«Παραμυθια» διαχρονικης αξιας…

Ήταν ένας από τους «ξένους» εκθέτες της Γενικής Έκθεσης Ξάνθης – και τακτικός τής «Θράκης». Τον βρήκαμε στον περιορισμένο χώρο τού περιπτέρου του που ευωδίαζε το διάδρομο – αν όχι την πτέρυγα ολόκληρη. Όρθιος πίσω από αραδιασμένα στη σειρά φυτικά έλαια και αρωματικά προϊόντα. Με φόντο μια πινακίδα που έγραφε «ζητούνται αντιπρόσωποι». Νέος στην ηλικία και με διάθεση να συζητήσει τα «συν» και τα «πλην» όχι μόνο τού συγκεκριμένου, περιορισμένων τετραγωνικών, περιπτέρου – που μάλλον δεν αποτελούσε αυτό καθεαυτό σκοπό του – αλλά και τα «υπέρ» και τα «κατά» ενός άλλου, μεγαλύτερου, που λέγεται «εθνική οικονομία» και στεγάζει χιλιάδες εκθέτες σαν τον ίδιο… Κι αν για μια τόσο μικρής εμβέλειας διοργάνωση όπως η «Γενική Έκθεση Ξάνθης», έχει να πει κανείς πολλά, φανταστείτε πόσο περισσότερα είναι αυτά που αφορούν την άλλη, τη μεγάλη, την εθνική. Εκείνην όπου ανώνυμα, καθημερινά, αδιάλειπτα και στο πλαίσιο των κανόνων τους οποίους θεσπίζουν οι «εθνικοί διοργανωτές», δίνουν τον αγώνα τής επιβίωσης ή τής ανάπτυξης εκθέτοντας εαυτόν σε σκληρό ανταγωνισμό, αμέτρητοι «μικρομεσαίοι» Έλληνες επαγγελματίες.

Ο εκπρόσωπος της εν λόγω τάξης με τον οποίο μιλήσαμε, ονομάζεται Δημήτρης Γιαλελής και έρχεται από τις Σέρρες όπου είναι μέλος μιας οικογενειακής εμπορικής επιχείρησης – αντιπροσωπείας στην Ελλάδα ενός ισπανικού οίκου παρασκευής φυσικών αποσταγμάτων από φρούτα και βότανα, και κατασκευής αρωματικών προϊόντων. Τι ήταν εκείνο που προσέλκυσε το ενδιαφέρον μας στην περίπτωσή του για να του ζητήσουμε συνέντευξη; Μία ρητορική ερώτηση που ακολούθησε το σύντομο και εντυπωσιακό ιστορικό τής ισπανικής πολυεθνικής εταιρείας για την οποία, ουσιαστικά, εργάζεται… «Αν μπορούν να φτιάξουν οι Ισπανοί αρωματικά πήλινα φρουτάκια για τις ντουλάπες μας εκμεταλλευόμενοι τα ελληνικά γιασεμιά, γιατί να μην μπορούμε κι εμείς;;»

Η συνέχεια, ακολούθως… Με την αποκάλυψη των δύο παραμυθιών, της «Σταχτοπούτας» και του «Ψεύτη Βοσκού», να κρύβονται στο υπόβαθρο των σχέσεων της ελληνικής οικονομίας με τις «αδελφές» τής ευρωπαϊκής οικογένειας και στην αδυναμία τής αποκαλούμενης «ραχοκοκαλιάς» να στηρίξει το υπέρβαρο σώμα της εθνικής οικονομίας…

ΠτΘ: Γιατί ασχοληθήκατε με το εμπόριο τού είδους και όχι την παραγωγή εφόσον πρόκειται για κάτι που δεν απαιτεί υψηλή τεχνολογία και η χώρα διαθέτει πρώτη ύλη;

Απ.: Δεν έχουμε βρει ακόμα κάποιο πρόγραμμα που να μας βοηθήσει να ενταχθούμε σε μια διαδικασία παραγωγής. Υποθέτω ότι υπάρχουν προγράμματα τα οποία θα έχουν σχεδιαστεί για να βοηθούν την επένδυση στην παραγωγή αλλά οι διαδικασίες στην Ελλάδα είναι περίπλοκες.

