.

Ἔχουν περάσει περισσότερα ἀπὸ 10 χρόνια, ὅταν κάποια μέρα στὶς κατὰ καιροὺς συναντήσεις μας γιὰ νὰ δοῦμε καὶ νὰ σχολιάσουμε τὰ νέα του ἔργα, ἔφερε μαζί του καὶ ὁρισμένες εἰκονογραφικὲς ἀποδόσεις θεμάτων ποὺ φιλοτεχνήθηκαν μὲν σύμφωνα μὲ τὴν ψηφαρίθμηση, ὡστόσο, τὰ ἔργα αὐτὰ ἦταν ἐπηρεασμένα εἰκονογραφικὰ ἀπὸ βυζαντινὰ καὶ μεταβυζαντινὰ πρότυπα, ἐνῶ γιὰ τοὺς νεοφανεῖς ἁγίους χρησιμοποίησε εἰκονιστικὲς ἀποδόσεις συγχρόνων ἁγιογράφων.

«Ζωγραφίζει εἰκονογραφικοὺς τύπους ἔχοντας ὡς πρότυπο παραστάσεις ἀπὸ καλὰ ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς τέχνης τῆς ἐποχῆς τοῦ Βυζαντίου»

Δὲν τὸ κρύβω ὅτι ἡ δουλειά του αὐτὴ μὲ ἐνθουσίασε, γιατὶ θεωρῶ ὅτι πρόκειται γιὰ ἔργα φιλοτεχνημένα μὲ μιὰ δική του προσωπικὴ ἀντίληψη, ἔχουν πρωτοτυπία καλλιτεχνική. Τὰ 78 ἔργα ποὺ δημοσιεύονται στὸ βιβλίο ποὺ παρουσιάζεται εἶναι κυρίως ἐμπνευσμένα ἀπὸ τὸν «Συναξαριστή», τὸ προσευχητικὸ καταφύγιο τοῦ δασκάλου Νίκου Γαβριὴλ Πεντζίκη ἀλλὰ καὶ τοῦ μαθητῆ Γιάννη Μενεσίδη.

Ἡ εἰκονογραφία καὶ ἡ δομὴ τῶν συνθέσεων αὐτῶν εἶναι ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ τέχνη, ἀφοῦ ἡ ἱερὴ μορφὴ ἢ τὸ γεγονὸς τῆς ἱερᾶς ἱστορίας περιβάλλεται ἀπὸ εἰκονογραφικὲς λεπτομέρειες ποὺ ἀναφέρονται στὸν βίο καὶ στὰ μαρτύρια τῶν ἁγίων, δίνοντάς τους λατρευτικὴ διάσταση. Τὸ λατρευτικὸ στοιχεῖο εἶναι ἐμφανὲς στὰ ἔργα αὐτά, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλα του τὰ ἔργα.

Ζωγραφίζει εἰκονογραφικοὺς τύπους ἔχοντας ὡς πρότυπο παραστάσεις ἀπὸ καλὰ ἔργα τῆς ἐκκλησιαστικῆς τέχνης τῆς ἐποχῆς τοῦ Βυζαντίου καὶ τῶν χρόνων μετὰ ἀπὸ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης. Εἰκονογραφικὰ πρότυπά του ἀποτελοῦν τὰ θαυμαστὰ ψηφιδωτὰ τῆς Ραβέννας, τῆς Μονῆς Δαφνίου καὶ τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, καθὼς καὶ οἱ ἀποδόσεις τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ ἄλλων ἱερῶν μορφῶν σὲ φορητὲς εἰκόνες κρητικῶν ζωγράφων τοῦ 16ου καὶ 17ου αἰώνα.

Διαφοροποιεῖται ὁ Γιάννης Μενεσίδης θεματικὰ ἀπὸ τὸν δάσκαλό του τὸν Πεντζίκη. Διαφοροποιεῖται ὅμως καὶ ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ εἰκονογραφικὴ ἀντίληψη εἰκονογραφικὰ καὶ τεχνοτροπικά, γιατί, ἐνῶ στὴ βυζαντινὴ εἰκόνα ὁ χρόνος καὶ ὁ χῶρος καταργεῖται, σύμφωνα μὲ τὴ λατρευτική μας παράδοση, ὁ Μενεσίδης, ἀκριβῶς ἐπειδὴ βρίσκεται μέσα στὴ λατρευτικὴ παράδοση, βλέπει τὰ πράγματα διαφορετικά. Χωρὶς νὰ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη λατρευτικὴ πράξη, ἐντάσσει τὰ γεγονότα καὶ τὶς μορφὲς στὸν χῶρο, σὲ μιὰ τοπικότητα εὐχαριστιακὴ καὶ προσευχητική. Ὁ Γιάννης Μενεσίδης προβάλλει τὰ γεγονότα καὶ τὶς μορφὲς στὸν λειτουργικὸ κύκλο τῆς τοπικῆς ἐκκλησίας, στὴν ἐνορία, χωρὶς στὰ ἔργα του νὰ ἀλλοιώνεται ἡ θεολογικὴ καὶ λατρευτική τους σημασία. Σὲ πολλὰ ἀπὸ τὰ ἔργα του συμπλέκεται τὸ τοπικὸ μὲ τὸ ὑπερτοπικό, τὸ ἄχρονο μὲ τὴν ἱστορικότητα καὶ τὸν ἱστορικὸ χρόνο. Παρουσιάζεται ἡ ἐμπειρικὴ καὶ λατρευτικὴ βίωση τῶν γεγονότων ἀπὸ τὴν τοπικὴ ἐκκλησία, τὴν ἐνορία, ποὺ ἀνακεφαλαιώνει τὴν καθόλου Ἐκκλησία.

Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὰ ἔργα του μεταμορφώνονται σὲ τόπους μνημονικούς, ἀποτελοῦν χώρους μνήμης προσφιλῶν προσώπων. Σὲ μικρῆς κλίμακας εἰκονίδια ζωγραφίζει ὁ Γιάννης Μενεσίδης πρόσωπα ποὺ ἔχουν μετοικοίσει πλέον στὴ θριαμβεύουσα Ἐκκλησία, ἐνῶ σὲ ἄλλα εἰκονίδια ἱστοροῦνται πρόσωπα ζώντα στὴ στρατευομένη Ἐκκλησία. Εἶναι μικρὲς προσευχὲς γιὰ πρόσωπα ποὺ ἔτσι ἢ ἀλλιῶς βρίσκονται κοντά του, καὶ ταυτόχρονα σχετίζονται μὲ τὶς εἰκονιζόμενες ἱερὲς μορφές.

«Ἡ σχέση τοῦ Μενεσίδη μὲ τὸ Βυζάντιο εἶναι μιὰ “κεκρυμμένη χαρά”»

Ἡ πρωτοτυπία τῶν ἔργων αὐτῶν ἐντοπίζεται μὲν στὴν ἀναπαραγωγὴ παγιωμένων ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία εἰκονογραφικῶν τύπων, ὡστόσο ὁ Γιάννης Μενεσίδης ἀναπλάθει τὶς μορφὲς καὶ τὰ σχήματα μὲ μιὰ προσωπικὴ ἀφαιρετικὴ ἱκανότητα, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τὴν τέχνη τοῦ δασκάλου του, ἐνῶ ταυτόχρονα τὸν ἀκολουθεῖ, ἀφοῦ ἐνστερνίζεται τὶς ἀρχὲς τῆς πεντζικικῆς ψηφαρίθμησης, τοποθετώντας ὅμως μὲ προσωπικὸ τρόπο τὰ θέματά του πάνω στὸν καμβὰ τῆς ψηφαρίθμησης. Σ’ αὐτὴ τὴν μὲ ἀντιθέσεις ζωγραφικὴ ἀπόδοση τῶν εἰκόνων ἐντοπίζεται ἡ πρωτοτυπία τῆς δουλειᾶς τοῦ Γιάννη Μενεσίδη. Στὴν πρωτότυπη αὐτὴ εἰκονογραφικὴ καὶ τεχνοτροπικὴ ἀντίληψη ἴσως νὰ βρίσκεται ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα ποὺ εἶχα παλαιότερα θέσει κατὰ πόσο δηλαδὴ ὁ Μενεσίδης εἶναι «Βυζαντινός». Ἡ σχέση τοῦ Μενεσίδη μὲ τὸ Βυζάντιο εἶναι μιὰ «κεκρυμμένη χαρά». Δὲν διαλαλεῖ εἰκαστικὰ τὴ σχέση του μὲ τὴ μεγάλη αὐτὴ πολιτιστικὴ παράδοση τοῦ Γένους μας, ἀλλὰ καὶ δὲν κρύβει τὴ χαρά του ποὺ ζεῖ αὐτὴ τὴν παράδοση εὐχαριστιακὰ καὶ καλλιτεχνικά. Εἶναι μιὰ καλλιτεχνικὴ χαρὰ λατρευτικὰ βιωματικὴ καὶ ἐντέλει εὐχαριστιακή.

Συνοψίζοντας, θεωρῶ ὅτι ὁ Γιάννης Μενεσίδης ζωγραφίζει τὴν «καλλοποιὸν εὐπρέπειαν» τοῦ Θεανθρώπου, τοῦ ἐνανθρωπισθέντος Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ζωγραφίζει τὸ κάλλος τῶν ἀρετῶν τῶν δικαίων, τῶν προφητῶν, τῶν ἁγίων καὶ μᾶς προσκαλεῖ σὲ μιὰ εὐχαριστιακὴ μέθη νηφάλια, ὅπως ἔγραψε παλαιότερα ἕνας ἁγιορείτης ἱερομόναχος, νὰ γίνουμε διὰ τοῦ κάλλους μέτοχοι καὶ κοινωνοὶ τῆς μακαρίας Τριαδικῆς ζωῆς.

*Ὁ Γεώργιος Τσιγάρας εἶναι Καθηγητὴς καὶ Πρόεδρος τοῦ Τμήματος Ἱστορίας καὶ Ἐθνολογίας τοῦ Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης. Τὸ παρὸν ἐκφωνήθηκε στὶς 8 Ἀπριλίου στὴν Ξάνθη καὶ ἀναδημοσιεύεται ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Παρρησία» τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μαρωνείας καὶ Κομοτηνῆς, τχ.420, σ.7-10.

**Οἱ μεσότιτλοι προστέθηκαν ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα γιὰ λόγους διευκόλυνσης τῆς ἀνάγνωσης.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.