Τα 9 μαγικα χαρτια του Χρηστου Χαρτοματσιδη
Το κείμενο που κρατάτε είναι το αληθινό, εκ του συντάκτου πορευόμενο και προερχόμενο ή μια πλαστή πραγματικότητα που βολεύουν οι λέξεις, εύσχημα τοποθετημένες και κατανοητές; Σ’ αυτό το ερώτημα μπορεί ν’ απαντήσει κάποιος μόνο από καρδιάς γιατί μόνο με τη συναισθηματική νοημοσύνη εισπράττουμε κάποια μηνύματα. Η συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Φωτο – Veritas» του Χρήστου Χαρτοματσίδη είναι αληθινή, καθάρια και αποκαλυπτική. Αυτό το αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης αλλά το εισέπραξε και ο θεατής της παρουσίασης που έγινε το βράδυ της Τρίτης στο ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής από τη φιλόλογο –διευθύντρια του «Παρατηρητή»- Τζένη Κατσαρή – Βαφειάδη και την εκπαιδευτικό Τζένη Κασαπιάν. Με την εκφραστική φωνή του Φιλοποίμενα Ανδρεάδη ταξιδέψαμε στο πρώτο διήγημα της συλλογής «Η χοντρή μάγισσα Αλίσια», παίρνοντας μια γεύση από το χιούμορ του Χρήστου Χαρτοματσίδη, αλλά και στο διήγημα που έδωσε τον τίτλο του στη συλλογή «Φωτο – Veritas» ή το ασπρόμαυρο της φωτογραφίας.
Η Τζένη Κασαπιάν ανέλαβε να παρουσιάσει τα βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα. «Με το ίδιο πάντοτε χιούμορ λεπτών τόνων και η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του Χρήστου Χαρτοματσίδη παραμένει πιστή στην ανθρωπογεωγραφία των προηγούμενων βιβλίων του ή, μάλλον ορθότερα, παρακολουθεί την πορεία των ηρώων προιόντος του χρόνου, ενώ και άλλα παρεμφερή πρόσωπα συρρέουν. Ο Χαρτοματσίδης ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’80, άρτι επαναπατρισθείς. Γιος πολιτικών προσφύγων μεγάλωσε στη Σόφια. Σπούδασε ιατρική. Τα λογοτεχνικά του έργα πρωτοδημοσιεύτηκαν σε βουλγαρικές εφημερίδες και περιοδικά. Για το έργο του βραβεύτηκε δύο φορές σε πανβουλγαρικούς διαγωνισμούς διηγήματος. Η λογοτεχνική του δραστηριότητα συνεχίστηκε στην Ελλάδα με δημοσίευση μεταφράσεων στο περιοδικό «Νέα Πορεία» της Θεσσαλονίκης και δημοσίευση διηγημάτων στα περιοδικά «Το δέντρο», «Ιστός», και στην εφημερίδα «Τα Νέα».
Ο Χρήστος Χαρτοματσίδης, που από το 1988 κατοικεί στην Κομοτηνή, έχει εκδώσει τα εξής βιβλία:
«Η έξοδος μετά τις 6 μ.μ. απαγορεύεται» (θεατρικό, 1984), «Ο ξένος», (ποιήματα, 1986), «Το ασανσέρ» (θεατρικό 1986), «Η νύχτα των εμβρύων» (ποιήματα), «Το παλιό κτίριο» (συλλογή διηγημάτων), «Κιθαρίστας σε ταβέρνα» (μυθιστόρημα), «Οι περιπέτειες του Μπρέγκα» (μυθιστόρημα) και το «Φωτο – Veritas» πριν ένα χρόνο».
Τζένη Κατσαρή – Βαφειάδη:
«Φώτο – Veritas» ή «ξένοι μέσα στον εαυτό μας»*1
1. Προσφυγιά εκεί, προσφυγιά κι εδώ
Η Τζένη Κατσαρή – Βαφειάδη προσέγγισε την πορεία του συγγραφέα σε λογοτεχνικό επίπεδο αναδεικνύοντας το σημείο κλειδί που είναι η προσφυγιά.
«O εκδότης του περιοδικού «Μανδραγόρας» και ποιητής Κώστας Κρεμμύδας στην εκδήλωση, που διοργανώθηκε τον Ιούνη του 2002 από το Δήμο και το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής, την εφημερίδα «Παρατηρητής της Θράκης» και το βιβλιοπωλείο «Εκλογή», προς τιμήν του συγγραφέα Χρήστου Χαρτοματσίδη και του συνόλου του πεζογραφικού του έργου, είχε ξεκινήσει την εισήγησή του με το στίχο του ποιητή Βύρωνα Λεοντάρη «η τέχνη είναι πανικός μπρος την πραγματικότητα».
Ο στίχος από την οπτική του συγγραφέα είναι διαχρονικά επαληθεύσιμος.
Η πραγματικότητα προκαλεί διαρκείς πανικούς, όταν ο συγγραφέας προσπαθεί να την αποκωδικοποιήσει. Πολύ περισσότερο, όταν είναι τμήμα της και το βίωμα και η εμπειρία του τον εντάσσει στην πορεία ζωής των ηρώων του.
Εικοσιτέσσερα χρόνια ζωής πλέον στην Ελλάδα (1980-2004) και είκοσι χρόνια στον κόσμο της λογοτεχνίας (1984-2004), μέσα και από τα τέσσερα σε πεζό λόγο έργα του, ο Χρήστος Χαρτοματσίδης έχει, μέχρι στιγμής, συγκεκριμενοποιήσει το «στίγμα» του.
