Αρετη Ρασσα,*: «Στη δικη μου αναγνωση οι εννοιες της σιωπης και της φωνης ηταν διαρκως παρουσες, με συνεχεις ομως εναλλαγες»

Αφροδίτη Ευαγγελίδου-Τσέτλακα, «Η φωνή της Γης των Κικόνων», εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2023

Σ’ εμένα ανατέθηκε η επιλογή και ανάγνωση αποσπασμάτων του βιβλίου. Να δώσω, δηλαδή, φωνή στη «Φωνή της γης των Κικόνων». Πριν από εμένα, όμως, φωνή απέκτησε η ίδια η συγγραφέας μας με την απόφασή της να δώσει φωνή στη δική της σιωπή ακολουθώντας μια άλλη φωνή… Κι έτσι, πριν το ταξίδι της ηρωίδας, ξεκινά το ταξίδι της συγγραφέως…

«Ήταν τότε που “οι Θεοί ευλογούσαν…”.

Πήρες τα χειρόγραφά μου, Σούλη και τα διάβασες.

Μου είπες: «Μανούλα, να τα εκδώσεις».

Και μετά σιωπή… Ήταν τότε που «οι Θεοί

σιωπούσαν…». Όμως, η φωνή σου ερχόταν κατά

 καιρούς και ψυθίριζε:

«Μανούλα, να τα εκδώσεις».

Ήταν κάτι πολύ δύσκολο. Ένα αλαλούμ

στα χειρόγραφα κι εγώ χαμένη στον κόσμο

της σιωπής. Όμως, η φωνή σου ήταν επιταγή.

Και μένα τα βήματα μου με οδήγησαν

Σε αγαπημένους από παλιά φίλους.

Η Μαντώ, η ηρωίδα μου, πρόσωπο

μυθοπλασίας, αλλά και διαχρονικά υπαρκτό.

Νέα γυναίκα, γεννημένη από τα σπλάχνα

της θρακικής Γης και γαλουχημένη με ένα

όραμα: να είναι η Θράκη μας, η Μεγάλη Γη,

ευλογημένη!

Στη δική μου ανάγνωση οι έννοιες της σιωπής και της φωνής ήταν διαρκώς παρούσες, με συνεχείς εναλλαγές, όπως ακριβώς εναλλάσσονταν ο πηγαιμός και η επιστροφή της Μαντώς στη Θράκη και στο Παρίσι. Η φυγή, ως δράση, υψώνει τη φωνή της ηρωίδας στα χρόνια της οργής απέναντι στο πατροπαράδοτο οικογενειακό αίτημα που της ζητά να μείνει στη Θρακική γη. Η σιωπή, ως επιστροφή, «θεριεύει» την εσωτερική σύγκρουση και την υπαρξιακή αναζήτηση. Όταν η Μαντώ μιλά, δρα… Όταν η Μαντώ σιωπά…, αναζητά.

Η ηρωίδα μας κουβαλά στις πλάτες της από την αρχή του βιβλίου προγόνους ριζωμένους στη γη και στις ιδέες: «κοντά της τους ήθελε τους ανθρώπους της» η μάλε Κωνστάντω…

«Κι εκεί στη Θράκη –τη Μεγάλη Γη- ένα παρακλάδι της γενιάς της ήρθε και φύτρωσε και θέριεψε και ποτίστηκε από το μεγάλο ποτάμι του χρόνου, που έσερνε μαζί του τους τους καημούς και τη νοσταλγία της μάνας, της μάλε Κωνστάντως». (σ.15)

Η προσωπικότητά της, λοιπόν, και οι αποφάσεις της ζωής της, όπως όλων μας, διαμορφώθηκαν από το οικογενειακό και το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο γαλουχήθηκε. Ο χρόνος και ο τόπος με τις αντίστοιχες καταβολές. Η Θράκη, η Στρύμη, οι παραδόσεις, πομάκοι και χριστιανοί, φίλοι, έρωτες, μυστικά, απογοητεύσεις, το Παρίσι, το άνοιγμα του μυαλού, οι σπουδές, οι προσδοκίες του πατέρα, η αποδοχή της μητέρας και πόσα ακόμα συνθέτουν το περίγραμμα της προσωπικής ιστορίας της Μαντώς. Ας τους γνωρίσουμε…

Η ΜΗΤΕΡΑ:

«Στο σπίτι λοιπόν… Μετά από πόσα χρόνια; Δεν θέλω να τα μετρήσω. Αρνούμαι να μετρήσω τα χρόνια της περιπλάνησής μου· κι όχι γιατί δεν ήταν δημιουργικά. Εμπεριείχαν ωστόσο πολλά στάδια: διακυμάνσεις, αναζητήσεις, ανατροπές, εμπειρίες κι ό,τι αυτά συνεπάγονται: πικρίες και απογοητεύσεις, αλλά και ικανοποιήσεις για κερδισμένους αγώνες. Κι όλα μακριά από το σπίτι, μακριά από τις ρίζες μου, αν και κάτι τέτοιο μου φαινόταν αδιανόητο μέχρι κάποια φάση της ζωής μου, γιατί είχα μάθει να ζω κάτω από την προστατευτική σκιά των δικών μου, της μητέρας μου κυρίως. Πολύκλαδη και θαλερή εκείνη είχε απλώσει τους κλώνους της και με κρατούσε αγκαλιά, διαποτίζοντάς με, με τους χυμούς της στοργής της και του πνεύματός της, που λαγαρό, γεμάτο γνώσεις, αποθησαύρισμα μιας συνεχούς καλλιέργειας, ήταν πηγή ακένωτη· να με διδάσκει, να με νουθετεί, να μου προσφέρει ό,τι ζητούσε το πνεύμα μου. Κι όλα αυτά τόσο φυσικά και αβίαστα, που δεν ένιωσα ούτε στιγμή να ασφυκτιώ». (σ.16)

