Οι προσφυγες

[Με αφορμή την επικαιρότητα]

Πράξη πρώτη 

Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δέντρα, το φαΐ στη φουφού, τη σοδειά στην αποθήκη, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν, να φεύγουν κυνηγημένοι απ’ το μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Και λογίζονταν τυχεροί που αντάλλαξαν το έχει τους, την πατρίδα τους, το παρελθόν τους με μια στάλα σιγουριά … Άρπαξαν βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια και πέρασαν τη θάλασσα σ’ έναν ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό. Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι, άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλονίκης, της Καβάλας, του Βόλου, της Πάτρας. Τρέμαν ακόμα από το φόβο. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα απ’ το αιμάτινο ποτάμι της κόλασης που διάβηκαν. Και σαν πάτησαν σε στέρεο έδαφος, μετρήθηκαν να δουν πόσοι φτάσανε και πόσοι λείπουν. Κι οι ζωντανοί δεν το πιστεύανε, μόνο άπλωναν τα χέρια τους στο κορμί τους και το ψάχνανε, για να βεβαιωθούνε πως δεν ήταν βρικόλακες. Και ψάχναν και για την ψυχή τους, να δουν αν ήταν στη θέση της. Μ’ αυτή ήταν άφαντη. 

Πράξη δεύτερη 

[Παροχή πρώτων βοηθειών στα λιμάνια. Λίγα τρόφιμα. Στεγνά ρούχα. Πρόχειρες σκηνές. Καταυλισμοί. Και μετά πού; Κάποιοι βολεύτηκαν όπως όπως. Κάποιοι άλλοι θέλουν να συνεχίσουν το ταξίδι, με την ελπίδα ενός καλύτερου χώματος να βλαστήσουν οι σπόροι, κάθε λογής, που κουβαλούν μαζί τους. Και συνεχίζουν με ό,τι μέσο βρουν. Κι όταν δεν υπάρχει πια άλλος τρόπος, συνεχίζουν με τα πόδια. Μια περίεργη λιτανεία. Κάποιοι ντόπιοι στα χωριά τους παρατηρούν από μακριά και προσπαθούν να καταλάβουν ποιοι είναι, τι θέλουν, προς τα πού παν.]
 
«Θαρρείς πως είναι στρατός!» είπε ο ένας χωριάτης, ακόμα πιο πολύ ξαφνιασμένος. «Μα όχι!» διόρθωσε σε λίγο. «Βλέπω γυναίκες και παιδιά.» Κοιταχτήκαν μες στα μάτια φοβισμένοι. Τι γύρευε τόσος κόσμος, γυναίκες και παιδιά, στην ερημιά; Μπας και χτύπησε πουθενά σεισμός τη γη και γκρεμιστήκαν τα χωριά, κι οι άνθρωποι πήραν στην απελπισία τους το μονοπάτι για τη θάλασσα; «Κατεβαίνουμε γλήγορα να δούμε!» «Κατεβαίνουμε!». Η μακρινή λιτανεία ολοένα πλησιάζει. Το σύννεφο η σκόνη μακραίνει πιο πολύ μες στην πυκνή ατμόσφαιρα. Σιγά εξοικειώνεται, δένεται μαζί της και χάνεται μέσα της, με την ικανότητα της προσαρμογής που έχουν τα πράματα του κόσμου τούτου. Όμως, κάτω απ’ το σύννεφο η εξοικείωση δεν είναι εύκολη. Ένα κοπάδι γυναίκες, παιδιά και γέροντες βογκούν δυνατά, κυνηγημένοι απ’ τον ήλιο, απ’ τη στέρηση και απ’ την εξάντληση του δρόμου. Στα πρόσωπα ο ίδρος, ζυμωμένος με τη σκόνη, στάζει σα λάσπη. Νέοι άντρες είναι λίγοι. Οι πιο πολλοί του κοπαδιού περπατούν ξυπόλυτοι, κι όλοι σηκώνουν στον ώμο ένα φορτιό, ένα τσουβάλι γεμάτο ή έναν μπόγο. «Αχ! Πού μας στέλνουν να ζήσουμε! Πού μας στέλνουν!» τσίριζε δυνατά μια γυναίκα. «Εδώ είναι έρημος! Έρημος!» Τότε οι άλλες γυναίκες, με το σύνθημα το δοσμένο απ’ τη μια, άρχισαν να ολολύζουν, όλες μαζί, και να καταριούνται τη μοίρα τους. «Θα πεθάνουμε σ’ αυτό τον άγριο τόπο! Θα πεθάνουμε, εμείς και τα παιδιά μας! Θα πεθάνουμε!» Οι άντρες κι οι γέροι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να πολεμήσουν τον πανικό. Καθένας πολεμούσε να ησυχάσει την πλαϊνή του γυναίκα, τη γυναίκα του, τη μητέρα του μα η απελπισία έτρεχε μες στον πηχτόν αγέρα, δύναμη γόνιμη σαν τη γύρη. «Τίποτα! …» ολολύζαν. «Τίποτε δε θα μας γλιτώσει! Εδώ θα μείνουμε! …»
 