Με τα τρία του πρώτα έργα, τη συλλογή διηγημάτων «Το παλιό κτίριο» και τα μυθιστορήματά του «Κιθαρίστας σε ταβέρνα» και «Οι περιπέτειες του Μπρέγκα», ο Χ.Χ. έφερε στο πεδίο της νεοελληνικής λογοτεχνίας τους ήρωες της «άλλης πλευράς», τους ηττημένους του ελληνικού εμφυλίου, τους πολιτικούς εξόριστους. Τους εθελουσίως, για λόγους πρωτίστως επιβίωσης, πρόσφυγες. Με το μυθιστόρημα «Οι περιπέτειες του Μπρέγκα» ο Χρήστος Χαρτοματσίδης επαναπατρίζει τους βασικούς ήρωές του, το σύντροφο Βασιλάκη, και τη συντρόφισσα Βούλα, και μοιάζει εκεί να κλείνει ο πρώτος κύκλος: η έξοδος των πολιτικών προσφύγων από την πατρίδα, η ζωή τους στον αποκαλούμενο υπαρκτό σοσιαλισμό, η επιστροφή τους στην Ελλάδα. Η αρχή και το τέλος της περιφέρειας που εγγράφει ο κύκλος της ζωής των ηρώων του, ανοίγει και κλείνει δηλαδή με το ίδιο σημείο, τη λέξη προσφυγιά. Τους έλληνες πρόσφυγες εκεί, στη ξένη χώρα, ήρωες, της πεζογραφίας του, να ζουν την καθημερινότητά τους με την πίστη τους στο σοσιαλισμό, τους ύμνους αλλά και τα απαγορευμένα τραγούδια, τον τόμο «του Ντοστογιέφσκι στην τσάντα» και «τα πτυχία ως περιουσιακά τους στοιχεία».
«Τα πτυχία ως περιουσιακά τους στοιχεία» κι έναν «Ντοστογιέφσκι στην τσάντα…» Σπονδή, δηλαδή, ούτως ή άλλως στη μόρφωση…
Το εκεί, τη ζωή των πολιτικών εξορίστων στη Βουλγαρία, ο Χρήστος Χαρτοματσίδης ως υλικό της λογοτεχνίας του το κουβαλούσε είκοσι περίπου χρόνια μετά τον επαναπατρισμό του στην Ελλάδα. Δεν είναι ο συγγραφέας των γοργών ρυθμών και του ενός έργου κατ’ έτος. Αυτό το υλικό κατατέθηκε στις γραμματείες και των δύο πατρίδων σε διάστημα έντεκα συνολικά ετών.
Πρώτη εμφάνιση του στη βουλγαρική λογοτεχνία το 1990, με το βραβευμένο με το δεύτερο βραβείο σε παν-βουλγαρικό διαγωνισμό, μυθιστόρημά του «Κι αυτός είμαι εγώ». Πρώτη στην ελληνική λογοτεχνία, το 1991, με τη συλλογή διηγημάτων το «Παλιό κτίριο». Πέντε χρόνια μετά, το 1996, ακολουθεί στην ελληνική γλώσσα η μετάφραση του μυθιστορήματός του «Κι αυτός είμαι εγώ» με τον τίτλο «Κιθαρίστας σε ταβέρνα», και, μετά ακριβώς πέντε χρόνια, το 2001, εκδίδονται «Οι περιπέτειες του Μπρέγκα».
Είκοσι έξι χρόνων ζωή στη Βουλγαρία (1954-1980) μεταπλάθεται δηλαδή σε λογοτεχνία σε διάστημα πραγματικής ζωής 46 χρόνων. Σίγουρα γι’ αυτό θα φταίει ο Ντοστογιέφσκι στην τσάντα, τα παλτά ή οι χλαίνες που πετούν κι εκδικούνται στον Γκόγκολ, οι παιδαγωγικές του Μακαρένκο, ο Σίλιτοου…
Ολιγογράφος πεζογράφος ο Χαρτοματσίδης, λοιπόν και συγγραφέας με γνώση. Δεν είναι λίγο εξάλλου να γνωρίζεις καλά το πώς καθρεφτίζεται η «πικρία στα μάτια όλων των ταπεινών και των καταφρονεμένων της ρώσικης λογοτεχνίας»2.
Ολιγογράφος, εξαιρετικός συγγραφέας, με πανελλήνια αναγνώριση ο Χ.Χ. – «Οι περιπέτειες του Μπρέγκα» συζητήθηκαν από την επιτροπή διαγωνισμού του περιοδικού «Διαβάζω» για το βραβείο μυθιστορήματος την ίδια χρονιά -, για τους θιασώτες της γραφής του όμως, το ερώτημα ήταν τι μετά τον «Μπρέγκα» και πώς.
Η απάντηση δόθηκε με το «Φωτο – Veritas» το 2003, συλλογή διηγημάτων, που ανοίγει έναν καινούργιο θεματικό κύκλο. Είναι το υλικό που προσπορίζεται και επεξεργάζεται επί μακρόν χρόνον ο Χ.Χ. μετά τον επαναπατρισμό του, το 1980 στην Ελλάδα.
Επεξεργασία, στο χρονικό διάστημα μιας εικοσαετίας, όσο περίπου ήταν και το χρονικό διάστημα της κυοφορίας του βιωματικού υλικού της Βουλγαρίας.
Συγγραφέας αργών ρυθμών ο Χαρτοματσίδης, λοιπόν, οπαδός στην πράξη των ρυθμών εκείνων που γεννούν τη μεγάλη λογοτεχνία.
