Ο Βιλχελμ Χαουφ και τα «Παραμυθια»
Ο κόσμος της ανατολής για τους δυτικούς συνυφαίνεται με το μοτίβο της σοφίας, του παραμυθιού, των αμύθητων θησαυρών, τη Χαλιμά, τον Σεβάχ το Θαλασσινό, τις χίλιες και μια νύχτες…
Σεΐχηδες, όμορφες πριγκίπισσες, βεζίρηδες, ο Χαρούν Αλ Ρασίντ, το παραμύθι του Αλή Μπαμπά με τους σαράντα κλέφτες…
Βαγδάτη, Βασόρα, Νατζάφ, Νασιρίγια, Ουμ Κασρ ήταν λέξεις που τις ξανασυλλαβίσαμε με τον νέο πόλεμο του Κόλπου…
Πόλεμο; Την εισβολή και την κατοχή του Ιράκ..
Τις μέρες των βομβαρδισμών η Ελένη ανέτρεξε στις ιστορίες της Βίβλου για να θυμηθεί το γενάρχη του υπερήφανου αυτού λαού της Μεσοποταμίας και εμείς καταφύγαμε στα παραμύθια του άγνωστου σχεδόν στην Ελλάδα Χάουφ, που το βιογραφικό του αναθυμάται ακόμη το γένος των Σουαβών, που πρωτοδιαβάσαμε στα κείμενα της λατινικής γραμματείας, για να περιδιαβούμε με το δικό μας τρόπο στα μαγικά της ανατολής μέρη εκεί όπου δεν ανθίζει μόνον πολιτισμός αλλά οι άνθρωποι μεταμορφώνονται σε πουλιά, υπάρχουν ακόμη τζίνια, σεΐχηδες και πριγκίπισσες, μέρη που κατοικούνται και στεγάζουν ακόμη ελεύθερα ήρωες παραμυθιού και όμως λέγονται Βασόρα και Βαγδάτη…
Τα «Παραμύθια» του Χάουφ εξεδόθησαν στη χώρα μας από τις εκδόσεις Καλέντη σε μετάφραση και επίμετρο Λήδας Παλλαντίου και εικονογράφηση Κατερίνας Βερούτσου σε μια εξαιρετικά τρυφερή έκδοση από το επίμετρο της οποίας, σε κείμενο Λήδας Παλλαντίου, για τον Χάουφ διαβάζουμε.
Ο Χάουφ γεννήθηκε…
Ο Βίλχελμ Χάουφ γεννήθηκε το 1802 στη Στουτγάρδη, από γονείς Σουαβούς. Παρά τη σύντομη ζωή του – πέθανε το 1827, λίγες μέρες πριν από τα γενέθλια των 25 χρόνων του και δέκα μέρες μετά τη γέννηση της κόρης του Βιλχελμίνας -, άφησε ένα πλουσιότατο έργο, το οποίο εξεδόθη για πρώτη φορά συγκεντρωμένο σε τριάντα έξι τόμους, το 1836. Το έργο του περιλαμβάνει διηγήματα, ένα μυθιστόρημα, καθώς και τα «Παραμύθια» του. Μολονότι αυτά δεν εκτιμήθηκαν ανάλογα στην εποχή τους, αποτελούν σήμερα το πιο γνωστό από τα έργα του.