ΠτΘ: Θεωρείτε ότι μπορεί να γίνει μια τέτοια μονάδα στην Ελλάδα;

Απ.: Υποθέτω πως ναι. Το κάνουν οι Ισπανοί, γιατί όχι κι εμείς! Προσωπική μου εκτίμηση θα σας μεταφέρω: όταν μικρό παιδάκι είχα πάει πρώτη φορά το 1982 στην Ισπανία, ήταν χρόνια πίσω από την Ελλάδα. Από το ’86 που εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατόρθωσε μέχρι σήμερα να βρίσκεται χρόνια μπροστά! Εξ’ ου και ότι αυτή τη στιγμή, μετά τη Γερμανία η Ισπανία είναι η δεύτερη χώρα στην Ευρώπη στην οποία απευθύνεται κάποιος όταν θέλει να εμπορευθεί ένα προϊόν. Εάν Στην ευρωπαϊκή αγορά τα καταναλωτικά προϊόντα – όχι την υψηλή τεχνολογία – θα τα αναζητήσει είτε στη Γερμανία είτε στην Ισπανία και μετά θα κοιτάξει την αγορά της Ασίας. Χαρακτηριστικός δείκτης επικράτησης της χώρας αυτής στην αγορά είναι η διάδοση της γλώσσας της που εδώ και μία δεκαετία άρχισε να μπαίνει στα εκπαιδευτικά προγράμματα των περισσοτέρων φροντιστηρίων ξένων γλωσσών.

ΠτΘ: Πόσο ελκυστικά βρίσκετε τα επενδυτικά κίνητρα που ισχύουν στη Θράκη και γενικά την περιοχή για την προσέλκυση επιχειρηματικότητας;

Απ.: Θεωρώ ότι αυτή τη στιγμή, γεωγραφικώς, όχι η Ξάνθη, αλλά η Κομοτηνή έχει κάποια πλεονεκτήματα. Ένα από αυτά είναι ότι έχει κατασκευαστεί η Εγνατία Οδός. Αν δείτε τον αυτοκινητόδρομο από την Ηγουμενίτσα μέχρι την Αλεξανδρούπολη θα διαπιστώσετε ότι πρόκειται για τη μοναδική ολοκληρωμένη σύνδεση στο εσωτερικό ενός γεωγραφικού διαμερίσματος με τα σύνορα. Ένα δεύτερο πλεονέκτημα που ενισχύεται από αυτό της Εγνατίας, είναι ότι συνορεύει με την Τουρκία. Η οποία Τουρκία, προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι θα μπει κάποια στιγμή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τι σημαίνει αυτό για μας; Σημαίνει ότι έχουμε μια αγορά 60 – 80 εκατομμυρίων κατοίκων (τον ακριβή πληθυσμό της ούτε η ίδια η Τουρκία τον γνωρίζει) και ο επιχειρηματίας με έδρα την Κομοτηνή, την Αλεξανδρούπολη ή την Ξάνθη διαθέτει εύκολη πρόσβαση σ’ αυτή την αγορά.

ΠτΘ: Γνωρίζετε ότι σήμερα η Τουρκία είναι αυτή που εξάγει στη Θράκη και όχι η Θράκη στην Τουρκία;

Απ.: Το γνωρίζω. Αλλά γιατί να κάνουμε εισαγωγές και να μην κάνουμε εξαγωγές;; Η Κωνσταντινούπολη διαθέτει αυτή τη στιγμή 15 – 20 εκατομμύρια πληθυσμό. Είναι δυο φορές όσο η Ελλάδα. Το δικό μας το σκεπτικό είναι να κάνουμε κάποια προσπάθεια με έδρα την Κομοτηνή. Και η ιδέα γεννήθηκε πέρυσι μετά από τη συμμετοχή μας στη «Θράκη» στη διάρκεια της οποίας είχαμε έρθει σε επαφή με το Εμπορικό Επιμελητήριο της Ροδόπης – το οποίο διοργανώνει και πολλά επιχειρηματικά ταξίδια στην Κωνσταντινούπολη και άλλες περιοχές της Τουρκίας με σκοπό τις συνεργασίες. Ένα τρίτο πλεονέκτημα της περιοχής, σαφώς είναι τα ειδικά επενδυτικά κίνητρα και αυτό είναι γνωστό. Έχουμε λοιπόν αυτή την μεγάλη αγορά δίπλα μας και όλα όσα προανέφερα. Γιατί να μην την προσεγγίσουμε… Όταν θα έχουν καταργηθεί και οι δασμοί θα πρέπει να είμαστε όχι μόνο έτοιμοι από αυτή την πλευρά των συνόρων αλλά να βρισκόμαστε ήδη από την άλλη πλευρά, κι εννοώ την προώθηση των εξαγωγών που μπορούν να γίνουν…