«Γιατί η μανούλα μου η Ερμιόνη ήταν από το πουθενά… “Τη γνώρισε ο Μάξιμος σε κάποιο ταξίδι του για τη Γερμανία μέσα στο αεροπλάνο”, μου είχε πει κάποτε η θεία Ιουλία. “Ήταν ένα παιδί που μεγάλωσε σε κάποια Παιδούπολη τότε, όταν μαινόταν ο Εμφύλιος πόλεμος. Τόπος καταγωγής της ήταν η Κόνιτσα. Σε μια μεγάλη ξαφνική μάχη έχασε τους γονείς της και όλους τους στενούς συγγενείς. Τη σπούδασε το Ίδρυμα και με το πτυχίο της δασκάλας πήγε να δουλέψει στη Γερμανία. Αν ήταν δυνατόν και πιο μακριά. Ένιωθε σαν δεντράκι ξεριζωμένο. Δεν πρόλαβε να ζήσει στη Γερμανία· τη βρήκε ο πατέρας σου, τη γνώρισε, την πήρε, κι αυτή άβουλη, σχεδόν ασυνείδητα, τον ακολούθησε. Γιατί όχι; Μήπως ήξερε ποια ήταν, πού ανήκε ή τι ήθελε από τη ζωή; Ίσως μόνο κάπου ν’ αράξει. Κι ήταν ο Μάξιμος ένα σίγουρο αραξοβόλι. Κούρνιασε στο σπίτι του, στη ζωή του. Μα στην καρδιά του; Άγνωστο… Κι όταν ήρθες εσύ, η κορούλα της, αρπάχτηκε κυριολεκτικά από τη δική σου υπαρξούλα, γαντζώθηκε επάνω

σου, βρίσκοντας επιτέλους ένα σίγουρο σημείο αναφοράς”».

«Κι εγώ όμως πολλές φορές αναρωτιόμουν, γιατί την παντρεύτηκε ο Μάξιμος, αφού ποτέ δεν συναπαντήθηκαν τα δύο εγώ τους. Αν και ήξερα περίπου τον λόγο. Ματαιόδοξος ο πατέρας μου, καμάρωνε για την πανέμορφη γυναίκα του που την περιέφερε στα κοσμικά σαλόνια της πόλης μας σαν κόσμημα, σαν γέρας, σαν κάτι το πολύτιμο μα εύθραυστο· και με το απόμακρο ύφος του σαν να έλεγε στους πάντες: “Θαυμάστε την, μα μην την αγγίζετε”. Αλλά και η πεθερά της, η αλλοπρόσαλλη Ευπραξία, στάθηκε ουσιαστικά ξένη απέναντί της. Ωστόσο, φρόντιζε να τη στολίζει με βαρύτιμα κοσμήματα και να λέει στους πάντες πως η νύφη της προερχόταν από τη Γερμανία, αποκρύπτοντας επιμελώς πως στην ουσία ήταν ένα παιδί που μεγάλωσε σε Ίδρυμα».

«Κι αυτή, η Ερμιόνη με τη σειρά της, παρέμεινε ένα κλειστό πανέμορφο πλάσμα που δεν ήξερε πια τι ήθελε από τη ζωή, που δεν διεκδικούσε τίποτε και που δεχόταν παθητικά ό,τι της προσφερόταν. Έτσι είχε ζήσει, έτσι είχε μάθει». (σ. 76-77)

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ:

«Γιατί πάντα έβρισκε, και δεν το έκρυβε, αφύσικη τη συμπεριφορά μου να μένω κυριολεκτικά δεμένη από την ποδιά της μητέρας μου. Το θεωρούσε έλλειψη δυναμισμού, τόλμης και ανεξαρτησίας, στοιχεία του χαρακτήρα του, που καθώς φαίνεται, δεν κατάφερε να μου κληροδοτήσει. Συχνά μου έλεγε: “Εγώ στα χρόνια σου είχα οργώσει τη μισή Ευρώπη. Το πτυχίο της Νομικής το πήρες, οικονομικό πρόβλημα δεν υπάρχει, ξένες γλώσσες κατέχεις, ένα ντοκτορά σου λείπει και το δικηγορικό μου γραφείο, το καλύτερο της πόλης μας, έτοιμο, σε περιμένει. Εμπρός, λοιπόν, απογειώσου”».

«Τη συζήτηση αυτή την κάναμε στο γραφείο του. Ήταν κάτι που ο ίδιος το θέλησε. “Μακριά από τους υστερισμούς των γυναικών” μου είχε πει. Κι αυτές ήταν η μητέρα μου και η αδελφή του, η θεία Ιουλία που ζούσε μαζί μας, μιας και δεν είχε παντρευτεί και δεν είχε κάνει δική της οικογένεια»

Άκουγα τον πατέρα μου και δεν ένιωθα τίποτε, κανένα συναίσθημα. Όπως άλλωστε κάθε φορά που συζητούσα μαζί του. Όχι πως είχαμε πολλές ιδιαίτερες συζητήσεις. Αλλά και σ’ αυτές τις ελάχιστες δεν ένιωθα τίποτε, μόνον ένα κενό, μια παγωνιά. Γιατί από αυτές τις συζητήσεις είχα την αίσθηση ότι έλειπε το συναίσθημα, η ζεστασιά. Ο πατέρας μου, όποτε μιλούσε σ’ εμάς τους δικούς του ανθρώπους, λες και είχε απέναντί του πελάτες του δικηγορικού του γραφείου. Όλα τα θέματα και τα μικροπροβλήματα της οικογένειας ήταν γι’ αυτόν μικρές ή μεγάλες, ανάλογα με την περίπτωση, δικηγορικές υποθέσεις που ανάγονταν στον Κώδικα Οικογενειακού Δικαίου. Λες και είχε διαποτίσει όλη του την ύπαρξη η Νομική Επιστήμη. Συχνά αναρωτιόμουν: “Άραγε και με τη μητέρα, στις ιδιαίτερες διαπροσωπικές τους σχέσεις, τηρούσε κώδικες της νομικής δεοντολογίας;”. Με τη σκέψη αυτή ήθελα να ξεσπάσω σε γέλια, μα συνάμα και σε κλάματα. Στην προκειμένη περίπτωση λαχταρούσα ο πατέρας να με είχε αντιμετωπίσει διαφορετικά. Να μη μου έλεγε με τόση ευκολία: “Φύγε!”. Όμως αυτός ήταν ο πατέρας μου. Για μένα, ένα βιβλίο ερμητικά κλεισμένο, που δεν είχα καμιά πρόσβαση στο κείμενό του. (σ. 17-18)