Παραμύθια με τη μορφή ημερολογίου
Εξήντα χρόνια από τότε που τα παραμύθια με τις νεράιδες του γαλλικού ροκοκό είχαν γίνει στη Γερμανία υποδειγματικό λογοτεχνικό ανάγνωσμα, και είκοσι χρόνια μετά τους Γερμανούς ρομαντικούς, η ποιητική αυτή μορφή παραμυθιών δεν θα μπορούσε να επικρατήσει ως λογοτεχνικό είδος με κάποιο κύρος. Ο Χάουφ το ήξερε. Και αφού έγραψε τα «Παραμύθια» του, τα παρουσίασε στις αρχές του 1825 στον εκδότη του με μιαν υπόδειξη: να δημοσιευθούν υπό μορφή ημερολογίου. Συνόδευσε την έκδοση με έναν σχετικό πρόλογο με συμβολικό και επίκαιρο χαρακτήρα, όπου η μητέρα, η Βασίλισσα Φαντασία, βλέπει τη θυγατέρα της, το Παραμύθι, παραπονεμένη και περιφρονημένη από όλους. Γνωρίζει τον εχθρό της: είναι η κακιά Μόδα. Και συμβουλεύει την κόρη της, αφού την ντύσει με τα κατάλληλα ρούχα, να αγνοήσει τους μεγάλους και να απευθυνθεί στα παιδιά, τον κόσμο εκείνο που έχει ακόμα τη γνησιότητα και την αγνότητά του… Γνωρίζοντας τη μειονεκτική θέση ενός τέτοιου είδους παραμυθιού, ο Χάουφ προσπαθεί να υπερκαλύψει αυτή την ατέλεια με μια πολυτελή έκδοση. Τα «Παραμύθια» του θα απευθύνονται αρχικά στον παιδόκοσμο, ενώ παράλληλα τρέφει την κρυφή ελπίδα να συγκινήσει και κάποιους ενήλικες, γονείς ή άλλους αναγνώστες….
Από τους Γκριμ στη Χαλιμά
Χαρακτηριστικό των «Παραμυθιών» του Χάουφ είναι η πρωτοτυπία τους. Ο συγγραφέας έχει ως μοναδικό πρότυπο παραμυθιών εκείνα της Χαλιμάς, χωρίς άλλες επιρροές. Όσο για τα «Παραμύθια» των αδελφών Γκριμ, τα θεωρεί ξεπερασμένα και εκτός συρμού.
Τα «Παραμύθια» του Χάουφ δεν έχουν ενιαίο περιεχόμενο. Είναι κατανεμημένα σε τρεις κύκλους, με τους αντίστοιχους τίτλους: Το Καραβάνι, ο Σεΐχης της Αλεξάνδρειας και οι Σκλάβοι του, και το Καπηλειό στο Σπέσαρτ. Κάθε κύκλος περιλαμβάνει από όλα τα είδη: χιουμοριστικά, όπως Η Ιστορία του Χαλίφη-Πελαργού, παραβολές με διδακτικό περιεχόμενο, όπως το Παραμύθι του Ψεύτικου Πρίγκιπα, παραμύθια με αστυνομικά στοιχεία, όπως Η Ιστορία του Κομμένου Χεριού, ακόμα και παραμύθια με στοιχειά, όπως Η Ιστορία του Πλοίου-Φαντάσματος. Μερικά από αυτά, για παράδειγμα Η Ιστορία του Μικρού Μουκ ή Ο νάνος Μυταρόλας, είναι πολυδιαβασμένα και πασίγνωστα, τουλάχιστον στη Γερμανία.
Παραμύθια αλλά και πραγματικότητα
Ενα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά των «Παραμυθιών» του Βίλχελμ Χάουφ-στο οποίο και οφείλεται εν πολλοίς η σαγήνη που ασκούν στον αναγνώστη-είναι η ανάμιξη φανταστικών στοιχείων και στοιχείων από την καθημερινή ζωή. Στους κύκλους του βιβλίου του, ο συγγραφέας αναμιγνύει τα παραμύθια που διηγούνται τα συγκεκριμένα πρόσωπα με τις πραγματικές ιστορίες, που χρησιμεύουν ως φόντο και αφορμή για τη διήγησή τους. Υπάρχει, για παράδειγμα, μια πραγματική ιστορία, που βρίσκει τη λύση και τη δικαίωσή της μέσ΄ από το ίδιο το παραμύθι. Εκεί ακριβώς έγκειται και η μαγεία τους.