ΠτΘ: Ποια είναι η άποψή σας για το οικονομικό κι επιχειρηματικό περιβάλλον που επιφυλάσσει η Ελλάδα στη μικρομεσαία επιχείρηση;

Απ.: Η ελληνική μικρομεσαία επιχείρηση στην ουσία είναι μικρή. Γιατί «μικρομεσαία» με τα αμερικανικά και ευρωπαϊκά κριτήρια, θεωρείται η επιχείρηση που απασχολεί από εκατό άτομα και πάνω. Αυτή στην Ελλάδα τη λέμε «μεγάλη». Το 99% των επιχειρήσεων όμως εδώ είναι μικρές. Αυτό για να περιγράψουμε την κατάσταση στις πραγματικές της διαστάσεις.

Από κει και πέρα, θεωρώ ότι το μόνο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που μπορεί να έχει μία μικρή επιχείρηση σήμερα, είναι η γνώση. Τεχνογνωσία. Όσο περισσότερο επενδύσει μία τέτοια επιχείρηση στην εκπαίδευση των ατόμων της, των στελεχών της, του προσωπικού της, τόσο πιο μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας έχει. Ο ανταγωνισμός είναι τρομερός, τα σύνορα ανοιχτά, η διακίνηση και ανταλλαγή απόψεων, ιδεών, κλπ. είναι τεράστια. Στην Ενωμένη Ευρώπη τού «αύριο», λοιπόν, μόνο η γνώση μπορεί να «σώσει» μία μικρή ελληνική επιχείρηση. Η επένδυση στη γνώση πρέπει να είναι και η κατεύθυνση του κράτους. Διότι αν δεν γνωρίζεις, δεν ξέρεις τι πρέπει να κάνεις για να σταθείς στη μεγάλη, ενιαία αγορά…

ΠτΘ: Αν κρίνει κανείς από το εθνικό ισοζύγιο εισαγωγών – εξαγωγών, θα έλεγε κανείς ότι μάλλον «δεν γνωρίζει ο Έλληνας»… Συμφωνείτε με την εκτίμηση; Εσείς που το αποδίδεται αυτό το έλλειμμα;

Απ.: Αφενός στο ότι αυτή τη στιγμή η μικρή επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα στηρίζεται σε ανθρώπους οι οποίοι είναι θα έλεγα της παλιάς γενιάς. Αλλά θα προσθέσω ότι πλέον βγαίνουν στην αγορά οι νέοι, οι πιο πολλοί από τους οποίους είναι μορφωμένοι με πτυχία ανωτέρων ή ανωτάτων σχολών, μιλούν ξένες γλώσσες, έχουν γενικά, καλύτερα εφόδια για να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις του «αύριο». Πιστεύω ότι είναι ζήτημα επιμόρφωσης η πρόοδος της μικρής ελληνικής επιχείρησης. Ακόμα όμως η εκπαίδευση του Έλληνα επιχειρηματία είναι χαμηλή.

ΠτΘ: Θα μπορούσε κανείς να δει πίσω από τον εμφανιζόμενο ως «υψηλό» ρυθμό ανάπτυξης της χώρας αυτές ακριβώς τις «ανησυχούσες» δυνάμεις;

