Στο Θρακικο Ωδειο το «Μαυρο βιβλιο» του Γιωργου Γιαννοπουλου
Σήμερα το βράδυ στις 7.00 στο Θρακικό Ωδείο Κομοτηνής, στα πλαίσια των Ελευθερίων Θράκης 2004, θα παρουσιαστεί το βιβλίο του δημοσιογράφου και συγγραφέα Γιώργου Γιαννόπουλου με τίτλο «Μαύρο βιβλίο». Το βιβλίο παρουσιάζουν ο δήμαρχος Κομοτηνής Τάσος Βαβατσικλής, ο διευθυντής της εφημερίδας «Αγγελιοφόρος» Τραϊανός Χατζηδημητρίου, ο δημοσιογράφος και πρώην διευθυντής της εφημερίδας «Θεσσαλονίκη» Λάζαρος Χατζηνάκος και ο σκηνοθέτης και θεατρικός συγγραφέας Ερμής Μουρατίδης. Αποσπάσματα του βιβλίου, χαρακτηριστικά της κεντρικής ιστορίας και της πλοκής, διαβάζουν οι ηθοποιοί του ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής, Φιλοποίμην Ανδρεάδης και Μυρσίνη Λαντζουράκη. Ο Γιώργος Γιαννόπουλος μίλησε στο ραδιόφωνο του ΠτΘ για μέρος του περιεχομένου του βιβλίου και κέντρισε τη περιέργεια ακόμη και όσων έχουν διαβάσει το βιβλίο για την περιπέτεια που ζει ο συγγραφές αναζητώντας την ιστορική αλήθεια μέσα όμως από τη δραματική μοίρα των ηρώων του, που ακολουθούν την κορύφωση των συναισθημάτων.
Δίνοντας έμφαση στο ρόλο και τη δυναμική των ιστορικών γεγονότων ο κ. Γιαννόπουλος μιλά για το ρόλο του Τύπου: «Όποιος εργάζεται στον Τύπο σχολιάζει και μιλάει για τους άλλους. Η μεγάλη πρόκληση είναι να στρέψεις το φακό στα του οίκου σου και να αναζητήσεις μ’ ένα καταρχήν επιστημονικό αλλά και δημοσιογραφικό τρόπο την πορεία και την εξέλιξη στο χώρο του Τύπου. Το «Μαύρο βιβλίο» εξετάζει την ιστορία του σύγχρονου ελληνισμού μέσα από τα μάτια του Τύπου».
Για την καθαρότητα όμως του βλέμματος των ανθρώπων του Τύπου χωράει μεγάλη συζήτηση. «Οι αναγνώστες το διαισθάνονται. Το πόσο ελεύθερος, ανεξάρτητος και δημοκρατικός είναι ο Τύπος και οι φωνές των δημοσιογράφων είναι κάθε φορά ένα ιστορικό ζητούμενο, το οποίο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη δική τους ευθύνη κι ευαισθησία και από τις κοινωνικές και ιστορικές συγκυρίες. Ένα πρόσφατο παράδειγμα που δείχνει πόσο σκληρό και δύσκολο είναι ν’ ασκείς τη δημοσιογραφία είναι η περίπτωση του διευθυντή βρετανικής εφημερίδας, ο οποίος δημοσίευσε εικόνες βασανιστηρίων στο Ιράκ και στη συνέχεια παραιτήθηκε γιατί η εφημερίδα ισχυρίστηκε ότι οι φωτογραφίες ήταν ψεύτικες. Καθημερινά οι δημοσιογράφοι έδιναν μια μάχη για την ενημέρωση και η συνείδησή τους κρίνεται. Στο «Μαύρο βιβλίο» προσπαθώ να φωτίσω την ιστορική πλευρά του Τύπου».