Το παραμύθι μέσο προς την ελευθερία
Το 1825/26 είχε ξεσπάσει στην Ευρώπη μια σοβαρή οικονομική κρίση. Στη νότιο και στην κεντρική Γερμανία, ολόκληροι βιοτεχνικοί κλάδοι είχαν σαρωθεί από τη μαζική παραγωγή της ανθηρής αγγλικής βιομηχανίας. Κάποια σχόλια από πρώτο χέρι αναφέρονταν στις ελεεινές συνθήκες εργασίας και ζωής των εργαζόμενων στις βιομηχανίες. Έτσι, η επιρροή που ασκούσαν τα παραμύθια στις ψυχές των αναγνωστών, που αναζητούσαν σε αυτά τη φυγή, δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητη. Το κράμα κοινωνικής ανάλυσης, περιγραφής του περιβάλλοντος και καλπάζουσας φαντασίας που διέπει τα παραμύθια, αποτελούσε για τους αναγνώστες ψυχικό λουτρό. Ακόμα και φιλόσοφοι, όπως ο Ερνστ Μπλοχ, λάτρης των «Παραμυθιών» του Χάουφ, κάνουν λόγο για τους ευρύτατους ορίζοντες και την αχαλίνωτη φαντασία του συγγραφέα τους.
Μαγική ανατολή και όνειρο
Κοντολογίς, ο Βίλχελμ Χάουφ μας μεταφέρει στη μαγική εκείνη Ανατολή, όπου η ονειροφαντασία μοιάζει να συνυπάρχει με τον πολιτισμό και όπου οι πράξεις και τα συναισθήματα είναι έντονα, αλληλοσυγκρουόμενα και, πολλές φορές, αντιφατικά. Ωστόσο, η προδοσία ακολουθείται από την εκδίκηση, ενώ η μοίρα δικαιώνει πάντοτε τον έρωτα.
Ο Χάουφ είναι ένας μάγος που μας ανοίγει κόσμους ονειρικούς, κάποτε όμως και εφιαλτικούς. Πού βρίσκονται άραγε τα σύνορα ανάμεσά τους; Προφανώς δεν υπάρχουν ή εξισορροπούνται στην κόψη του ξυραφιού, ώστε να κάνουν την αφήγηση γνήσια και αληθοφανή, προκαλώντας το ενδιαφέρον, τη συμμετοχή και τη συγκίνηση του αναγνώστη. Αν κριτήριο για την ποιότητα ενός αναγνώσματος είναι η ταύτιση του αναγνώστη με αυτό, ο Χάουφ έχει αναμφίβολα πετύχει το σκοπό του. Τα «Παραμύθια» του δεν είναι κάτι που απλώς διαβάζεται: διαβάζοντάς τα, ο αναγνώστης παράλληλα τα ζει…
Έντεκα παραμύθια
Στην έκδοση των «Παραμυθιών» του Χάουφ, από τις εκδόσεις Καλέντη, περιλαμβάνονται έντεκα παραμύθια με τίτλους τους ακόλουθους:
Το Καραβάνι, Η ιστορία του Χαλίφη πελαργού, Η ιστορία του πλοίου φαντάσματος, Η ιστορία του κομμένου χεριού, Η σωτηρία της Φατμέ, Η ιστορία του μικρού Μουκ, Το παραμύθι του ψεύτικου πρίγκιπα, Ο σεΐχης της Αλεξάνδρειας και οι σκλάβοι του,
Ο νάνος Μυταρόλας, Αμπνέρ, ο Εβραίος που δεν είχαν δει τίποτα τα μάτια του, Η ιστορία της Αλ – Μανσούρ.
