Ενα δημοτικο θεατρο οφειλει να κανει θεατρο για ολους
Με αφορμή την καλοκαιρινή παραγωγή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής, την «Τύχη της Μαρούλας», ο ΠτΘ συνομίλησε για την ιστορία του έργου και τη μεταφορά του στη σκηνή με τον σκηνοθέτη της παράστασης κ. Πέρη Μιχαηλίδη…
Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ένα στοιχείο καταδεικτικό της λαϊκής απήχησης «Της Τύχης της Μαρούλας».Το ότι το συγκεκριμένο έργο έφερε στον συγγραφέα του το αμύθητο για την εποχή ποσό των 18.000 φράγκων από τις περιοδείες στην Κωνσταντινούπολη και την ελληνική επαρχία. Επίσης, το έργο αυτό παίχτηκε και στην Κομοτηνή το 1936 από το θίασο της Άννας Λωρή.
Πέρης Μιχαηλίδης όμως…
ΠτΘ: κ. Μιχαηλίδη, πόσο επίκαιρο μπορεί να είναι ένα έργο σαν «Την Τύχη της Μαρούλας», που γράφτηκε και παίχτηκε το 1889;
Π.Μ.: Αρχικά να τονίσω ότι μία συζήτηση για τα ζητήματα της λεγόμενης περιφέρειας έχει πάντα ενδιαφέρον. Βέβαια, για μένα η περιφέρεια θα έπρεπε να είναι το κέντρο του πολιτισμού. Η επιλογή και η πρόταση της «Τύχης της Μαρούλας» για το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής έγινε ακριβώς διότι το έργο αυτό του Κορομηλά είναι εξαιρετικά επίκαιρο κάθε φορά που παίζεται.
Κάθε φορά προκαλεί το ίδιο γέλιο και την ίδια συγκίνηση με το περιεχόμενό του. Εξάλλου, τα ζητήματα που θέτει αναφορικά με την αγάπη, τον έρωτα, την προδοσία, το συμφέρον, τα λεφτά ή την έλλειψή τους είναι όλα επίκαιρα στη δύσκολη εποχή που περνάμε. Τα θέατρα λοιπόν της περιφέρειας πιστεύω πως πρέπει να έχουν τη δυνατότητα και το στόχο να ανεβάζουν τέτοια έργα, κυρίως κωμειδύλλια του Κορομηλά, του Καπετανάκη, του Παντόπουλου ή του Κόκκου. Αυτοί οι συγγραφείς έφεραν στον 20ο αιώνα ένα ζήτημα που είχε να κάνει με την πολύπαθη ελληνική γλώσσα. Η ελληνική γλώσσα με τις τοπικές της διαλέκτους ήταν ένα ζητούμενο εκείνη την εποχή, καθώς υπήρχαν πολλές επιρροές εξ ανατολών που κυριαρχούσαν στη γλωσσική μας επικοινωνία. Σήμερα για μένα είναι ένα επίσης πολύ σημαντικό ζήτημα αυτό που ονομάζουμε ελληνική γλώσσα, μια που το λεξιλόγιό μας έχει αρχίσει να περιορίζεται σε ελάχιστες λέξεις και οι περισσότερες εξ αυτών είναι αγγλικές. Το ζήτημα λοιπόν που θέτουν αυτά τα κείμενα είναι ζήτημα γλωσσικό, δηλαδή επικοινωνίας με την καθαρότητα που χαρακτηρίζει την ελληνική γλώσσα.
ΠτΘ: Υπονοείτε σαφώς ότι η επιλογή αφορά σε έναν «παιδαγωγικό» ρόλο. Σε μια εποχή και σε μια περιφέρεια που η εκάστοτε επιλογή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. συχνά κριτικάρεται, πόσο καλό είναι τελικά να επιλέγεται ένα κείμενο – γλωσσική παρακαταθήκη για τον τόπο;
Π.Μ.: Πιστεύω ότι επιβάλλεται να ανεβαίνουν έργα που αποτελούν γλωσσική και πολιτιστική κληρονομιά. Το συγκεκριμένο κείμενο θέτει και ένα ζήτημα ηθογραφίας, καταγωγής του ελληνικού λαού, ηθών και εθίμων του.