Ο Γιώργος Γιαννόπουλος υπενθυμίζει ότι για να καταλάβουμε κάποια από τα σημερινά τεκταινόμενα πρέπει να έχουμε γνώση των ιστορικών γεγονότων. «Ο Τύπος είναι ένα μέσο εξουσίας και πολλοί μπαίνουν στον πειρασμό να το χρησιμοποιήσουν μόνο ως μέσο εξουσίας και όχι ως ένα δημοκρατικό αγαθό που έχει να κάνει με την ενημέρωση των πολιτών. Πρέπει κάποιος να γνωρίζει πώς έχουμε φτάσει στο σημερινό Τύπο».
Μαθήματα ελληνικής ιστορίας
Χαϊνογλου, Κανελλοπούλου, Πατσά…
Στο «Παράρτημα» του βιβλίου παρατίθεται η ΔΗΛΩΣΙΣ του Αναστασίου Ευαγγ. Χαϊνογλου, βουλευτού Έβρου και δημοσιογράφου, η γνωστή και ως δήλωση κοινωνικών φρονημάτων από ανθρώπους που θέλησαν να γλιτώσουν τις οικογένειές τους από τον πολιτικό διωγμό των συμπατριωτών τους. «Η περίπτωση του Χαϊνογλου είναι συγκλονιστική γιατί συμπυκνώνει με παραστατικό τρόπο την τύχη πολλών δημοσιογράφων και μάλιστα διακεκριμένων. Ο Χαϊνογλου ήταν μια σημαντική προσωπικότητα. Ας σκεφτούμε ότι ήταν βουλευτής κόμματος και αναγκάστηκε αν κάνει δήλωση μετανοίας. Μπορούμε να αντιληφθούμε σε τι κατάσταση βρισκόταν οι δημοκρατικές ελευθερίες στην Ελλάδα της εποχής του ‘40».
Η δολοφονία της Ματίνας Κανελλοπούλου το 1980, η καταδίκη σε θάνατο το 1947 με απόφαση του Έκτακτου Στρατοδικείου 23 αντρών και της Ευθυμίας Πατσά, είναι ένα μικρό δείγμα από τα ιστορικά γεγονότα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Γιαννόπουλου. «Είναι συγκλονιστικό να βλέπει κανείς πώς τα ιστορικά γεγονότα συμπυκνώνονται στη μοίρα κάποιων απλών ανθρώπων, όπως ήταν η Ευθυμία Πατσά ή η Σταματία Κανελλοπούλου, που πλήρωσαν με την ίδια τους τη ζωή κάποια σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία. Τα θύματα δεν είναι ούτε κάποιες αγιοποιημένες μορφές ούτε κάποιοι άνθρωποι ξένοι από εμάς. Θα μπορούσε να βρίσκεται ο καθένας στη θέση τους. Με το «Μαύρο βιβλίο» θέλω να δείξω ότι τα πραγματικά θύματα είναι απλοί άνθρωποι, οικογενειάρχες, τα νεαρά κορίτσια, οι ερωτευμένοι, οι αθώοι». Όπως ερωτευμένοι ήταν και η Μάρα με το Φοίβο και ο Φοίβος με τη Μάρα. «Πολλά από τα πρόσωπα του βιβλίου οφείλουν την έμπνευσή τους σε ιστορικά πρόσωπα, αλλά επειδή πρόκειται για λογοτεχνία το ζητούμενο ήταν να αποκτήσουν τραγική διάσταση. Εξάλλου δεν πρόκειται για δοκίμιο ή για δημοσιογραφική έρευνα αλλά για ένα λογοτεχνικό έργο. Το γεγονός ότι προκαλεί αυτές τις συζητήσεις δείχνει ότι έχει φωτογραφίσει υπαρκτά πρόσωπα και το σημαντικότερο υπαρκτές καταστάσεις».