Συνομιλώντας για το παραμύθι
Από τα «Παραμύθια» του Χάουφ και, συγκεκριμένα, το παραμύθι με τίτλο «Αμπνέρ, ο Εβραίος που δεν είχαν δει τίποτα τα μάτια του» επιλέξαμε τη συζήτηση που εντός του φιλοξενεί ο Χάουφ για τη διαφορά του παραμυθιού της ανατολής μ’ εκείνο της δύσης και ακόμη για τη διαφορά του παραμυθιού με την αφήγηση και την ιστορία, εισάγοντας από τότε το μοτίβο της αυτοναφορικότητας των ειδών, συχνό στη σύγχρονη λογοτεχνία, θέτοντας ως θέμα συζήτησης την αξία αλλά και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του παραμυθιού σε μια παρέα εμπόρων.
«Μας κάνετε να νιώθουμε περίεργα», είπε ο νεαρός έμπορος με δυνατή φωνή, «γιατί κάθε παραμύθι μάς θυμίζει έντονα την παιδική μας ηλικία. Ακόμα και σήμερα, τα παραμύθια ασκούν πάνω μας την ίδια μαγεία όπως τότε, παρασύροντάς μας σε κόσμους μακρινούς, έτσι που φανταζόμαστε ότι το ζούμε. Μήπως όμως επιδιώκετε να μας δημιουργήσετε αμηχανία και να μας μεμφθείτε με λεπτό τρόπο, ακριβώς επειδή το παινεύουμε τόσο;».
«Κάθε άλλο. Δεν μου πέρασε καν από το νου να μεμφθώ την αγάπη σας για τα παραμύθια. Βλέπω μιαν απόδειξη της αγνότητάς σας στο ότι μπορείτε ακόμα τόσο άνετα να βυθίζεστε στους κόσμους τους, ότι δεν στρέφετε πάνω τους, όπως τόσοι άλλοι, το περιφρονητικό βλέμμα που έχει πολλές φορές κανείς για ό,τι αφορά το βασίλειο της παιδικής ηλικίας. Και επίσης, ότι προτιμάτε να καλπάζετε πάνω στο άτι της χίμαιρας παρά να κάνετε ασκήσεις ιππασίας ή να λαγοκοιμάστε σε έναν αναπαυτικό καναπέ, ακόμα και να καπνίζετε το ναργιλέ σας ονειροπολώντας. Δεν έχω την παραμικρή επιθυμία να σας μεμφθώ. Χαίρομαι, όμως, που μπορεί να σας γοητεύει και να σας μαγεύει και ένα άλλο είδος παραμυθιού, διαφορετικό από τα συνηθισμένα».
«Τι θέλετε να πείτε; Εκφραστείτε με περισσότερη σαφήνεια. Ποιο είναι αυτό το άλλο είδος;», ρώτησαν οι νεαροί, ανταλλάσσοντας μεταξύ τους απορημένα βλέμματα.
«Νομίζω ότι πρέπει να κάνουμε τη διάκριση ανάμεσα στα παραμύθια και στις αφηγήσεις, που τις αποκαλούμε συνήθως ιστορίες. Όταν σας λέω ότι θα σας διηγηθώ ένα παραμύθι, περιμένετε να ακούσετε μια περιπέτεια που ξεμακραίνει από τη συνηθισμένη πορεία της ζωής, τοποθετημένη σε μια περιοχή που δεν ανήκει πλέον στη φυσική τάξη των πραγμάτων, στον επίγειο κόσμο μας. Ή, για να γίνω πιο ακριβής, στο παραμύθι περιμένετε να δείτε, πλάι στους κοινούς θνητούς, και κάποια όντα διαφορετικά. Υπερφυσικές δυνάμεις, νεράιδες και μάγους, ξωτικά και πρίγκιπες των δαιμόνων, που παρεμβαίνουν στη μοίρα του κεντρικού ήρωα. Ολόκληρη η αφήγηση αποκτά μορφή παράξενη, ασυνήθιστη. Πρέπει να τη δει κανείς σαν μια ταπετσαρία, ένα χαλί ή σαν τους εικαστικούς εκείνους διακόσμους των καλύτερων δασκάλων μας, που οι Φράγκοι αποκαλούν «αραβουργήματα». Είναι απαγορευμένο στον καλό Μουσουλμάνο —θα ήταν μάλιστα αμάρτημα— να αναπαριστάνει το δημιούργημα του Αλλάχ, τον άνθρωπο, με χρώματα και σχήματα. Γι’ αυτό ακριβώς βλέπουμε στις ταπετσαρίες δέντρα και κλαδιά, με καμπύλες τόσο παράξενες που καταλήγουν σε ανθρώπινα κεφάλια, ακόμα και ανθρώπινα πλάσματα με πέλματα ζώων, μορφές του φυτικού κόσμου, κοντολογίς, φιγούρες που, αν και ασυνήθιστες, αναπαριστάνουν τη συνηθισμένη ζωή. Με καταλαβαίνετε;».