Η λογοτεχνία αρκεί. Κι ας έχει γραφεί χρόνια πριν. Πόσο καλύτερα να περιγραφούν σκηνές που εκτυλίχθηκαν το τελευταίο διάστημα στη χώρα μας; Λίγο τα ονόματα να αλλάξεις, λίγο τους όρους, είναι αρκετό. Το υπερτοπικό και διαχρονικό της λογοτεχνίας. Διότι μέσα από το ατομικό καταφέρνει να αναδείξει το καθολικό. Δεν χρειάζεται να δούμε ειδήσεις. Να μένουμε προσκολλημένοι στις οθόνες της τηλεόρασης, του υπολογιστή ή του κινητού μας για τα τελευταία νέα. Η αναγνωστική συμ-πάθεια, και ταυτόχρονα η αποστασιοποίηση, που προσφέρει η λογοτεχνία σε βοηθά να κατανοείς καλύτερα τα τεκταινόμενα. Να καταλάβεις τους ρόλους και τους φορείς τους: «Εμείς». «Οι πρόσφυγες». «Τα παιδιά μας». «Τα παιδιά τους». Η λογοτεχνία όμως σε κάνει επίσης να αισθανθείς πόσο εύκολα μεταβάλλονται όχι οι ρόλοι – αυτοί σταθεροί – αλλά τα πρόσωπα που τους διαδραματίζουν. Η Διδώ Σωτηρίου και ο Ηλίας Βενέζης, οι συγγραφείς που κατέγραψαν τους παραπάνω ρόλους στα έργα τους «Μέσα στις φλόγες» και «Γαλήνη», αντίστοιχα, έκαναν τη διανομή τους σύμφωνα με τα τεκταινόμενα της εποχής που παρουσίαζαν. Μετουσίωσαν σε λογοτεχνία «τη σκέψη του πρόσφυγα», «τη σκέψη του αιχμαλώτου», «τη σκέψη του ανθρώπου», που «κατάντησε κι αυτός πραμάτεια», με τα λόγια του Σεφέρη. Σήμερα οι ρόλοι αυτοί παίζονται από άλλους, αυτούς που όρισε η δική τους ιστορική μοίρα.
Άλλο ήταν το θέμα των σημερινών «Ανα-γνώσεων». Παρασύρθηκαν όμως από την επικαιρότητα. Την επικαιρότητα της λογοτεχνίας. Ας κλείσει, ως «Πράξη Τρίτη», ένα απόσπασμα από ποίημα του Μπρεχτ, σε μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη:
 

«Λαθεμένο μού φαινόταν πάντα τ’ όνομα που μας δίναν:
«Μετανάστες».
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε
και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα ‘ναι, μα εξορία. […]»

 
Το ποίημα είναι γραμμένο το 1937, σε άλλα συμφραζόμενα. Λίγο τα ονόματα ν’ αλλάξουμε. Λίγο τους όρους.
*Ο Σπύρος Κιοσσές είναι φιλόλογος.

Διαβάστε περισσότερες «Ανα- γνώσεις» από τον Σπύρο Κιοσσέ εδώ

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.