ΠτΘ: Το ίδιο εξάλλου το έργο έχει και θεματολογική επικαιρότητα. Εσείς βέβαια το μεταθέτετε στις δεκαετίες ΄50 – ΄60, και ο θεατής παρακολουθεί έτσι γνώριμες καταστάσεις.
Π.Μ.: Όλη η δεκαετία του ΄60 μετέφερε, κυρίως μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο, τόσο στην οθόνη όσο και στο θέατρο πολλές ιστορίες τέτοιου τύπου, δηλαδή μικρά μελοδράματα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα κωμειδύλλιο, έναν απόγονο του γαλλικού «βωντεβίλ», όπως αναφέρεται στην ιστορία του θεάτρου, απλές δηλαδή καθημερινές ιστορίες που προκαλούν γέλιο, αλλά ταυτόχρονα και συγκίνηση και κλάμα. Επιμένω σε αυτό διότι η δεκαετία του ΄50 -΄60 είναι συνυφασμένη με την πορεία του ελληνικού λαού, που βγαίνει από τον πόλεμο και την κατοχή, από μια δύσκολη κατάσταση. Είναι ουσιαστικά η πορεία προς το άστυ. Εδώ αρχίζει η ερήμωση της επαρχίας, όπου ο καθένας μεταφέρει μέσα σε μια βαλίτσα τα όνειρά του και αυτό είναι ιδιαίτερα συγκινητικό. Πρόκειται, λοιπόν, για την ιστορία της όμορφης πλύστρας Μαρούλας, που φεύγει από την Άνδρο και έρχεται στην Αθήνα, όπου προσλαμβάνεται σε ένα αρχοντικό, στο οποίο υπάρχουν όλες οι φυλές του Ισραήλ, ένας αμαξάς από τη Ζάκυνθο, υπηρέτες που μιλούν τη δική τους γλώσσα, με δικά τους ήθη και έθιμα. Στη συνέχεια έχουμε τον ερχομό του Μπαρμπα- Λινάρδου, πατέρα της Μαρούλας, που έρχεται από την Άνδρο με μια πέτρα αμυθήτου, κατά τη γνώμη του, αξίας, με την οποία θα προικοδοτήσει την κόρη του, για να την αποκαταστήσει στην Αθήνα. Τα ευτράπελα αρχίζουν όταν ο γραφικός αμπελουργός βρίσκει διάφορους γαμπρούς για τη Μαρούλα μέσα στο σπίτι.
ΠτΘ: Η ιστορία αυτή του δακτυλιόλιθου που αναφέρατε καταδείχνει μια ολόκληρη εποχή, που αφορά στις δύο τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, όταν οι Αθηναίοι έδειχναν ιδιαίτερη αγάπη για το χρυσάφι. Οι Έλληνες ασχολούνται και σήμερα με τον εύκολο πλουτισμό, έτσι δεν είναι;
Π.Μ.: Ακόμα και σήμερα ξεσπούν διαφόρων ειδών σκάνδαλα που έχουν να κάνουν με τον εύκολο πλουτισμό, έστω κι αν περνούν στα ψιλά των εφημερίδων και των διαφόρων εκπομπών. Αυτές είναι ιστορίες παρατεταμένου πόνου της ελληνικής φυλής. Ο εύκολος πλουτισμός είναι ένα στοιχείο που στην Ελλάδα υπήρχε και θα υπάρχει.
Η τάση αυτή διαφαίνεται και μέσα από τους χαρακτήρες του έργου. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τον Κωσταντή, έναν προικοθήρα, του οποίου το όνειρο είναι να γίνει σώγαμπρος.
Η αποκομμένη από το ελληνικό λεξιλόγιο αυτή λέξη εδώ βρίσκει την πραγματική της θέση, όπως και η έννοια της προίκας, είτε αφορά σε μια προσωπική είτε σε μια πολιτική σχέση. Παρόμοιο είναι και το όνειρο του Μπαρμπα- Λινάρδου, που ονειρεύεται να αποκαταστήσει την κόρη του με κάποιον που να μπορεί να οικειοποιηθεί και να καρπωθεί την προίκα της .