Απ.: Υπάρχει ένας ρυθμός ανάπτυξης που είναι όμως φαινομενικά υψηλός. Το ζήτημα δεν είναι να έχουμε ένα νούμερο που συγκρινόμενο με άλλων χωρών να μας ικανοποιεί. Αλλά το νούμερο αυτό να αντικατοπτρίζει έναν ρυθμό ανάπτυξης πολλαπλασιαστικού χαρακτήρα. Σε επενδύσεις που είναι πολλαπλασιαστικές για την οικονομία της χώρας. Το να έχεις ανάπτυξη λόγω κατασκευής σταδίων, δρόμων, γηπέδων, κλπ., ναι μεν είναι θετικό γιατί οι υποδομές είναι αναγκαίες, αλλά δεν είναι αυτή η ανάπτυξη που «γεννάει» το χρήμα. Το χρήμα το γεννούν οι επιχειρήσεις και είναι οι ίδιες που θα δώσουν εργασία στον 20χρονο άνεργο για να μην εγκαταλείψει την επαρχία. Στο Νομό Δράμας π.χ. τι δυνατότητες εργασιακές μπορεί να έχει ο νέος! Εάν δεν βρει δουλειά σε κάποια επιχείρηση, θα σηκωθεί να φύγει στη Θεσσαλονίκη ή την Αθήνα… Για ποιο περιεχόμενο, λοιπόν, ανάπτυξης μιλάμε όταν όχι μόνο δεν είναι παραγωγική αλλά και δεν μπορεί να στηρίξει την επαρχία για να αποκτήσει περιεχόμενο και η «αποκέντρωση» για την οποία μιλάμε και προσπαθούμε στη χώρα μας.

ΠτΘ: Πώς ξεκίνησε η εταιρεία τής οποίας αντιπρόσωποι είστε εδώ στην Ελλάδα;

Απ.: Δημιουργήθηκε πριν από οκτώ χρόνια από έναν Ισπανό ονόματι Μπόσκε, ο οποίος τι έκανε; Έπαιρνε μπουκαλάκια, τα γέμιζε με φυσικό έλαιο που αγόραζε από μία εταιρεία, τα φόρτωνε σ’ ένα παραδοσιακό καροτσάκι και τα πουλούσε στις λαϊκές. Οι Ισπανοί έχουν τις παραδοσιακές τους λαϊκές όπως και εδώ έχουμε και σ’ όλη τη Μεσόγειο υπάρχουν τα παραδοσιακά παζάρια. Είδε ότι η ανταπόκριση του κόσμου ήταν μεγάλη και σκέφθηκε να κάνει μία παραγωγική μονάδα. Εκείνη την εποχή η Ισπανία ήταν ήδη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εκμεταλλεύθηκε κάποιο Κοινοτικό Πρόγραμμα…

ΠτΘ: Να υποθέσω ότι είχε και την στήριξη της Πολιτείας;

Απ.: Μα εκεί σε προσεγγίζει η ίδια η Πολιτεία. Αυτή είναι η διαφορά με την Ελλάδα! Ότι εδώ δεν σε προσεγγίζει… Πρέπει να το κάνεις εσύ και με διαδικασίες περίπλοκες. Εν πάση περιπτώσει, ξεκίνησε αυτή η επιχείρηση ως μια μικρή μονάδα παραγωγής φυσικών ελαίων στη Λεόν. Τις πρώτες ύλες τις έπαιρναν από διάφορες περιοχές της Ευρώπης – π.χ. το τριαντάφυλλο από τη Βουλγαρία, το γιασεμί από την Ελλάδα, κλπ. Η πρώτη τους αγορά ήταν η Μαδρίτη, ακολούθησε η Καταλονία, κάποια στιγμή η εταιρεία βγήκε από τα στενά όρια της χώρας ξεκινώντας από τη γειτονική Γαλλία, στη συνέχεια μπήκε με αντιπροσώπους στην υπόλοιπη Ευρώπη, εδώ και τρία χρόνια επεκτάθηκε επενδυτικά με ένα δεύτερο εργοστάσιο στα σύνορα Ουρουγουάης – Παραγουάης, και σήμερα που μιλάμε τα προϊόντα της πωλούνται σε 136 χώρες σ’ όλο τον κόσμο. Υπάρχουν καταστήματα με τη φίρμα της μέχρι και στο Κέηπ – Τάουν στην Αφρική. Και όλο αυτό μέσα σε μία οκταετία. Για να γίνεις, λοιπόν, μέσα σε οκτώ χρόνια και μάλιστα στη σημερινή εποχή, αυτού του μεγέθους εξαγωγική επιχείρηση για τη χώρα σου, σημαίνει ότι είχες αρωγό και το κράτος…

ΠτΘ: Σε ποιο σημείο δεν βοηθάει το ελληνικό κράτος την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας;