Με βεβαιότητα η απόφανση, μια και το «Φωτο – Veritas», αδιαμφισβήτητα συγκαταλέγεται στη ολιγάριθμη λίστα των σπουδαίων βιβλίων.
Μεγάλων αρετών λογοτεχνία, αυτή του «Φωτο – Veritas», ανοίγει, όπως προαναφέραμε, έναν νέο θεματικό κύκλο στην πεζογραφία του Χαρτοματσίδη, αυτόν της υποδοχής των προσφύγων – παλιννοστούντων ελλήνων κι όχι μόνον – στη «μητριά», κατά Γκανά, πατρίδα. Αν ο Χαρτοματσίδης αφηγούνταν μέχρι τώρα τη ζωή των πολιτικών εξόριστων – προσφύγων έξω, πρόσφυγας ο ίδιος, με το «Φωτο – Veritas», ξανά πρόσφυγας επαναπατρισθείς όμως, αφηγείται τα της νέας προσφυγιάς των τελευταίων δεκαετιών στη χώρα μας ως εντόπιος. Είκοσι και κάτι χρόνια επαναπατρισμού στη «μητέρα πατρίδα» και δέκα και κάτι χρόνια από την αθρόα άφιξη των «παλιννοστησάντων» στην πατρίδα, είναι αρκετός χρόνος άντλησης εμπειριών με σημασία, σπουδής και παρατήρησης των νεο-ταπεινών και των νεο-καταφρονεμένων.
Συγκλονιστική τελικά εμπειρία η διπλή ταυτότητα, το διπλό βίωμα, το εδώ και το εκεί, το μέσα και το έξω. Είκοσι και κάτι χρόνια παρατήρησης και σπουδής της ζωής των ταπεινών και των καταφρονεμένων, παρατήρησης και σπουδής της ετερότητας υπό το πρίσμα του γηγενούς.
Αποτέλεσμα μια συλλογή διηγημάτων που «τσακίζει κόκκαλα»».
2. Φωτο – Veritas ή διηγήματα αλήθειας
Στη δεύτερη ενότητα της εισήγησής της στάθηκε περιεκτικά στο κάθε ένα από το εννέα διηγήματα, αφιερώνοντας τους ένα δεύτερο τίτλο, ανάγνωση του θέματός τους.
«Τι είναι όμως η συλλογή διηγημάτων «Φωτο – Veritas»;
Περιλαμβάνει εννέα διηγήματα μικρής εκτάσεως (επτά ως έντεκα σελίδων το καθένα) και οι ιστορίες, που διηγούνται, με τη σειρά που δημοσιεύονται στη συλλογή έχουν, εν ολίγοις, ως εξής:
Η χοντρή μάγισσα Αλίσια [ή «βγαίνοντας έξω, πέτα το ουροδοχείο»]*3
Αναφέρεται στην Αλιόνα Κοστσέεβνα, «τη χοντρή μάγισσα» από το Καζακστάν, που τη φώναζαν Αλίσια και έμπλεξε «στα δίχτυα της» ένα «γέρο – χήρο, τον κύριο Σταύρο, πρώην κρεοπώλη». Η Αλίσια, «πουτάνα, κούκλα κι αρχόντισσα»4 για τον κ. Σταύρο, έχει ν’ ανταγωνιστεί εκτός από τη χρηστή κοινωνία και την όμορφη κόρη του Αναστασία ή Ναστάζια, που στο τέλος, μια και όλες οι χρηστές ιστορίες έχουν καλ ό τέλος, τα καταφέρνει… Η Αλίσια – Αλιόνα πετιέται στο δρόμο. Λεπτομέρεια: Φεύγοντας οφείλει να πετάξει και του γέρου το ουροδοχείο. Αναστασία, έφη!
Σπάστε, κορόϊδα ή A day in the life
Πρωτοπρόσωπη αφήγηση οργισμένου νέου, που βρίσκεται καθ’ οδόν, και συνοδευόμενος από τον πατέρα του, προς το εξεταστικό κέντρο για το προφίσιενσι.
Ατύχημα με τρίκυκλο «βρομόγυφτου» καθυστερεί την προσέλευση, δίνει όμως την ευκαιρία στον νεαρό να δικαιωθεί για τις απόψεις του περί «ζαβλακωμένων, σιχαμερών και βρωμιάρηδων τζίπσι», ευχαριστούμενος «που η ζημιά του τρικύκλου» – στη σύγκρουση- «ήταν μεγαλύτερη απ’ τη δική μας».
Στις εξετάσεις συζητά με τον εξεταστή του για τους οργισμένους συγγραφείς και τον Σίλιτοου, υποδυόμενος ότι συναινεί σε κάθε αντίδραση προς το σύστημα, αν και η πραγματική του θέση είναι η ένταξη στο σύστημα και η απέχθεια σε κάθε είδους φτώχεια. «Μου τη δίνει η μιζέρια! Χώρια που σου αφήνει κουσούρι μια ζωή. Τη βλέπω την κατάντια του γέρου μου: αγοράζει γυαλί ηλίου από το παζάρι για ένα χιλιάρικο».5
Η κόρη της που ήταν ξωτικό ή [«Θα δει τι θα πάθει η πουτάνα»]
Το διήγημα αναφέρεται στην Κλεοπάτρα, την κόρη της ηρωίδας του πρώτου διηγήματος Αλίσια – Αλιόνα, που έμοιαζε με ξωτικό.
