Ζωη Γκιουλη «Το θεμα δεν ειναι απλα να κανουμε προγραμματα, αλλα να ξερουμε οτι ο κυριος στοχος ειναι η ενισχυση της ψυχικης ανθεκτικοτητας των μαθητων»

Ένα φαινόμενο που στις μέρες μας λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις τόσο στη χώρα μας όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο είναι η σχολική βία ή bullying, όπως συνηθίζεται να αναφέρεται τα τελευταία χρόνια. Μάλιστα στην Ελλάδα σύμφωνα με έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί το 10% του συνόλου των μαθητών πέφτουν θύματα ενδοσχολικής βίας από συνομηλίκους τους ή παιδιά διαφορετικών ηλικιών, με τα αγόρια να υπερτερούν σε περιστατικά σωματικής βίας και τα κορίτσια σε περιστατικά λεκτικής.

 

Με αφορμή τη σημερινή παγκόσμια ημέρα κατά της σχολικής βίας και του εκφοβισμού η εκπομπή «Με το Ν και με το Β» και συγκεκριμένα η Νατάσσα Βαφειάδου συνομίλησε με την κ. Ζωή Γκιούλη, εκπαιδευτικό αλλά και υπεύθυνη του Παρατηρητηρίου Πρόληψης για τη Σχολική Βία και τον Εκφοβισμό, για την σημερινή πραγματικότητα και πώς αυτή διαμορφώνεται σε επίπεδο Περιφέρειας, τους τρόπους αντίδρασης των εκπαιδευτικών απέναντι σε τέτοια φαινόμενα βίας αλλά και τις δράσεις ενημέρωσής τους που βρίσκονται εν εξελίξει.

 

««Αν ο εκπαιδευτικός δεν είναι αποφασισμένος να συμμετέχει δυναμικά στην αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων το παιχνίδι είναι χαμένο»

 

Όπως έκανε γνωστό η ίδια έχει δημιουργηθεί ένα πανελλαδικό δίκτυο το οποίο εκπορεύεται από το Υπουργείο Παιδείας, με στόχο την πρόληψη και την αντιμετώπιση της σχολικής βίας αλλά και τη δημιουργία μιας μόνιμης δομής πρόληψης. Όπως εξήγησε η κ. Γκιούλη αυτή η δομή λειτουργεί από φέτος σε όλα τα σχολεία της Ελλάδας και σε κάθε σχολείο υπάρχουν δύο υπεύθυνοι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι δίνουν το σημείο αναφοράς και κάνουν τη διαχείριση και διαμεσολάβηση σε περιπτώσεις εκδήλωσης περιστατικού.

 

Αυτές οι δράσεις αποτελούν μια ανάσα όχι μόνο για τους μαθητές αλλά και για τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς που επιμορφώνονται και οι οποίοι καλούνται να έχουν ένα συγκεκριμένο ρόλο και την ευθύνη για την αποτροπή τέτοιων περιστατικών μέσα στο σχολικό περιβάλλον. «Τη συνεχή επιμόρφωση των εκπαιδευτικών αλλά και των στελεχών εκπαίδευσης που έχουν στην αρμοδιότητά τους κάποια σχολεία, έχει αναλάβει και η κεντρική επιστημονική επιτροπή που έχει συσταθεί σε αυτό το πλαίσιο της δομής του “Παρατηρητηρίου Πρόληψης για τη Σχολική Βία και τον Εκφοβισμό”. Μιλάμε δηλαδή για μια μόνιμη δομή απαραίτητης ανάγκη» παρατήρησε η κ.Γκιούλη τονίζοντας ωστόσο πως σημαντικό ρόλο παίζει και η διάθεση του ίδιου του εκπαιδευτικού, ο οποίος είναι και ο «βασικός πυλώνας». «Αν ο εκπαιδευτικός δεν είναι αποφασισμένος να συμμετέχει δυναμικά και να πιστεύει σε αυτό που κάνει το παιχνίδι είναι χαμένο» επεσήμανε η ίδια εκφράζοντας την πεποίθηση πως « μια δυναμική εμπλοκή όλης της εκπαιδευτικής κοινότητας συμπεριλαμβανομένων και των γονέων, μπορεί να αλλάξει το κλίμα του σχολείου, να προλάβει και να αντιμετωπίσει αυτά τα περιστατικά τα οποία αυξάνονται συνεχώς».