«Μαντώ μου, αγαπημένο μου κοριτσάκι,

Μην εκπλαγείς με την προσφώνηση. Έτσι σε προσφωνούσα όταν ήσουν μικρούλα.. Ήσουν το αγαπημένο μου κοριτσάκι, άσχετα αν με τα χρόνια αυτή η σχέση στοργής έγινε πιο τυπική, πιο απόμακρη. Τι έφταιξε; Ο χαρακτήρας μου, ο χαρακτήρας σου που είναι ίδιοι. Απόλυτοι στις απόψεις μας και οι δυο, ανυποχώρητοι, ασυμβίβαστοι. Κρύβαμε ο ένας από τον άλλον τα συναισθήματα αγάπης και τρυφερότητας που νιώθαμε. Εγώ, βλακωδώς, γιατί τα θεωρούσα ένδειξη αδυναμίας κι εσύ γιατί έτσι έμαθες. Δεν είμαι σίγουρος, αν υπήρξα καλός πατέρας. Προσπάθησα με τον δικό μου απόλυτο, ομολογουμένως, τρόπο να σου υποδείξω δρόμους που πιθανόν δεν ήθελες να ακολουθήσεις. Λάθος μου. Ξέρω τελικά ότι θα βρεις κάποια στιγμή τον δρόμο σου. Διαθέτεις δυναμισμό και πείσμα και θα καθυποτάξεις τα λάθη σου, τα πάθη σου που ξέρω –κι ας μην μας το έχεις πει– ότι σε ταλάνισαν στα χρόνια των σπουδών σου στο Παρίσι. Όλοι μας, κάποια στιγμή, πληρώνουμε για τα πάθη μας και τις παρορμήσεις του νου και της ψυχής και γιατί όχι; Και της σάρκας. Ακόμη κι εγώ ο αλάνθαστος και ακέραιος Μάξιμος, ο κριτής των πάντων. Οποία ειρωνεία! (σ. 103)

«Συχνά μου έλεγε ο πατέρας μου: “Σου αφήνω μια πλούσια κληρονομιά· και δεν εννοώ την περιουσία, τα σπίτια, τα χρήματα ή οτιδήποτε υλικό αποκαλούμε κληρονομιά. Εννοώ την ιστορία της οικογένειας, τους ανθρώπους που τη διαμόρφωσαν, τις ρίζες μας. Άσε, άσε το γελάκι το ειρωνικό που διακρίνω στο πρόσωπό σου. Πάντα με την άρνηση και την αμφισβήτηση δεδομένων αξιών η δική σου γενιά. Και, φυσικά, δεν καταγόμαστε από σπουδαίο τζάκι. Αλλά ποιος σου είπε πως μόνο οι μεγαλόσχημοι και οι περιώνυμοι ήταν αυτοί που διαμόρφωσαν την πορεία του Έθνους μας; Άστο όμως, αυτό είναι μεγάλο θέμα που δεν ξέρω αν θα ήθελες κάποτε να το συζητήσουμε πιο σοβαρά”. (σ. 32)

«Εκείνο που με μπέρδευε, όταν ήμουν πολύ μικρή, ήταν αυτό που αναφερόταν πολύ συχνά· “τα μεγάλα τζάκια”. Πόσο μεγάλα τάχα; Είχαμε κι εμείς ένα τζάκι στο παλιό, πατρικό μας σπίτι. Μα το πιο μεγάλο τζάκι ήταν εκεί: στο εξοχικό σπίτι της Στρύμης. Με τον καλό μου Σουλεϊμάν από τη μια μεριά και τη γυναίκα του Φατμέ από την άλλη, καθισμένους σε προβιές, να υποδαυλίζουν κάθε τόσο τη φωτιά, ρίχνοντας χοντρά καυσόξυλα, φερμένα από τα ορεινά της Ροδόπης με τα μουλάρια. Μοσχομύριζε όλος ο χώρος από ρητίνη κι άλλες απροσδιόριστες μυρωδιές του βουνού. Ερχόταν στο κέφι ο Σουλεϊμάν και διηγιόταν νοσταλγικές ιστορίες, θρύλους και παραμύθια εκείνης της δικής του βουνίσιας, υπερήφανης ράτσας, της ράτσας των Πομάκων. Αυτή η θαλπωρή που διαχεόταν από το τζάκι του Σουλεϊμάν, διαπότισε την τρυφερή παιδική μου ψυχή και στάθηκε ό,τι πιο γλυκό και νοσταλγικό, μα και ασπίδα στα χρόνια της φυγής, της περιπλάνησης και της αλλοτρίωσής μου. Γιατί τότε, εκείνα τα χρόνια τα οργισμένα, συχνά τις νύχτες, όταν κατάφερνα να διώξω τους δαίμονες που με κρατούσαν αιχμάλωτη σ’ έναν ασφυκτικό κλοιό, άφηνα τη σκέψη μου να τρέξει στη Στρύμη σ’ εκείνο το μεγάλο τζάκι με τον Σουλεϊμάν να σκαλίζει τη φωτιά και να μου γνέφει να πλησιάσω, να κάτσω στην αγαπημένη μου θέση στο σκαμνί και, όπως παλιά, ν’ απλώσω τα παγωμένα μου χέρια να τα ζεστάνω· και ν’ ανέβει η θαλπωρή να ζεστάνει και την ψυχή μου. Γιατί ναι: υπήρχε πάντα στη ζωή μου ο Σουλεϊμάν… υπήρχε η Στρύμη… (σ. 35)