Το αυτονόητο που προκύπτει είναι κατά πόσο κάποια πρόσωπα κλειδιά που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη μεταπολεμική ιστορία της Θεσσαλονίκης, όπως ο Λύκος – το δεξί χέρι του μεγαλοεκδότη- ή ο Άνθιμος, ο ψυχολόγος χαφιές που επέλεγε να διεισδύσει σε συντροφιές νεαρών αριστερών ή αναρχικών για να τους καρφώνει ή ο Βοεβόδας, πανεπιστημιακός νομικός, με περίεργα γούστα και «ιδιαίτερη» αίσθηση περί οικογενειακοί δικαίου –επιτρέπει το βιασμό από πατέρα σε κόρη-, κινούνται οι ίδιοι ή τα παρακλάδιά τους ακόμη στη συμπρωτεύουσα. «Παρόμοιοι άνθρωποι υπάρχουν και σήμερα. Όσο οι δημοκρατικές ευαισθησίες είναι χαλαρές, όσο δεν υπάρχει ιστορική γνώση πάντα θα δίνεται η ευκαιρία σε τέτοιους ανθρώπους να κινούνται ελεύθερα. Κι αν έχει νόημα το να γράψεις ένα βιβλίο είναι το να συνεισφέρεις κάτι στη συνείδηση των ανθρώπων. Είναι μια τρομερή πρόκληση και στο βαθμό αυτό η λογοτεχνική δραστηριότητα συμπλέει με τη δημοσιογραφική».
Για το κατά πόσο ζουν ανάμεσά μας και υπάρχει ακριβής ταύτιση των ηρώων ο Γιώργος Γιαννόπουλος εξηγεί ότι «έχουν γίνει οι μήτρες, τα αρχέτυπα κάποιων προσώπων κι από κει μπορεί ο καθένας να αναγνωρίσει στοιχεία ανθρώπων που έτυχε να γνωρίσει. Σημασία στη λογοτεχνία δεν έχει να φωτογραφίσεις ένα πρόσωπο αλλά να το δεις στην τραγική του διάσταση. Η λογοτεχνία είναι η γύρη της ιστορίας, η δημοσιογραφία είναι το βαθύ σκάψιμο στα ορυχεία. Θεωρώ ότι αυτή η διάσταση της λογοτεχνίας κάποιον που ασχολείται τον κάνει ταπεινό γιατί κατανοεί την πραγματική αίσθηση του χρόνου και των γεγονότων. Στη λογοτεχνία ξαναζωντανεύει το παρελθόν κι αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο σχολείο για την ψυχή του δημιουργού και του αναγνώστη. Η Ευθυμία Πατσά ήταν 19 χρονών και χαμογελούσε μπροστά στο απόσπασμα…» μεταφέρει ο Γιώργος Γιαννόπουλος.
Στην πλοκή της ιστορίας κάποιοι, ο Λύκος και η παρέα του εκδότη, κυνηγούν το «Μαύρο βιβλίο» γιατί είναι μια σκοτεινή για κάποιους αλήθεια. «Αυτή είναι και η τραγωδία τους. Μια από τις σημασίες του τίτλου είναι ότι πρόκειται για ένα σκοτεινό αντικείμενο. Θα μπορούσε να είναι το μαύρο κουτί του αεροπλάνου που το ψάχνουμε μετά την καταστροφή. Φιλοσοφικά δηλώνει και τη σκοτεινή διάσταση της ανθρώπινης επιθυμίας, τα αδιέξοδα και την τραγική πλευρά του ανθρώπου που κυνηγάει συχνά χίμαιρες».
Οι ήρωες είναι τρισδιάστατοι, έχουν επιθυμίες, πάθη, κάνουν λάθη, συγκρούονται και πάσχουν. Ο συγγραφέας κλείνει το «Μαύρο βιβλίο» με τη ρήση του Φλομπέρ «Η κυρία Μποβαρί είμαι εγώ» κι αυτό σημαίνει ότι αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη των όσων γράφει και «την ευθύνη να ταυτιστεί και να βυθιστεί σε κάθε ήρωα. Ο λογοτέχνης είναι εκείνη η συνείδηση που εξαντλείται παρατηρώντας την ανθρώπινη περιπέτεια, το ανθρώπινο δράμα».
Μαρία Αμπατζή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