Η Κλεοπάτρα κάθε φορά που η μητέρα της «έπαιζε παιχνίδια», συνουσιαζόμενη με τον κρεοπώλη κ. Σταύρο ή αναζητούσε σπίτια συμμαθητριών της για να διαβάσει ή κατέφευγε «στην κουζινούλα στην αυλή».
Η Κλεοπάτρα πηγαίνει στο σχολείο, η παιδαγωγική μέθοδος που προτείνετε για τη συμμόρφωσή της – γιατί «ήταν άγριο παιδί» – από τη μητέρα της και υιοθετείται από το σύλλογο διδασκόντων, είναι το ξύλο.
Ένα τέτοιο ξύλο από το διευθυντή του σχολείου κι ένα συνοδευτικό κτύπημα του κεφαλιού της στον τοίχο, ήταν αφορμή η Κλεοπάτρα να γίνει ξεφτέρι στα μαθηματικά, να κλέβει με τον παλιννοστούντα φίλο της τάσια από τις ζάντες των αυτοκινήτων και τέλος, να αποκτήσει βιοδυναμικές ιδιότητες που τις απευθύνει για να επηρεάσει αρνητικά με την ενέργειά της την εξ αγχιστείας αδελφή της Αναστασία! Το στοίχημα της ήταν εξάλλου: «Όλους θα τους εκδικηθώ! Θα δει τι θα πάθει η πουτάνα!»6.
Η κατάληψη [ή μετ’ εκδρομής «Κάτσε καλά Γεράσιμε»]
Ο οργισμένος νέος του δεύτερου διηγήματος «Σπάστε, κορόϊδα ή A day in life» επιστρέφει διηγούμενος σε πρώτο πρόσωπο τις εμπειρίες του από την τριήμερη κατάληψη του σχολείου, αραδιάζοντας με τη σειρά τα γεγονότα, μέρα με τη μέρα.
Την πρώτη μέρα της κατάληψης αποχωρεί υβριζόμενος, «Σιχαμένε, μαλάκα, κωλόπαιδο» του φωνάζουν, για να περάσει κατά μόνας καλά, με «ηλεκτρονικά στο σπίτι και σκουπιδοτροφές»7.
Τη δεύτερη μέρα μπαίνει στην αίθουσα για μάθημα, υπερασπιζόμενος το δικαίωμά του στη μόρφωση, οι καταληψίες όμως εκκενώνουν την αίθουσα με τη σιωπηρή αποδοχή των καθηγητών.
Την τρίτη ημέρα «πλακώσαν κι οι μπάτσοι», κι οι καθηγητές παίρνουν πλέον θέση για τα παιδιά, που θέλουν να μάθουν γράμματα, προτείνοντας εκδρομή!
Ο καθηγητής Αγάθων [ή «θα αρχίσω να κλέβω χλαίνες…»]
Το διήγημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μανδραγόρας» και παίρνει τον τίτλο του από το όνομα του πρωταγωνιστή του, καθηγητή Αγάθωνα Μιχαήλοβιτς Δημητριάδη ή Ντμήτριεβιτς. Παλιννοστούντα με σπουδές αστροφυσικού, προϋπηρεσία και σπουδαία προσόντα, που διορίζεται ωρομίσθιος σε κάποιο Λύκειο, με Λυκειάρχη που «υπεραγαπάει τον ταλαίπωρο αστροφυσικό» σχολιάζοντας: «Να μη μας το παίζει έλληνας, σε μας αυτά δεν περνάνε! Δεν το βλέπετε πως είναι άλλη ράτσα, άλλη νοοτροπία;»8.
Ο καθηγητής Αγάθων είναι παράξενος, κατάγεται εξάλλου από τη Νιζ Τογκούσκα, περιοχή γνωστή για το μεγάλο μετεωρίτη, τα ανεξήγητα συμβάντα και τις διάφορες μεταλλάξεις!
Παντρεμένος με πιανίστα ο Αγάθων, απομακρύνεται τελικά από το Λύκειο, επειδή οδηγεί τον καλύτερο μαθητή, γιο της φιλολόγου Πόπης, στο διευθυντή, μια και αυτός διέκοψε το μάθημά του για να φωνάξει «Νταν κου κου».
Ο Αγάθων απομακρύνεται, από το σχολείο, συνομιλεί με τον κοπρίτη, που τον φροντίζει- «Κι εσύ είσαι απ’ το βορρά ε, ασπροδόντη;» τον ρωτάει9, πουλά το πιάνο της γυναίκας του κι αγοράζει μηχανή «γουρούνα». Στο τέλος, επιστρέφει στο Λύκειο μεταλλαγμένος από την κατάθλιψη, την οργή και τις ιδιότητες που συναποκόμισε από τη συναναστροφή με τον κοπρίτη που ήταν λύκος τελικά, για να ανταμώσει το λυκειάρχη και… «Με μια γρήγορη κίνηση» δαγκώνει «το αυτί του λυκειάρχη, και τα παιδιά» βλέπουν «όλη τη φρίκη της στιγμής. – Να απομακρύνεται, δηλαδή, με το ματωμένο λάφυρό του μέσα στο στόμα, και το κομμάτι αυτό να σπαρταράει, να φτερουγίζει σαν μια μικρή, ροζ πεταλουδίτσα…».10
Γιούρια [ή «Να ζει ή να μη ζει κανείς ρε μαλάκα;»]
Πρωταγωνιστεί η Γκιούργκια ή Γιούρια, συντοπίτισσα του συγγραφέα, αφού γεννήθηκε από οικογένεια ελλήνων στη Σόφια. Ανδροκόριτσο η Γιούρια, σε συμφωνία, από άλλη όμως αφετηρία, με το μαθητή του διηγήματος «Σπάστε κορόϊδα», αγωνίζεται σ’ όλα τα ομαδικά αθλήματα για την τιμή της ομάδας. Ξεκινώντας από το ποδόσφαιρο και τα ακροβατικά, καταλήγει στο άθλημα της κωπηλασίας, προστατευόμενη της ίδιας της Ομοσπονδίας, ώσπου της ζητούν να «μεταμφιεστεί» σε μεσαιωνική κωπηλάτισσα για το γάμο της κόρης της κ. αντιπροέδρου. Η Γιούρια δεν αντέχει όμως την προσβολή για την ανδροπρεπή και άκομψη εμφάνισή της στην δεξίωση του γάμου από υψηλά ιστάμενο, που την προσφωνεί κι ως «πουτανίτσα», και τα κάνει γυαλιά – καρφιά.