ΣΟΥΛΕΪΜΑΝ – ΣΤΡΥΜΗ:

«Ναι, τη μεγάλη απόφασή μου να φύγω την ανακοίνωσα σ’ αυτούς, στην οικογένειά μου. Υπήρχε όμως και ο Σουλεϊμάν. Από τότε που θυμάμαι τη ζωή μου υπήρχε σ’ αυτήν ο Σουλεϊμάν. Από τότε που ένιωσα τον κόσμο και έτεινα το χεράκι μου σε κάποιον να με βοηθήσει να τον γνωρίσω. Κι ήταν αυτός που μου πήρε το χέρι και με οδήγησε στον κόσμο, σ’ έναν κόσμο που δεν είχε να κάνει με ό,τι η πόλη μας αρχικά είχε να μου διδάξει κι ό,τι αργότερα τα πολλά ταξίδια με τους γονείς μου μού έδειξαν.

Ο Σουλεϊμάν μού γνώρισε τον φυσικό κόσμο με την απερίγραπτη ομορφιά, την απίστευτη αρμονία και τους αλάνθαστους νόμους που τον διέπουν. Μου φανέρωσε μυστικά για να μπορώ να διακρίνω πίσω από τον θεατό και τον αθέατο μικρόκοσμο, να τον αγαπώ και να τον σέβομαι, μιας και πίσω απ’ όλα αυτά υπήρχε το πνεύμα του Δημιουργού». (σ. 21)

«Ω! Στρύμη! Πόσο μου έλειψες… Κλείστηκα στο γραφείο του παππού Θεοφάνη και κάθησα στην αγαπημένη μου θέση, στο σκαμνί μπροστά στη μεγάλη τζαμόπορτα που έβλεπε προς τον νοτιά. Το βλέμμα μου πέρασε σαν άνεμος τα χωράφια, τα δέντρα, τις φυτείες του βαμβακιού κι έφτασε μακριά. Εκεί που χρύσιζαν οι λίμνες και οι λιμνοθάλασσες που ενώνονταν με το πέλαγος. Ένιωσα και πάλι να φουντώνει μέσα μου το κατακτητικό αίσθημα της ιδιοκτησίας σαν τον προπάππο μου, τον Θεοφάνη. Τούτη η γη, η Γη των Κικόνων, ήταν όλη δική μου. Η καλή γη! Και την αγαπούσα! Ήθελα να έχω τεράστιες φτερούγες και να τις απλώσω πάνωθέ της, να ήμουν ένας Εκατόγχειρας της Μυθολογίας, να την αγκαλιάσω και να την προστατέψω. Μαζί και όλα τα ζωντανά της πλάσματα, από τα πιο μικρά και ταπεινά. Να, από τους γυρίνους, που γοργοκινούνταν στα λιμνάζοντα νερά, διεκδικώντας μια θέση στον αέναο κύκλο της ζωής, μέχρι τις αγριόπαπιες, τις αγριόχηνες, τους κύκνους, τους ερωδιούς και τα φλαμίγκος. “Στις λιμνοθάλασσές μας”, έλεγε ο παππούς Ηρακλής, “συναντιούνται περισσότερα από διακόσια είδη πουλιών: ενδημικά, αποδημητικά, διαβατικά. Μερικά είναι πολύ σπάνια. Έλα να σου τα δείξω”. Μ’ έπαιρνε από το χέρι, με οδηγούσε σ’ ένα δωμάτιο δίπλα στο σαλόνι και μου έδειχνε τα βαλσαμωμένα πουλιά, βαλμένα σ’ έναν σχεδόν φυσικό χώρο που είχε φτιάξει ο παππούς. Λες και ήταν ολοζώντανα με τα ζωηρά χάντρινα μάτια τους». (σ. 64)

«Μικρούλα εγώ, ήθελα να συμμετέχω σ’ αυτήν την πυρετώδη προετοιμασία. Βέβαια, κάτω στο μαγειρειό, ένιωθα άβολα από την αφόρητη θλίψη που είχαν τα μάτια των σκοτωμένων ζώων· βλέμματα ζωντανά ακόμη θαρρείς, γεμάτα έκπληξη γι’ αυτό που τους συνέβη. Έφευγα γρήγορα από εκεί. Προτιμούσα να είμαι στο σαλόνι και να παρακολουθώ το στρώσιμο του τεράστιου τραπεζιού. Παρούσες η μαμά και η θεία Ιουλία.

Το βράδυ όλα έτοιμα. Άναβαν οι μεγάλοι πολυέλαιοι και αστραποβολούσαν τα κρυστάλλινα σερβίτσια. Κάποτε κατέφθαναν και οι καλεσμένοι. Χαιρετούρες, αβρότητες, χειροφιλήματα και οι καλεσμένες κυρίες φορώντας τα καλά τους. Ήξεραν ότι στο σαλόνι της κυρίας Ευπραξίας θα μαζευόταν η καλή κοινωνία της πόλης, γι’ αυτό και όλες ήταν φορτωμένες με τα χρυσαφικά τους. Αυτά, κυρίως, μου άρεσε να χαζεύω, να τα χαζεύω κι όχι να τα θαυμάζω. Γιατί, ενδόμυχα, από τότε που ήμουν μικρούλα, ήξερα πως ποτέ δεν θα φορούσα αυτά τα δείγματα της γυναικείας ματαιοδοξίας. Κι όταν συχνά η γιαγιά μου άνοιγε τις μπιζουτιέρες της και μου αράδιαζε τα θαυμάσια κοσμήματά της, λέγοντάς μου: “ορίστε! Κάποτε αυτά θα γίνουν δικά σου”, το ήξερα πως ναι ήταν θαυμάσια, μα εγώ δεν θα τα φορούσα ποτέ». (σ. 39)