ΠτΘ: Οι ήρωες του έργου, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό της έλευσής τους στην Αθήνα, διατηρούν τα γλωσσικά ιδιώματα της πατρίδας τους, όπως ο Μπαρμπα- Λινάρδος, που μιλά ένα εξαιρετικό ανδριώτικο ιδίωμα, και ο Κωσταντής, που μιλά ένα ζακυνθινό. Δεν συμβαίνει δηλαδή ό,τι σήμερα που όλοι προσπαθούν να ιδιοποιηθούν την επίσημη ελληνική προφορά…
Π.Μ.: Στη συγκεκριμένη, τη σύγχρονη, περίπτωση πρόκειται για ανθρώπους του λαού, οι οποίοι προσπαθούν οι δύσμοιροι να κρύψουν την καταγωγή τους χρησιμοποιώντας μια ξύλινη γλώσσα. Ωστόσο η καταγωγή πιστεύω πως δεν θα έπρεπε να κρύβεται, αντίθετα να φανερώνεται.
ΠτΘ: κ. Μιχαηλίδη, αναφορικά με τις καταβολές αυτές και την καταγωγή, γνωρίζουμε ότι ήδη έχει αρχίσει να επαναλειτουργεί η Ποντιακή Σκηνή στο Κ.Θ.Β.Ε. Πιστεύετε ότι θα δούμε να αναβιώνουν και να επαναλειτουργούν στην ελληνική θεατρική πραγματικότητα θέατρα όπως το ζακυνθινό ή το κρητικό, που έχουν μια παράδοση ή τέλος πάντων θα υπάρξει προσπάθεια να αναβιώσει το διαλεκτικό θέατρο ;
Π.Μ.: Πιστεύω ότι θα πρέπει να ξαναδούμε την ελληνική γλώσσα μέσα από τις τοπικές της διαλέκτους, να κρατήσει ο καθένας το χρώμα της ιδιαίτερης πατρίδας του, αν όχι σε επίπεδο γλώσσας τουλάχιστον σε επίπεδο ήθους και εθίμων.
ΠτΘ: κ. Μιχαηλίδη, είστε ένας σκηνοθέτης που ασχολήθηκε και με το πρωτοποριακό θέατρο και θα θέλαμε να μας πείτε τι θα απαντούσατε σε μια ενδεχόμενη ερώτηση γιατί το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. μας δεν ανέβασε Μπρεχτ ή Σαίξπηρ ή σύγχρονο θέατρο. Θεωρείτε ότι η θεατρική παιδεία πρέπει να είναι στόχος των ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ ;
Π.Μ.: Όσο κοινότυπο κι αν ακούγεται, είναι απαραίτητη η θεατρική παιδεία. Αναφορικά με τη συγκεκριμένη επιλογή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ, δεδομένου ότι έχουμε ανοιχτά ζητήματα, όπως το γλωσσικό, θα έλεγα ότι για αυτή την εποχή είναι άριστη, είναι η πιο κατάλληλη.
ΠτΘ: Εξάλλου στο σημείωμά σας στο πρόγραμμα τονίζετε ότι θα πρέπει να κάνουμε θέατρο για όλον τον κόσμο.
Π.Μ.: Πάντα το λέω ότι, όταν διαχειρίζεσαι χρήματα του κόσμου πρέπει να κάνεις θέατρο για τον κόσμο. Όταν έρχεσαι για να διαχειριστείς χρήματα που δίνονται για την πολιτιστική αποκέντρωση, για την περιφέρεια, για το λαό δεν μπορείς να κάνεις το κέφι σου. Στον ιδιωτικό μου θίασο μπορώ να κάνω τα όνειρά μου και να εξελίσσω το όραμά μου, όταν όμως προσλαμβάνομαι από έναν κρατικό οργανισμό, ο οποίος επιδοτείται για να κάνει θέατρο για όλους, τότε κάνω κι εγώ θέατρο για όλους. Υπάρχει εξάλλου μια μεγάλη παρακαταθήκη έργων μέσα στην ιστορία του ελληνικού κυρίως θεάτρου. Επιπλέον, η επιλογή του να περιοδεύσεις από χωριό σε χωριό προκαθορίζει και την επιλογή του έργου, το οποίο οφείλει να είναι ευρύτερης κατανόησης έργο.