Αργότερα δουλεύει σε σούπερ μάρκετ στη Θεσσαλονίκη, όπου τη συναντά ο αφηγητής και διερωτάται: «Τι έπρεπε να κάνω δηλαδή! Να έτρωγα την προσβολή στη μάπα για να πήγαινα στους Ολυμπιακούς ή να τους έφτυνα στη μούρη;»
Hot dog [ή «Όταν έρθει η μέρα της κρίσης, εμείς σα σκυλιά θα παρουσιαστούμε;»]
Στο Hot dog, που επίσης πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μανδραγόρας, ο κοπρίτης του Αγάθωνα επιστρέφει ως πρωταγωνιστής. Συνοδεύεται από τον Μπάμπη, που θέλει να το παίξει επαναστάτης, κατουρώντας κι αυτός στην όπερα, αλλά δεν τα καταφέρνει. Ο κοπρίτης κάνει έρωτα δωρεάν με τη Νέλλη, τη σκυλίτσα που εκδίδει επί χρήμασιν το πιτ μπουλ ο Τάσος, λέγοντάς της «Χαζή είσαι να το κάνεις τζάμπα;- Σκέψου και τα γεράματα!»,11 και διηγείται τις περιπέτειές του με τη μετέπειτα αφεντικίνα του, την κ. Λούλα, «που τον είχε εισαγάγει σε κάποιου είδους τρελλίτσες και μετά τό ΄παιζε αυστηρή».12
Αυτή ήταν τ’ αφεντικό, κι ο κοπρίτης ξέρει ότι πρέπει να τη σεβαστεί, φιλιώνουν λοιπόν, αλλά εξακολουθεί να τον βασανίζει η ερώτηση του φίλου του Τάσου, του πιτ μπουλ: «Ρε συ! Όταν έρθει η μέρα της κρίσης, εμείς σαν σκυλιά θα παρουσιαστούμε;»
Εγώ «θέλω όταν έρθει η στιγμή να παρουσιαστώ σαν Άνθρωπος» είναι η απάντηση του Κοπρίτη. Μόνον αυτός να θέλει;13
Φώτο – Veritas [ή Άσε να φανεί το βρώμικο σεντόνι]
Το όγδοο διήγημα, που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Η λέξη, είναι αυτό, που δίνει τον τίτλο στη συλλογή και φιλοξενεί το διαπληκτισμό της κυρίας Ζάνας, της φωτογράφου, που αγαπά να σκηνοθετεί την πραγματικότητα και του άνδρα της, του επίσης φωτογράφου Γκάρο, που σιχαίνεται τις στημένες φωτογραφίες και θέλει η ζωή «να φανεί όπως είναι. Χωρίς φτιασίδια και ψεύτικες μπούκλες».14
Ο Γκάρο έλκεται από την αλήθεια της ζωής, θέματά του ήταν οι ζητιάνοι κι οι κλοσσάρ της Σόφιας και τα πλάνα του πάντοτε κοντινά, για ν’ αποκαλύπτουν «τις πιο κρυφές πτυχές της ανθρώπινης ψυχής». «Και τι φταίω εγώ αν κατά βάθος είστε καθοίκια», έλεγε γελώντας.
Στο δρόμο είναι που ανακαλύπτει και τη σκηνοθεσία της πραγματικότητας, και της μετατροπής του ρεαλιστικού σε νατουραλιστικό, για να αποκομίσουν οι Αλβανοί ζητιάνοι περισσότερη ελεημοσύνη. Στο νεκροταφείο «κάνει τον πόνο θέαμα», «τις μαζεύει», πηγαίνει στο νοσοκομείο, επιμένει όμως στην επιλογή του. «Άσε να φανεί το βρώμικο σεντόνι» «να δουν όλοι την κατάντια μας»15, λέει επιλέγοντας στη γυναίκα του Ζάνα.