«Μα το τσιφλίκι της Στρύμης έκρυβε και πολλά μυστικά, ένοχα ή και όχι, και θα ’ρχόταν η στιγμή που θα φανερώνονταν μπροστά στα μάτια μου, διαφωτίζοντας πολλές πτυχές, καλά κρυμμένες από ένα πέπλο μυστικοπάθειας». (σ. 41)

«Βαρύ φορτίο για τους τρυφερούς ώμους σου Μαντώ μου, αλλά είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρεις, δεν θα βαρυγκωμήσεις, γιατί την αγαπάς τη γη σου, τη “Στρύμη” σου». (σ. 83)

ΠΑΡΙΣΙ – ΝΑΣΟΣ:

«Τρόμαξα να προσγειωθώ και να πω στον εαυτό μου: “Σύνελθε, Μαντώ, διώξε τα φαντάσματα του παρελθόντος και κοίταξε το σύγχρονο Παρίσι που σου χαμογελά…”. Άπλωσα τα χέρια μου, αφέθηκα κι έπεσα στην αγκαλιά ενός Παρισιού συγκλονιστικά γοητευτικού. Και ξεχάστηκα. Η ανάμνηση της πόλης μου, των γονιών μου, των δικών μου ανθρώπων κάπου παραμερίστηκαν· ακόμη κι η Στρύμη. Τόσο πολύ με απορρόφησαν το Παρίσι και οι σπουδές μου». (σ. 45)

«Ο Νάσος κι εγώ; “Δεν υπάρχει καλό μου ειλικρινής φιλία ανάμεσα σ’ έναν άντρα και μια γυναίκα, άκουσέ με… πάντα υποβόσκει το ερωτικό στοιχείο…”. Ήταν σαν να άκουγα τη θεία Ιουλία.

Ό,τι κι αν σήμαινε για μένα ο Νάσος, κάπου βαθιά στο υποσυνείδητό μου, υπέβοσκε, αν μη τι άλλο, το αίσθημα της κτητικότητας. Μου ήταν αδιανόητο, ο Νάσος, ο δικός μου ο Νάσος, να έτρεφε αισθήματα έστω φιλίας, έστω προστατευτικότητας για κάποια άλλη γυναίκα. Ήθελα να μονοπωλώ το ενδιαφέρον του. Πολύ εγωιστικό εκ μέρους μου. Χωρίς να σκέφτομαι βαθύτερα για τις δικές του ανάγκες, κυρίως, τις βιολογικές. Κι όταν στις νεανικές μας συντροφιές τον έβλεπα να πλησιάζει κάποιες ενδιαφέρουσες κοπέλες και να παίζει μαζί τους το γοητευτικό παιχνίδι του φλερτ, ένιωθα μια αδιόρατη ανησυχία, έναν ενδόμυχο φόβο μήπως και χάσω αυτό που θεωρούσα ανέκαθεν δεδομένο: το ενδιαφέρον του. Δεν ήταν και λίγες οι φορές που κάποιο φλερτ εξελισσόταν σε δεσμό. Το καταλάβαινα. Δεν είχε όμως και ο ίδιος πρόβλημα να μου το εκμυστηρευτεί. Τότε γινόμουν αυτόματα η μυστική σύμβουλός του, γελούσα μαζί του, κατανοούσα τα συναισθήματά του, παρακολουθούσα τις διακυμάνσεις των σχέσεών του, με τη βαθιά πεποίθηση ότι όλες αυτές οι σχέσεις ήταν εφήμερες και δεν μπορούσαν να κλονίσουν τη δική μας δυνατή σχέση στοργής.

Κι εγώ όμως έπαιξα αρκετές φορές το παιχνίδι του φλερτ. Ίσως από αντιπερισπασμό κι όχι από πραγματικό ενδιαφέρον. Εξάλλου στις νεανικές μας συντροφιές επικρατούσε αυτό το κλίμα: ανέμελη ζωή, ελεύθερη έκφραση συναισθημάτων, ερωτισμός κι ό,τι άλλο ήθελε προκύψει». (σ. 47)

ΜΙΣΕΛ ΛΕ ΚΟΝΤ:

«Είναι αλήθεια πως η Μισέλ λε Κοντ ήταν ένας δρόμος χωρίς κίνηση, χωρίς ζωντάνια, χωρίς καταστήματα. Μερικά κλειστά κλαμπς, στέκια ομοφυλόφιλων, τεράστιες ξύλινες εξώπορτες, θεόκλειστες με εσωτερικές αυλές σε κτήρια που θύμιζαν Παρίσι του Μεσαίωνα, κι έναν κόσμο αθέατο. Ελάχιστη κίνηση στον δρόμο, με μόνη ζωντανή παρουσία το λεωφορείο 29 που περνούσε. Ήταν από τα παμπάλαια λεωφορεία με τον μικρό εξώστη στο τέλος του. Λίγο πιο πέρα από τη Μισέλ λε Κοντ, ολόκληρη η περιοχή των Αλλ με καταστήματα, μπαράκια, καφέ κι έναν κόσμο ποικιλόχρωμο με αμφιλεγόμενη ταυτότητα, αλλά και ανθρώπους όλων των εθνοτήτων. Από Μαροκινούς και Κινέζους μικροπωλητές, Αφρικανές με πολύχρωμες τοπικές ενδυμασίες, παρίες, άστεγους με το σπιτικό τους στην πλάτη, μέχρι «παρδαλές» γένους ουδετέρου. Είναι αλήθεια πως με φόβιζε η περιοχή αυτή. Ένιωθα άβολα διασχίζοντας το θορυβώδες κι αλλοπρόσαλλο πλήθος των Αλλ, σαν να ήμουν μια φιγούρα παράταιρη, όπου οι θαμώνες των γύρω μπαρ με κοίταζαν αποστασιοποιημένοι» (σ. 57)

ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ:

«[…] όταν πολεμάς τον εαυτό σου, τα πάθη, τις αδυναμίες σου, όταν τρέχεις πίσω από ουτοπίες και αυταπάτες, χωρίς να συνειδητοποιείς τις δυνατότητες και τις αντοχές σου, τότε χάνεις τον κόσμο σου, αφήνεσαι, παρασύρεσαι από τα ρεύματα κι όπου σε ξεβράσει το κύμα…» (σ. 66)

«Γαλήνη… Νηνεμία… Βάλθηκα να αναλύω τις δυο λέξεις. Να εμβαθύνω στο νόημά τους, να δω αν σημαίνουν το ίδιο πράγμα ή αν κάπου βαθύτερα αποκλίνουν. Ναι, είχε νηνεμία εκείνη τη νύχτα, κλαράκι δεν κουνιόταν· δεν είχε όμως γαλήνη. Το ένιωσα καθώς καθόμουν μόνη μου στη βεράντα. Ίσως, γιατί δεν είχε φωνή η νύχτα, δεν είχε ήχους. Τέντωσα τ’ αυτιά μου μήπως κι ακούσω κάποιους· τα τριζόνια, τους κρωγμούς από νυχτοπούλια, τους ανασασμούς από αθέατα στόματα… Πού ήταν ο κόσμος της νύχτας; Γιατί είχε λουφάξει;» (σ. 176)

«Κι εγώ εκεί, σε μια γωνιά της βεράντας, να προσπαθώ να εμβαθύνω στις έννοιες των λέξεων: γαλήνη και νηνεμία. Γαλήνη στη φύση, μα και στην ψυχή. Και πότε έχεις γαλήνη στην ψυχή; Όταν όλα γύρω σου βαίνουν καλώς; Ουτοπία! Γαλήνη σημαίνει ότι έχεις αποδειχθεί τις αδυναμίες σου, τα λάθη σου, τα πάθη σου κι έχεις συμφιλιωθεί μ’ αυτά; Γαλήνη σημαίνει αυτάρκεια ψυχής; Σιωπηλή επικοινωνία με τον Δημιουργό σου; Ουτοπίες! Ανέφικτη η απόλυτη γαλήνη…» (σ. 177-178)

Η συγγραφέας με το μοτίβο της εναλλαγής φωνή-σιωπή, χαρίζει φωνή και σε στερεότυπα: Ποιο είναι το στοιχειό, ο «μουγκός», στον οποίο, όχι μόνο χαρίζει φωνή, αλλά δίνει και όνομα; Θανάσης –σημειολογικά η Αθανασία της ψυχής:

«Στην αρχή όλοι τον έλεγαν μουγκό. Όμως, “όχι” είπα εγώ. “Θα του δώσουμε όνομα. Θα τον λέμε… ‘Θανάση’”. Αυτό το όνομα μου ήρθε αυθόρμητα εκείνη τη στιγμή. Κι ήταν ο Θανάσης, το αγαθοποιό στοιχείο του κτήματος με το μόνιμο χαμόγελο στα χείλη και τα φωτεινά του μάτια, γεμάτα ευγνωμοσύνη και αφοσίωση προς όλους μας. Ιδιαίτερα σε μένα, που με πρόσεχε διακριτικά από τα πρώτα μου βήματα μέχρι τους παράτολμους καλπασμούς με το άλογο αργότερα.

Συχνά τις νύχτες –πάγια συνήθειά του– έβγαινε μόνος του και χανόταν μες στο σκοτάδι. Η μοίρα του, θέλοντας να τον αποζημιώσει που τον έφερε σ’ έναν κόσμο σιωπής, του δώρισε την απαράμιλλη όραση των αγριμιών, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και της ανεξαρτησίας, που τα ασκούσε στις πολύωρες νυχτερινές περιπλανήσεις του». (σ. 177)

Πώς αποτυπώνει τον άστεγο;

Έχουν αυτή την πολυτέλεια οι άστεγοι του Παρισιού και όλοι οι άστεγοι του κόσμου;

—Και βέβαια έχουν… Αφού θέσουν κάποιες προτεραιότητες, με πρώτη κάποιον χώρο για να περάσουν τη νύχτα, λίγο περιορισμένο και κάπως ασφαλή. Να φάνε κάτι, ό,τι να ’ναι και προπαντός να εξασφαλίσουν, αν είναι δυνατόν, αλκοόλ και τσιγάρα. Κι όταν το αλκοόλ επιδράσει, τα βλέπεις όλα φίνα. Δεν είσαι ο άστεγος, ο εκτεθειμένος σε χίλιους κινδύνους: τη φυσική καταπόνηση του σώματος, τους κακοποιούς της νύχτας, αλλά και τα φαντάσματα του παρελθόντος, την εσωτερική σου επανάσταση με το κατεστημένο και, σαν άλλος Δον Κιχώτης, να κονταροχτυπιέσαι με αόρατους εχθρούς, να δοκιμάζεις τις αντοχές σου. Μαντώ μου, στα στέκια των αστέγων που συχνάζω, βλέπω τη διαφοροποίηση που υπάρχει σ’ αυτή την τόσο καταφρονεμένη τάξη της κοινωνίας μας. Άστεγοι από πραγματική ανάγκη και ένδεια. Αλκοολικοί και ναρκομανείς, νικημένοι και κατατρεγμένοι από το ίδιο το πάθος τους. Ιδιόρρυθμοι και εκκεντρικοί που δεν μπόρεσαν να συμβιβαστούν με τον κοινωνικό τους περίγυρο και να συνυπάρξουν. Άνθρωποι απελπισμένοι που δεν μπόρεσαν να συνέλθουν από τα χτυπήματα της ζωής. Και άλλοι που βρίσκονται σε συνεχή αναζήτηση αξιών, που να δικαιολογεί την ύπαρξή τους σ’ αυτόν τον κόσμο, υπαρξιστές που βιώνουν στην πράξη τις θεωρίες του υπαρξισμού… Συχνά τις νύχτες, όταν ήμουν κουκουλωμένος με ό,τι μπορεί να με ζεστάνει και μετά την κατανάλωση αρκετού αλκοόλ, φαντασιωνόμουν διάφορα τρελά. Ότι ήμουν, λόγου χάριν, ο αρχαίος Έλληνας κυνικός φιλόσοφος Διογένης που, οχυρωμένος μέσα στο πιθάρι του, διαλογιζόταν, φιλοσοφούσε, αμφισβητούσε και απέρριπτε κοινωνικά αποδεκτές αξίες και έδινε τις δικές του ιδέες σ’ όποιον τις ζητούσε. (σ. 126)