 

«Όπως σε όλη την Ελλάδα έτσι και στο Ν. Ροδόπης και σε όλη τη Θράκη το φαινόμενο υπάρχει και είναι πολύ σημαντικό να ξεκινήσουμε από την παραδοχή του»

 

Ερωτηθείσα σχετικά με τις αυξητικές διαστάσεις που φαίνεται πως έχουν τα φαινόμενα της σχολικής βίας στην ελληνική κοινωνία σήμερα η κ.Γκιούλη υπογράμμισε πως στο θέμα του σχολικού εκφοβισμού μπορεί να κάνουμε δύο αντιφατικές μεταξύ τους διαπιστώσεις. «Η μια εξ αυτών» εξήγησε «είναι το ότι μιλώντας πολύ για αυτό το θέμα, ειδικά τα τελευταία χρόνια, το κάνουμε να υπάρχει εκεί που μερικές φορές δεν υφίσταται. Με όλες λοιπόν τις μετρήσεις και τα ποσοστά που δημοσιεύονται υπάρχει ο κίνδυνος χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Η δεύτερη όμως διαπίστωση έχει να κάνει με το γεγονός ότι πολλές φορές αγνοούμε και υποτιμούμε το φαινόμενο, μη έχοντας ερευνητικά δεδομένα και να μη γνωρίζοντας την έκτασή του. Παρατηρούμε την αντίφαση ανάμεσα στις δύο αυτές διαπιστώσεις και χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή στην προσέγγιση. Όπως σε όλη την Ελλάδα έτσι και στο Ν. Ροδόπης και σε όλη τη Θράκη το φαινόμενο υπάρχει και είναι πολύ σημαντικό να ξεκινήσουμε από την παραδοχή του».

 

«Στην Ελλάδα η πολιτική ατζέντα άργησε να συμπεριλάβει το σχολικό εκφοβισμό στη θεματική της»

 

Δεν είναι λίγες οι φορές που η Ελλάδα μένει πίσω σε προληπτικές πολιτικές που αφορούν φαινόμενα όπως αυτό του bullying παρατήρησε η ίδια, τονίζοντας πως «στην Ελλάδα η πολιτική ατζέντα άργησε να συμπεριλάβει το σχολικό εκφοβισμό στη θεματική της, διότι αντιμετωπιζόταν με μια παθητικότητα από την ελληνική κοινωνία. Ο Έλληνας δεν μπορεί να αποδεχθεί και να αποτιμήσει την εικόνα του σχολείου που θεωρεί ότι είναι ένας χώρος ασφάλειας. Εκτός αυτού, θεωρεί την εφηβική ηλικία ως μια περίοδο αθωότητας και δυσκολεύεται να παραδεχτεί ότι στο χώρο του σχολείου μπορούν να υπάρχουν επιθετικές συμπεριφορές».

 

Η πλειοψηφία του κόσμου συνδέει την έξαρση του φαινομένου και το γεγονός ότι έχει λάβει αυτή τη δημοσιότητα, σαν ένα φαινόμενο που ήρθε κυρίως ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης που επέφερε και την κοινωνική κρίση. Παρόλα αυτά όπως η κ. Γκιούλη επεσήμανε «η κρίση δεν είναι άσχετη». «Πέρα από τις άλλες αιτίες οι οποίες μπορούν να αναχθούν σε ατομικό επίπεδο ή σε μια ψυχοπαθολογία, τα σχολεία λειτουργούν σαν συσσωρευτές και των μακροοιονομικών και των μικροοικονομικών αιτιών των επιτελέσεων της βίας. Εάν λοιπόν το σχολείο και η κοινωνία καλλιεργούν προσδοκίες αυτοπραγμάτωσης και κοινωνικής ανόδου στους μαθητές και αυτές προσκρούουν πάνω στη δομή της αγοράς εργασίας με την υψηλή ανεργία, την ανασφάλιστη εργασία και τις χαμηλές αμοιβές, οι παρεκκλίνουσες συμπεριφορές είναι αναμενόμενες, καθώς όλο το κοινωνικό τοπίο χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και ασυνέχεια όλη αυτή η αβεβαιότητα προκαλεί και την επιθετικότητα».