Η οργή της Ανθούλας, [ «Εμείς δεν θέλουμε σχολείο» ή χτύπημα κι απ’ την άλλη πλευρά]
Η Ανθούλα, ψιλή, «δύο μέτρα κοκκαλιάρα, με γυαλιά και μαύρο χνούδι στα μάγουλα», κάνει έρανο στη Βενιζέλου, παραμονές Χριστουγέννων με συμμαθήτριες της για τα παιδιά των φαναριών. Αλλοδαπή με μωρό στην αγκαλιά ζητιανεύει, η Ανθούλα την παρακαλά να σταματήσει την επαιτεία, έχει σχέδια για το μέλλον της, κάποιοι όμως τη ληστεύουν. Η αλλοδαπή ζητιάνα εξαφανίζεται, κλείνοντάς της το μάτι, και η Ανθούλα συντρίβεται γιατί, όπως λέει, μονολογώντας «Δεν υπήρχε το κοριτσάκι με τα σπίρτα» και «Κανείς δεν ήθελε τη φιλανθρωπία της, σκασίλα τους για την Ανθούλα»16. Στη συνέχεια, την πλησιάζουν δύο νεαροί, που βλέπουν τις παλιομοδίτικα ντυμένες γκόμενες σαν «μαζορέτες». Η Ανθούλα αντιδρά, αποκαλεί τον έναν «βλαμένο», ο νεαρός τη χαστουκίζει, κι η Ανθούλα στο όνειρό της βλέπει τα γυφτάκια με τον κουμπαρά να συλλαμβάνονται κι εκείνη να υπερασπίζεται το δικαίωμα στη μόρφωσή τους «Μα εμείς δε θέλουμε σχολείο» σχολιάζουν τα γυφτάκια, η Ανθούλα ξυπνά και νοιώθει να την πονά και το άλλο μάγουλο, «όχι η χτυπημένη πλευρά! Η άλλη!…» »17
3. Φώτο – Veritas ή η αλήθεια του ξένου
Κοινωνιολογική η τρίτη ανάγνωση που έγινε από την Τζένη Κατσαρή – Βαφειάδη στηρίχτηκε σε λέξεις – έννοιες κλειδιά που ανέδειξαν τα μοναδικά μηνύματα του συγγραφέα:
«Θεματολογικός πυρήνας της τελευταίας συλλογής διηγημάτων του Χαρτοματσίδη ο ξένος, ο ανθρωπολογικά «άλλος», ο διαφορετικός, ο πέραν των κυρίαρχων στερεοτύπων: ο πρόσφυγας: μετανάστης, παλιννοστήσας πόντιος, γύφτος ή αλβανός.
Πόντιος και ξένος ο Χαρτοματσίδης, παλιννοστήσας ο ίδιος, με το βίωμα του εθνοτικά «άλλου» στη Βουλγαρία, επιστρέφει απογράφοντας ως γηγενής με ειρωνεία και σαρκασμό τις κυρίαρχες αντιλήψεις, την καχυποψία, την υποτίμηση, την αντικειμενοποίηση του «άλλου» στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία.
•«Ο άλλος» δεν έχει σώμα. Το σώμα γίνεται εργαλείο επιβίωσης. Το σεξ εξασφαλίζει στέγη ή χρήμα.
Η χοντρή μάγισσα Αλίσια – Αλιόνα, η εκδιδόμενη επί χρήμασι σκύλα Νέλλη, ακόμη και το ανδροκόριτσο Γιούρια εγγράφονται στο συλλογικό ασυνείδητο ως πουτανίτσες. Πουτανίτσα θεωρείται κι η Κλεοπάτρα «το ερωτικό της ταμπεραμέντο σίγουρα είναι κληρονομικό» σχολιάζει η ευπρεπής Ναστάζια, ενώ η κ. Λούλα του Hot Dog επιδιώκει με τον κοπρίτη σκύλο, μέχρι ενός ορίου, τρελίτσες.
Ανδρικός εξανδραποδισμός στο τελευταίο, και προωθημένες φαντασιώσεις της στερημένης κι ανικανοποίητης, συχνά στο σεξουαλικό επίπεδο, κυριαρχούσας ομάδας για όσα συντελούνται πέραν των κλειστών παραθύρων.
•Ο «άλλος», η ανεργία και η κακοποίηση. Η γυναίκα του καθηγητή Αγάθωνα πιανίστα, καθαρίζει σκάλες, κι ο Αγάθων αστροφυσικός εξαναγκάζεται σε παραίτηση για λόγους αδιανόητης, για υποτελείς και ψωμοζήτες, στην κυριαρχούσα ομάδα, αξιοπρέπειας. Το ίδιο κι η Γιούρια, ταλαντούχα, στον αθλητισμό που καταλήγει πωλήτρια σε σούπερ μάρκετ.
•Η καχυποψία κι η υποτίμηση. Η Αλίσια – Αλιόνα δεν μπορεί να είναι καλή, οι γύφτοι κλέβουν, διεκδικούν μονίμως το παράνομο, είναι εθισμένοι στην κλοπή, οι Αλβανοί σκηνοθετούν θελκτικές εικόνες συμπόνοιας, οι παλιννοστήσταντες επ’ επουδενί μπορεί να είναι έλληνες, το ταλέντο κι η γνώση του ξένου καθορίζονται από τη δυνατότητα υπακοής στο ψεύδος της κυρίαρχης ομάδας.
• Μόνη δύναμη του ξένου το μαγικό, το ξωτικό, το παράξενο. Μάγισσα η χοντρή Αλίσια, ξωτικό που εκδικείται με βιοδυναμικές ιδιότητες η Κλεοπάτρα, παράξενος ο Αγάθων, μεταλλάσσεται βαθμιαία, δαγκώνοντας σαν λύκος αυτί. Μόνη αντίδραση του ξένου το μαγικό, το υπερρεαλιστικό, η σωματική δύναμη, τα ερωτήματα για την παραμυθία που μπορεί να εγκατοικεί στο επέκεινα. Η δύναμη της αντρογυναίκας Γιούρια να εκδικείται κτυπώντας ή τα ερωτήματα για την ημέρα της κρίσεως που «όλοι άνθρωποι θα’ ναι».
Μόνη δύναμη για τον κόσμο των ταπεινών και των καταφρονεμένων, η μαγεία, η αγαθή εκείνη δύναμη που ζωντανεύει φαντάσματα ικανά να πάρουν εκδίκηση, παίρνοντας από τους άδικους τα παλτά.