Πώς περιγράφει την αφήγηση ενός μπάσταρδου;

«—Ναι, έχω κι εγώ κάποιες αναμνήσεις, όχι τόσο από τα Γιάννενα αλλά από το χωριό. Πηγαίναμε εκεί με τη θεία μου τα καλοκαίρια. Έβγαινα να παίξω με τα παιδιά του χωριού κι εκείνα με απέφευγαν. Άλλαζαν παιχνίδι, άλλαζαν χώρο και μ’ άφηναν πίσω μόνη. Έκλαιγα τότε και πήγαινα στη θεία μου. “Γιατί καρδούλα μου κλαις;” με ρωτούσε εκείνη. “Δεν με παίζουν τα παιδιά”. “Μη στενοχωριέσαι, δεν σε ξέρουν καλά, γι’ αυτό. Όταν σε μάθουν και δουν τι καλό κι ευγενικό κορίτσι είσαι, θα μαλώνουν για το ποια θα γίνει φίλη σου”. Η κατάσταση όμως δεν άλλαζε. Κάποια μέρα πήρα την κούκλα μου και πήγα δίπλα σε μια γειτονοπούλα. Έτεινα το χέρι μου να της δώσω την κούκλα. Δεν την πήρε. “Γιατί δεν θέλεις να γίνεις φίλη μου;” τη ρώτησα. “Γιατί είσαι μπάσταρδο, το λένε όλοι στο χωριό”. “Μα τι θα πει αυτή η λέξη;”. “Δεν ξέρω, μα νομίζω επειδή δεν έχεις πατέρα”. “Ο πατέρας μου πέθανε”. “Και πού είναι ο τάφος του, τον έχεις δει; Εδώ στο χωριό είναι μόνο ο τάφος της μάνας σου”. Σηκώθηκε μετά από τα σκαλιά του σπιτιού της όπου καθόταν, μπήκε στο σπίτι της και βρόντησε την εξώπορτα πίσω της. Για ώρα καθόμουν έξω μαραμένη. Εκεί με βρήκε η θεία μου. “Τι έχεις, Κατερίνα μου, και είσαι έτσι;”. “Θεία, τι θα πει μπάσταρδο;” τη ρώτησα. Μαρμάρωσε εκείνη. “Πού την άκουσες αυτή τη λέξη;”. “Μου την είπε η Μαρία. Είμαι μπάσταρδο, γι’ αυτό δεν με παίζουν τα παιδιά”. Κι άρχισα να κλαίω. Η θεία μ’ αγκάλιασε σφιχτά και μου είπε: “Είσαι ορφανό, παιδί μου, ο πατέρας σου έχει πεθάνει όπως και η μάνα…”. “Τότε που είναι ο τάφος του; Γιατί δεν είναι κοντά στη μάνα;”. “Γιατί ο πατέρας σου πέθανε στα ξένα…”. Για κάποια χρόνια η λέξη “μπάσταρδο” με κυνηγούσε, χωρίς να ξέρω τι σημαίνει. Μόνον να! Όταν είσαι μπάσταρδο, δεν σε βάζουν στο σπίτι τους. Ούτε σε καλούν στα γενέθλιά τους οι συμμαθητές σου. Και στις σχολικές γιορτές οι δάσκαλοί σου δεν σου δίνουν ποίημα. Ήμουν πάντα η πρώτη μαθήτρια –έτσι έλεγαν στη θεία– αλλά ποτέ δεν κράτησα τη σημαία· ούτε καν παραστάτρια δεν μ’ έβαλαν. Κι όταν, μεγαλώνοντας, έμαθα την πραγματική έννοια της λέξης αυτής, κατάλαβα αρκετά πράγματα. Μετά το πρώτο σοκ, σαν από αντίδραση, βγήκε από μέσα μου μια νέα δύναμη. Δύναμη για να αγωνιστώ και να αποδείξω ότι και ένα μπάσταρδο μπορεί να παλέψει για μια θέση κάτω από τον ήλιο, να σπουδάσει, να πρωτεύσει, να διακριθεί. Και η λέξη αυτή αντί να με βάλει “από κάτω” και να γίνει τροχοπέδη στον αγώνα μου για τη ζωή, με πείσμωσε κι έγινε κινητήριος δύναμη για να πετύχω τους στόχους μου…(σ. 160)

Και τέλος, πώς η φωνή αποδυναμώνεται, όταν η σιωπή αναδύεται με το Αλτσχάιμερ:

«Η διάγνωση; Αλτσχάιμερ.