«Νομίζω πως μαντεύω τη σκέψη σας», είπε ο συγγραφέας. «Συνεχίστε όμως!».
«Αυτή είναι η τεχνοτροπία του παραμυθιού: θαυμάσιο, έξω από τα συνηθισμένα μέτρα, εκπληκτικό. Επειδή είναι ξένο προς τη συνηθισμένη ζωή, το τοποθετούν σε χώρες μακρινές ή στους αρχαίους χρόνους, στο παρελθόν. Κάθε χώρα, κάθε λαός έχει τέτοια παραμύθια: τόσο οι Τούρκοι όσο και οι Πέρσες, οι Κινέζοι και οι Μογγόλοι. Φαίνεται ότι υπάρχουν πολλά παραμύθια, ακόμα και στη χώρα των Φράγκων, τουλάχιστον από ό,τι μου είπε κάποια μέρα ένας πολυδιαβασμένος Γκιαούρης. Είναι βέβαια γεγονός ότι υπολείπονται σε ομορφιά από τα δικά μας. Γιατί, αντί για όμορφες νεράιδες που κατοικούν σε πολυτελή παλάτια, τα παραμύθια τους αναφέρονται σε γυναίκες που κάνουν μάγια, και εκείνοι τις αποκαλούν μάγισσες, φάρα ύπουλη και άσχημη. Ζουν σε άθλιες καλύβες και αντί να μετακινούνται στο γαλάζιο αιθέρα μέσα σε άρματα που έχουν σχήμα κόγχης και το σέρνουν γρύπες, καβαλάνε σκούπες και περπατούν μέσα στον καταχνιά. Έχουν επίσης μικρούς δαίμονες και πνεύματα της γης, ανθρωπάκια δύσμορφα και κάθε λογής στοιχειά. Αυτά ισχύουν όσον αφορά τα παραμύθια. Όσο για τις αφηγήσεις, που αποκαλούνται κοινώς ιστορίες, αυτές μένουν πάνω στη γη, διαδραματίζονται στην καθημερινή ζωή και το μοναδικό τους στοιχείο που αφορά τη σφαίρα του θαύματος είναι συνήθως μια παράξενη αλληλουχία. Συγκεκριμένα, μάλιστα, η αλληλουχία ανάμεσα στα γεγονότα του ανθρώπινου πεπρωμένου, όπου δεν παρεμβαίνει ούτε η μαγεία ούτε η κατάρα ή η εμφάνιση μιας νεράιδας, όπως στο παραμύθι. Αντίθετα, είτε οι περιπέτειες του ίδιου του ήρωα είτε η παράξενη συγκυρία των περιστάσεων, καθιστούν την αφήγηση πλούσια ή φτωχή, επιτυχημένη ή αποτυχημένη».
Χάουφ, λοιπόν, για ένα ακόμη ταξίδι στον κόσμο της μαγικής Ανατολής για να αξιολογούμε καλύτερα την αξία του πολέμου, την οποία οι «πολιτισμένοι» ισχυροί της γης απεγνωσμένα προσπαθούν να μας επιβάλλουν…
Τ.Β.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