Απ.: Καταρχήν το ελληνικό κράτος, θέλω να πω ότι βρίσκεται σε σωστό δρόμο, απλώς τα πράγματα εδώ έχουν αργήσει να γίνουν. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν διάφορα προγράμματα που βοηθούν μια μικρή επιχείρηση. Σε σχέση βέβαια με την Αμερική ή την Ευρώπη η μεγάλη μας διαφορά, το αρνητικό στοιχείο μας έγκειται στη νοοτροπία μας. Τα άτομα κάνουν τη διαφορά στην επιτυχία ή την αποτυχία. Στην Αμερική υπάρχει ένα ρητό που λέει «win – win relationships», δηλαδή «κερδίζω – κερδίζεις – κερδίζουμε». Υπάρχει η ομαδική δουλειά. Το ομαδικό συμφέρον. Το ατομικό συμφέρον βγαίνει μέσα από το ομαδικό συμφέρον. Όταν θέλουμε να κάνουμε κάτι, το δουλεύουμε όλοι μαζί – επιχειρήσεις, πολιτική, κλπ. – και μέσα από αυτή τη διαδικασία κερδίζουμε όλοι. Στην Ελλάδα δεν συμβαίνει αυτό! Απόδειξη, ότι έρχεται μία κυβέρνηση, όποια να’ ναι, και καταστρέφει αυτό που κάνει η προηγούμενη… Οι Υπουργοί που διαδέχονται ο ένας τον άλλο σε ένα Υπουργείο, το ίδιο. Η αστάθεια είναι φοβερή! Δεν υπάρχει ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο, μία στρατηγική εθνική που να την υπηρετούν όλοι… Η λειτουργία ακόμη και του ατόμου, του Έλληνα, αυτή είναι. Δεν έχει μάθει να λειτουργεί μέσα σε συλλογικά πλαίσια. Και αυτό είναι ένα μειονέκτημα σοβαρό.

ΠτΘ: Δεν υπονοείτε με τα παραδείγματα που φέρατε το κίνημα του συνεργατισμού και συνεταιρισμού γιατί αν μη τι άλλο η αποθέωση του ατομικισμού και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας ταυτίζεται με την Αμερική του «κερδίζω – κερδίζεις – κερδίζουμε» όχι με την Ελλάδα…

Απ.: Σαφώς! Αλλά αυτό που εννοώ εγώ είναι ότι δεν είναι ακόμα στη νοοτροπία μας το εξής αδιαμφισβήτητο: το κοινό καλό είναι καλό για όλους ξεχωριστά. Το εθνικό συμφέρον είναι συμφέρον για τον καθένα μας. Μια δυνατή, παραγωγική εθνική οικονομία κάνει και την ατομική προσπάθεια αποτελεσματική και αντίστροφα. Αυτός θα πρέπει να είναι ο στόχος και η φροντίδα όλων. Της πολιτικής, που διαμορφώνει το πλαίσιο όπου θα λειτουργήσει η ατομική πρωτοβουλία, του ατόμου, που θα κάνει την προσπάθεια και θα πρέπει να την κάνει εντός του πλαισίου, του κρατικού μηχανισμού που θα πρέπει να υποστηρίζει ενεργά τον εθνικό στόχο. Αυτό δεν γίνεται στη χώρα μας και κάνει τη διαφορά μας με τα προηγμένα δυτικοευρωπαϊκά κράτη. Γι’ αυτό και βλέπεις, στην Καταλονία που μέχρι πριν από είκοσι χρόνια κυκλοφορούσες σε κατσικόδρομους, σήμερα υπάρχουν τεράστια σύγχρονα οδικά δίκτυα… Όπως και σε όλη την Ισπανία. Αυτοί, λοιπόν, πώς τα κατάφεραν σε μια δεκαετία να αλλάξουν όλη τη χώρα κι εμείς δεν μπορούμε να τελειώσουμε σε τριάντα χρόνια έναν αυτοκινητόδρομο Αθήνα – Θεσσαλονίκη;;

ΠτΘ: Αυτή η νοοτροπία που περιγράψατε, λέτε ότι διατρέχει όλο το «σύστημα» παραγόντων που συμβάλλουν στην εθνική οικονομία…