Γιατί ούτε το κοριτσάκι με τα σπίρτα υπάρχει πια, ούτε η ευγενής φιλανθρωπία αξίζει. Τα γυφτάκια δε θέλουν να μορφωθούν κι η αλλοδαπή ζητιάνα στην «Οργή της Ανθούλας» έχει, ήδη, υιοθετήσει «τα κόλπα». Δεν παρακαλά, διασφαλίζει αρπάζοντας. Η ζωή είναι ιδιαίτερα σκληρή για τους πρίγκιπες της επιβίωσης και δεν παραλείπει να χαστουκίζει τους φιλάνθρωπους κι από τα δύο μάγουλα, εν ταυτώ.
Εξάλλου, το σχολείο, φορέας που διατρέχει άμεσα ή έμμεσα το σύνολο σχεδόν των διηγημάτων της συλλογής, εκτός του Φώτο – Veritas, εκείνο που μεταδίδει είναι το μίσος στη μιζέρια, που σου «αφήνει κουσούρι για μια ζωή».
Αμφίσημο, βολεμένο και βολικό, επαμφοτερίζον «όλοι σας με την πρώτη ευκαιρία γίνεστε θύτες! Όσο κι αν μυξοκλαίτε τάχα με τους χαμένους. Κι εσείς κι οι συμμαθητές μου»18 υπομιμνήσκει γραπτώς στην κυρία φιλόλογό του ο αφηγητής μαθητής του διηγήματος «Σπάστε κορόϊδα ή A day in life…».
Βολεμένο και βολικό, ως η παιδαγωγική αντίληψη του ξύλου προς την Κλεοπάτρα, που προσκρούει στην μεταρρυθμιστική πολιτική για την κατάργηση του ξύλου, εφαρμόζεται όμως συστηματικά ως μέσον συμμόρφωσης του άγριου παιδιού!
Ελπίδα; Ο συγγραφέας – φωτογράφος στο ομότιτλο διήγημα που τιτλοφορεί και τη συλλογή. Σημειωτέον, είναι το μοναδικό διήγημα, που εκτυλίσσεται στη Σόφια, τόπο καταγωγής του συγγραφέα και το μοναδικό, στους τρόπους διήγησης, αναφερόμενο, αφού παρουσιάζει τις συνισταμένες των αφηγηματικών του επιλογών και της οπτικής, στα διηγούμενά του, γωνίας. Ο συγγραφέας – φωτογράφος εν είδει βαλκάνιου, συγκινημένου δηλαδή και όχι ψυχρού προς τα πράγματα, δυτικού ρεπόρτερ. Ρεπόρτερ που συγκινείται και παρέχει γι’ αυτό τον οβολό του στην άψογα σκηνοθετημένη σκηνή επαιτείας των Αλβανών στη Σόφια. Ο συγγραφέας – φωτογράφος που τρώει ξύλο, γιατί με τα κοντινά του πλάνα υποκλέπτει το συναίσθημα και «το παράπονο του πονεμένου», ακόμη κι όταν αυτός έχει «φτάσει», και έχει κοινωνικά καταξιωθεί.
Γιατί ό,τι κι αν γίνει «θα πρέπει να φαίνεται το βρώμικο σεντόνι, να βλέπουν όλοι την κατάντια μας».19
Αυτόνομα αλλά και συγκοινωνούντα είναι και τα εννέα διηγήματα του Φώτο – Veritas. Το 1ο συνδέεται με το 3ο, κοινός παρανομαστής η Αλίσια και η κόρη της Κλεοπάτρα, το 2ο με το 4ο, κοινό σημείο ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής και το σχολείο, το 5ο, (Ο καθηγητής Αγάθων) με το 7ο (Hot Dog) μέσω του κοινού τους ήρωα, του κοπρίτη σκύλου, στο 6ο η Γιούρια συναινεί, υπό άλλη οπτική γωνία, δοσμένη η ίδια στη συλλογικότητα, στην άποψη της νίκης για προσωπικούς όμως ανταγωνιστικούς λόγους του μαθητή του «Σπάστε κορόϊδα», στο 8ο ο συγγραφέας ταυτίζεται με το φωτογράφο Γκάρο κι αποσαφηνίζει την οπτική του γωνία σε σχέση με την ετερότητα, και στο 9ο η Ανθούλα είναι και μαθήτρια και περιθωριακή στην εμφάνιση και με φιλάνθρωπο βλέμμα στους «ξένους».
Και τα εννέα έτσι διηγήματα του Φώτο – Veritas, συγκλίνουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στο κοινό θεματικό πυρήνα: τον «άλλον», τον περιθωριακό, τον μετανάστη, τον πρόσφυγα.
Υπέροχη η γλώσσα του Χαρτοματσίδη λιτή, καίρια, κυριολεκτική με ειρωνεία, χιούμορ και σαρκασμό απομυθοποιεί δραστικά την στερεότυπη αντίληψη περί ηπίας εισδοχής του «άλλου», του ξένου στην ελληνική πραγματικότητα, κεκαλυμμένη, υπό το σύνηθες του ιδίου βιώματος που μας εδώρισε, σκορπίζοντας μας στα ξένα η «μητριά πατρίδα», παρουσιάζοντάς μας εναργέστατα του σεντονιού τη βρώμα. Την κατάντια μας, γιατί ο «άλλος» ενίοτε φέρεται και ως έλληνας και ως παλιννοστήσας!