“Από δω και πέρα θα ζει περισσότερο στον κόσμο της, στον κόσμο του χθες” μου είπαν οι ειδικοί. “Βέβαια θα έχει και κάποιες αναλαμπές. Τότε θα είναι σαν μην έχει τίποτε, θα φέρεται φυσιολογικά. Θα είναι ελάχιστες όμως αυτές οι αναλαμπές και θα κρατούν λίγο. Τον περισσότερο καιρό θα ζει σ’ έναν κόσμο μελαγχολίας και σιωπής. Εσείς, ο συγγενικός και φιλικός της περίγυρος, θα την αντιμετωπίζετε σαν να είναι καλά. Θα δέχεστε με φυσικότητα και τους πιο ακραίους παραλογισμούς της. Και οπωσδήποτε δεν θα την αφήνετε ποτέ μόνη. Είναι απρόβλεπτες οι αντιδράσεις αυτών των ασθενών[…]”» (σ. 173)

ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ  – ΠΙΣΩΓΥΡΙΣΜΑΤΑ

«Μετά την πρώτη καθοριστική μου φυγή, τότε για το διδακτορικό, έφευγα συνεχώς. Σε κάθε δυσκολία που η ζωή μου παρουσίαζε, το έβαζα στα πόδια. Ποτέ δεν κάθισα να αναμετρηθώ με το πρόβλημα, κοίταζα να φεύγω…[…]» (σ. 204)

«Μια ουτοπία ήταν κι αυτή σαν όλες τις άλλες της ζωής μου. Πριν ακόμη ανοίξει η πόρτα για να διαβώ, έκλεισε. Το ’χει η μοίρα μου. Ή μήπως κάτι άλλο φταίει, η υπέρμετρη υπερηφάνειά μου ίσως; Ποιος; Εγώ, η Μαντώ, που έμαθα να στέκομαι πάνω από συναισθήματα; Η αγάπη, ο έρωτας, η φιλία είναι ανθρώπινα συναισθήματα, αδυναμίες που τα πλήρωσα ακριβά. Κι εγώ, η κόρη του Μάξιμου, θα μάθω να στέκομαι υπεράνω όλων αυτών, για να μην πληγωθώ ξανά». (σ. 216)

«[…]το κτήμα, η γη σου, οι ρίζες σου; Όλα αυτά σε κρατούσαν δέσμια ενός παρελθόντος άγονου, διόλου δημιουργικού. Όμως ξεκόλλα κορίτσι μου! Φτιάξε μια καινούργια, κατάδική σου ζωή, γίνε αυτόνομη. Χρησιμοποίησε, επιτέλους, όλα αυτά τα εφόδια που με τις μακρόχρονες σπουδές σου κέρδισες.

Τα λόγια της Ναταλί ήταν, σχεδόν, όλες μου οι σκέψεις και οι αποφάσεις για το μέλλον αποκωδικοποιημένες. Δεν είχα παρά να ακολουθήσω τον δρόμο που η αγάπη και το ενδιαφέρον της Ναταλί μου είχαν ετοιμάσει.

Η δουλειά μου αποδείχτηκε ενδιαφέρουσα. Κουραζόμουν, ήθελα να κουράζομαι. Το αποκοιμισμένο, μέχρι τώρα, πνεύμα μου απέδιδε εξαιρετικά στη δουλειά μου. Επιτέλους, ένιωθα ελεύθερη…

Με τον Πιερ συναντήθηκα πάλι στο καφέ “Σάρα Μπερνάρ”. Τον βρήκα ολότελα αλλαγμένο. Ένας καλοβολεμένος αστός, που σε τίποτε δεν θύμιζε τον επαναστάτη προς το κοινωνικό κατεστημένο μακρυμάλλη άστεγο, ο οποίος μέσα από τις ατέρμονες περιπλανήσεις του στους δρόμους του Παρισού και τις πελαγοδρομήσεις του νου, προσπαθούσε να διαμορφώσει την προσωπικότητά του.

—Τελικά, Μαντώ μου, όλα εκείνα τα παλιά «πιστεύω» που με είχαν βγάλει στον δρόμο δεν ήταν παρά ουτοπίες. Κάποτε όλοι συμβιβαζόμαστε με το κατεστημένο που περνά από πάνω μας σαν οδοστρωτήρας και μας μεταβάλλει σε μια ανώνυμη μονάδα που κινείται πέρα-δώθε, κατά πώς φυσούνε οι άνεμοι των καιρών…» (σ. 218)

«[…]Στριφογύριζα άπρακτη και δεν έλεγα να ανοίξω το ντοσιέ με την άφθονη δουλειά που είχα φέρει από το γραφείο. Ήμουν εκτός χρόνου. Πισωγύρισμα και πάλι…[…]»

«Κι έτσι ξαφνικά, σαν μια απρόσμενη αστραπή, μου γεννήθηκε η επιθυμία της φυγής» (σ. 221)

Αλλά η εσωτερική φωνή πάντα ηχηρή:

«Μεγάλωσε λίγο κι όταν νιώσεις δυνατές τις φτερούγες σου, γίνε πουλί, γίνε άλμπατρος και φύγε, όργωσε θάλασσες και στεριές· όταν κάποτε κουραστείς έλα, γύρνα στη γη μας, εδώ στη Στρύμη, στη γη μας τη θρακική». (σ. 258)

Στη γη μας τη Θρακική…

*Η Αρετή Ρασσά είναι Φιλόλογος, Θεατρολόγος, Νομικός και Υπεύθυνη Εκδηλώσεων Πολιτισμού της Λέσχης Κομοτηναίων. Το παρόν κείμενο είναι το ανθολόγιο αποσπασμάτων του μυθιστορήματος που συνέταξε και ανέγνωσε βασισμένη στον άξονα φωνής-σιωπής,  στην παρουσίαση του βιβλίου της Αφροδίτης Ευαγγελίδου-Τσέτλακα «Η φωνή της Γης των Κικόνων», στις 30/3/2024, στη Λέσχη Κομοτηναίων.
[Δείτε το ρεπορτάζ της παρουσίασης εδώ]

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.