 

«Κάθε σχολείο διαμορφώνει και καθορίζει μια αντιεκφοβιστική πολιτική»

 

Σπεύδοντας να προλάβει τυχόν παρερμηνείες στον ορισμό της σχολικής βίας, επεξηγώντας παράλληλα το ρόλο και το έργο του Παρατηρητηρίου η ίδια τόνισε πως «εμείς δε μιλάμε για τη φυσιολογική βία που υπάρχει σε περιπτώσεις που απειλούμαστε ή που είμαστε σε κίνδυνο. Μιλάμε για τον εκφοβισμό τον οποίο ορίζουμε ως μια απρόκλητη συστηματική και επαναλαμβανόμενη επιθετική συμπεριφορά εναντίον κάποιου ο οποίος δε μας έχει βλάψει. Το κύριο θέμα είναι το πώς θ προστατέψουμε τους μαθητές που θυματοποιούνται και αυτή τους η θυματοποίηση έχει πάρα πολύ σοβαρές, πολλές φορές μη αναστρέψιμες συνέπειες που προκαλούν σοβαρές βλάβες στην ψυχική δόμηση του ανθρώπου. Μερικές φορές οι συνέπειες είναι μη διαχειρίσιμες μπορεί να ακολουθούν το “θύμα” αλλά και τον παρατηρητή του περιστατικού σε όλη την ενήλικη ζωή του».

 

Περιγράφοντας δε την υφιστάμενη κατάσταση σε ό,τι αφορά στην αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων στην ελληνική κοινωνία και συγκεκριμένα στην εκπαιδευτική κοινότητα της χώρας, η υπεύθυνη του Παρατηρητηρίου γνωστοποίησε πως «τα σχολεία ακολουθούν κάποιες προληπτικές παρεμβατικές στρατηγικές. Κάθε σχολείο διαμορφώνει και καθορίζει μια αντιεκφοβιστική πολιτική και το επόμενο βήμα είναι η διάχυση αυτής της πολιτικής στους γονείς και στην ευρύτερη κοινότητα». Αυτό όπως εξήγησε «περιλαμβάνει το σαφή ορισμό της αντιεκφοβιστικής συμπεριφοράς, και τη σαφήνεια σχολικών κανόνων η οποία δημιουργεί το αίσθημα της σχολικής δικαιοσύνης βελτιώνοντας αισθητά το κλίμα. Ακόμη, δημιουργείται από μια σχολική επιτροπή η οποία λειτουργεί επικουρικά στους δύο υπεύθυνους εκπαιδευτικούς για τη σχολική βία και τη διαχείριση των περιστατικών. Πέρα από αυτά όμως, έχουμε και τα προγράμματα αγωγής υγείας που γίνονται στα σχολεία και έχουν κεντρικό άξονα τις διαπροσωπικές σχέσεις και την ψυχική υγεία. Υπάρχουν δράσεις στα δημοτικά, διαθεματικές διδασκαλίες, σχολικές δραστηριότητες και εκδηλώσεις ευαισθητοποίησης που πραγματοποιούνται αυτές τις μέρες ανά την Ελλάδα».

 

Σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων παίζει και η καταγραφή τους, κάτι το οποίο βοηθά και στη συγκέντρωση των διαφόρων ερευνητικών δεδομένων. Σχετικά με αυτό υπάρχει η ιστοσελίδα της Περιφερειακής Διεύθυνσης, με μια φόρμα καταγραφής όπου οι εκπαιδευτικοί αναφέρουν το ποσοστό των φαινομένων που αντιμετωπίζουν εβδομαδιαίως εάν και εφόσον αυτά προκύψουν.

 

Σίγουρα υπάρχουν οι δομές και τα δίκτυα αυτό που σίγουρα όμως πρέπει να υπάρχει είναι η θέληση από τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς τονίζει η κ. Γκιούλη «Το θέμα δεν είναι απλά να κάνουμε προγράμματα, αλλά να ξέρουμε ότι ο κύριος στόχος είναι η ενίσχυση της ψυχικής ανθεκτικότητας των μαθητών. Όλα τα προγράμματα πρέπει να βοηθούν τα παιδιά να δομήσουν μια ισχυρή ταυτότητα για να τους οδηγήσει σε μια ομαλή κοινωνικοποίηση. Αν ο εκπαιδευτικός δεν έχει την κουλτούρα του ανήκειν και του συνανήκειν στην εκπαιδευτική κοινότητα δεν μπορεί ούτε ο μαθητής να αποκτήσει αυτήν την κουλτούρα».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.