Τι μένει; Ο Κοπρίτης σκύλος που συλλογίζεται το επέκεινα και είναι σίγουρος….» «Μα κάπου πίσω, είμαι σίγουρος, υπήρχε ένα φωτεινό παρελθόν. Ανθρώπινο και σχεδόν ξεχασμένο. Ένας ολόκληρος κόσμος, που τον χάνεις και δεν μπορείς να καταλάβεις το πώς και το γιατί και ξαφνικά βρίσκεσαι σε μια καθημερινή, σκυλίσια ζωή, που τη σιχαίνεσαι, μα δεν μπορείς να ξεφύγεις. Κι ας σε πνίγει το λουράκι! Κι ας σε μπουκώνουν τα αποφάγια! Θυμάμαι ο Τάσος, το πιτ μπουλ, με είχε ρωτήσει: «Ρε συ! Όταν έρθει η Μέρα της Κρίσης, εμείς σαν σκυλιά θα παρουσιαστούμε;». Κι ίσως αυτό να είναι το πραγματικό ερώτημα κι όχι οι μεταφυσικές αρλούμπες! Δεν του απάντησα. Εμένα όμως, συνεχίζει να με βασανίζει η ερώτηση. Και θέλω, όταν έρθει η στιγμή, να παρουσιαστώ σαν Άνθρωπος!».20
Σαν Άνθρωπος…
Εν τέλει, και για να ξαναγυρίσουμε στην αρχή, μάλλον, πάντοτε θά’ ναι χρήσιμος ακόμη κι όταν σε μπουκώνουν τ’ αποφάγια, «ένας Ντοστογιέφσκι στην τσάντα…» Είναι που μας παραπνίγει σήμερα το λουράκι… Κι όμως είναι σίγουρο, ότι κάπου εκεί πίσω, υπάρχει ένα φωτεινό παρελθόν.Η ανθρωπιστική παιδεία, μοναδικό περιουσιακό μας στοιχείο…»
Τζένη Κασαπιάν: «Ο κόσμος των πολιτικών προσφύγων έφερε μια απρόσμενη δυναμική»
Η Τζένη Κασαπιάν πέρασε σε μια ανάγνωση περισσότερο ψυχαναλυτική, απολογητική κατά κάποιο τρόπο για το σύγχρονο άνθρωπο: «Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ζούμε στην εποχή του υλισμού: αν δε μπορούμε ν’ αντλήσουμε από κάτι άμεσο κέρδος τότε δεν αξίζει τον κόπο ν’ ασχοληθούμε μ’ αυτό. Η εποχή μας λατρεύει την αποδοτικότητα, την άμεση επιτυχία και δε θέτει παρά δύο ερωτήματα: σε τι χρησιμεύει- τι κερδίζω;
Αλήθεια, σε τι χρησιμεύει η ρεαλιστική αναπαράσταση ενός κόσμου καθημερινού περισσότερο νικημένου παρά νικητή; Ποιον ενδιαφέρει η εποποιία των απόβλητων;
Πόσο και γιατί μας αφορούν οι καθημερινές ιστορίες από τη ζωή των παλιννοστούντων που κάποτε αγγίζουν τα όρια της ιλαρότητας;Εμείς, βολεμένοι στη δική μας πραγματικότητα, έχουμε πάθει μία αφασία από το να παρακολουθούμε καθημερινά τη συντέλεια του κόσμου στην τηλεόραση. Κι αναρωτιέται κανείς, πόσες συντέλειες μπορούμε ν’ αντέξουμε; Γιατί λοιπόν θα πρέπει να σκύψουμε με ενδιαφέρον στον κ. Χαρτοματσίδη και όποιον άλλον θέλει να μας μεταφέρει τα δικά του βιώματα; Έχετε κάποια απάντηση;» απηύθυνε στο κοινό για να συνεχίσει αμέσως μετά: «Όπως σε κάθε πρόβλημα υπάρχει λύση έτσι και σε κάθε ερώτηση υπάρχει η απάντηση, έστω κι αν αυτή κάποιες φορές μπορεί, χρονικά τουλάχιστον, να καθυστερεί.
Η ισορροπία του καλού και του κακού, της δημιουργίας και της καταστροφής. Από την αρχή της ιστορίας του ανθρώπου υπήρχαν αυτοί που δημιούργησαν κι αυτοί που ποδοπατούσαν τον πολιτισμό. Και δυστυχώς η καταστροφή είναι στιγμιαία, ακαριαία, σε αντιδιαστολή με τη δημιουργία που είναι κοπιαστική, επίπονη, αργή, χρονοβόρα. Ο πολιτισμός, δύσκολη υπόθεση. Συσσώρευση εμπειριών, μόχθου, διανόησης. Ο πολιτισμός είναι πλούτος. Αυτό πρεσβεύει ο κ. Χαρτοματσίδης και το έργο του. Πλούτο για την κοινωνία.Γιατί η κοινωνία καθώς και η ζωή όλη είναι όμορφη στην πολυπλοκότητά της, στην πολυποικιλία των στοιχείων της. Αυτός ο κόσμος των πολιτικών προσφύγων δεν έφερε με τις αποσκευές του μόνο φτηνά εργατικά χέρια και προβλήματα. Έφερε ταυτόχρονα μια απρόσμενη δυναμική στο χώρο. Κι όπως και να ’χει, προοδεύουν εκείνες οι κοινωνίες οι οποίες δεν πολυπροσέχουν το τζάκι από το οποίο από το οποίο προσέρχεται ο πολίτης, αλλά εξετάζουν και τον αξιολογούν ανάλογα με την προσωπική του αξία».
Μ.Α.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