Απ.: Ακριβώς! Από την εκάστοτε κυβερνητική κορυφή μέχρι τον τελευταίο της παραοικονομίας… Οι κυβερνήσεις κοιτάζουν πώς θα μαζέψουν χρήμα στο Ταμείο τού κράτους και νομοθετούν ανάλογα, ο κρατικός μηχανισμός σε μεγάλο ποσοστό κοιτάζει πώς θα διεκπεραιώσει δημοσιοϋπαλληλικά τις αναπτυξιακές διαδικασίες και η ατομική προσπάθεια κοιτάζει πώς να επιβιώσει παίζοντας κρυφτό με το κράτος που την κυνηγάει… Μας λείπει η συλλογική ευθύνη και η συνείδηση του εθνικού στόχου. Οι συνέπειες απ’ αυτό είναι καταστροφικές για την οικονομία μας. Πιστεύω ότι πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τη φιλοσοφία μας για την πραγματική ανάπτυξη της οικονομίας μέσα από τη σχέση τού «κερδίζω + κερδίζεις = κερδίζουμε». Σήμερα ισχύει το «κερδίζω + χάνεις = χάνουμε». Και η νοοτροπία αλλάζει με την εκπαίδευση. Γι’ αυτό και επιμένω να λέω το «κλειδί» τής επιτυχίας είναι η εκπαίδευση και η γνώση. Είμαι πάντως αισιόδοξος, γιατί θεωρώ ότι η νέα γενιά σκέφτεται διαφορετικά από την προηγούμενη και μπορεί σιγά σιγά να εμποτίσει όλους τους χώρους με τη νοοτροπία της. Τον επιχειρηματικό, τον πολιτικό, τον κρατικό.

ΠτΘ: Υπάρχει η περιρρέουσα αντίληψη – για πολλούς είναι πεποίθηση – ότι η Ελλάδα πάει μπροστά… Πώς βλέπει τα πράγματα ένας επιχειρηματίας που λειτουργεί μέσα σ’ αυτό το, υπό ανάπτυξη, πλαίσιο;

Απ.: Ναι. Η Ελλάδα πάει μπροστά. Αναμφισβήτητα. Αλλά το «μπροστά» είναι μία αφηρημένη έννοια εν προκειμένω. Για να πάρει περιεχόμενο θα πρέπει να είναι συγκρινόμενο με κάτι άλλο. Λες π.χ. βγήκα δεύτερος στο μαραθώνιο… Αλλά, αν είστε μόνο δύο αυτοί που τρέξατε, τότε βγήκες τελευταίος, άρα δεν έκανες τίποτε… Για να δούμε πόσο μπροστά πάει η Ελλάδα πρέπει να τη συγκρίνουμε με τα υπόλοιπα κράτη μέλη τής Ευρωπαϊκής Ένωσης, και όχι με τα παλιά αλλά με της δικής μας «κλάσης» – Ισπανία, Πορτογαλία, κλπ., και τα νέα που μπήκαν ή μπαίνουν τώρα – Πολωνία, Ουγγαρία, κλπ.. Ξεκινήσαμε μαζί το «μαραθώνιο» ή μας βρήκαν στη διαδρομή. Τι συνέβη; Οι άλλοι έχουν φύγει μπροστά και εμείς κοιτάζουμε πίσω μας με αγωνία όσους απειλούν να μας προσπεράσουν. Γιατί πλέον το βάρος των νέων ευρωπαϊκών κονδυλίων ανάπτυξης θα πέσει στα νεοεισερχόμενα μέλη… Εμείς, μέχρι πότε θα το «παίζουμε» «υπανάπτυκτη περιφέρεια» της Ευρώπης που δικαιούται τη στήριξή της για βασικά πράγματα που οι άλλοι έχουν κάνει ήδη; Αναρωτιέμαι… Και σε δέκα χρόνια άραγε, συγκρινόμενοι με τα νέα μέλη, πού θα βρισκόμαστε;

ΠτΘ: Εκ των εν όντων, πιστεύετε ότι δεν θα μπορούσε η χώρα μας να αναπληρώσει την απόσταση;

Απ.: Μα δεν έγινε εκ των …«εξ όντων», θα γίνει εκ των εν όντων;; Δυστυχώς η πραγματικότητα υπονομεύει την αισιοδοξία μας… Αλλά θέλω να επιμείνω στην αισιόδοξη σκέψη που μου παρέχει και μια προοπτική για το «αύριο»…

Μαρία Β.Μπόντη

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.