ΠτΘ: Καμία, λοιπόν, αντίρρηση για το κωμειδύλλιο, την κωμωδία δηλαδή μετ’ασμάτων, που έφερε τον λαό, τον απλό λαό στο θέατρο…
Π.Μ.: Το κωμειδύλλιο είναι ο προάγγελος της επιθεώρησης στις αρχές του 20ου αιώνα. Από το 1860 μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα αυτό που κυριαρχούσε ήταν η επιρροή από τη γαλλική κουλτούρα με υπόθεση αρκετά δραματική. Οι έμποροι ταξιδευτές όπως ο Κορομηλάς έφεραν από έξω αυτήν την κουλτούρα και της πρόσθεσαν τραγούδια, όπως και στην κωμωδία. Παράδειγμα ο «Αγαπητικός της Βοσκοπούλας», που το θεωρώ εξαιρετικό μελόδραμα και ίσως τον επόμενο στόχο.
ΠτΘ.: Πρωτοπόροι δηλαδή και πάλι οι αστοί. Σημειωτέον ότι ο Κορομηλάς ήταν αριστοκράτης. Εκδότης περιοδικού, γόνος καλής οικογενείας, με σύζυγο που πρωταγωνιστούσε στα σαλόνια ως ερασιτέχνης ηθοποιός…Εντούτοις εισηγητής ενός είδους λαϊκού θεάτρου, του κωμειδυλλίου, που οδήγησε , συν τοις άλλοις, και στην επιθεώρηση…
Το κωμειδύλλιο επέτρεψε λοιπόν στο λαϊκό άνθρωπο την ψυχαγωγία και απελευθέρωσε τον λαό δίνοντάς του την ευκαιρία να παρακολουθήσει και θέατρο, με θέματα που αντλούσαν από την ζωή του. Από την άλλη απενοχοποίησε το επάγγελμα του ηθοποιού…
Π.Μ.: Η «παντοκρατορία» του ηθοποιού ξεκινάει από την Comedia del Arte, με τους διάφορους σαλτιμπάγκους να μεταφέρουν την υπόθεση ενός έργου από μια κόλλα χαρτί και να την κάνουν λαϊκό πανηγύρι. Στο τέλος του 19ου αιώνα και στην αρχή του 20ου και λίγο πριν εμφανιστεί ο «δυνάστης» σκηνοθέτης, αυτό το πανούργο μηχάνημα που λέγεται υποκριτική τέχνη είχε καταφέρει με την μεγαλύτερη μεγαλοπρέπεια να καταθέσει στη σκηνή μια πραγματική μυσταγωγία, είτε για να προκαλέσει τη συγκίνηση είτε το γέλιο. Βλέπουμε έτσι την παντοκρατορία του ηθοποιού να μεταφέρει στη σκηνή τύπους ανθρώπου εύκολα αναγνωρίσιμους από τον απλό κόσμο.
Σε αυτό το σημείο το μόνο που έχει να κάνει ο σκηνοθέτης είναι να αφήσει το έργο να μιλήσει, να αφήσει τους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάσουν και με την κατάθεση της ψυχής τους να συμπαρασύρουν τον κόσμο σε ένα πανηγύρι.
Σ’ένα πανηγύρι, όπως αυτό που με την φροντίδα και την καθοδήγηση του Αιγυπτιώτη, συμπατριώτη του Καβάφη, κ. Μιχαηλίδη, στήνεται κάθε βράδυ στη σκηνή του Θερινού Δημοτικού Θεάτρου της πόλης μας.
Τ.Β., Α.Χ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
