Ανταγωνιστικοτητα και Αειφορια

Σε εκδήλωση που διοργανώθηκε από τον Σύνδεσμο Ελληνικών Βιομηχανιών στην Αθήνα για την ανταγωνιστικότητα και την αειφορία, στα πλαίσια της προετοιμασίας της ελληνικής προεδρίας στην Ε.Ε., πραγματοποίησε εισήγηση ο πρόεδρος του Συνδέσμου Βιομηχανιών – Βιοτεχνιών Ροδόπης Νίκος Βουγιουκλής.

Σε μια περίοδο που η προστασία του περιβάλλοντος έχει αναχθεί σε μείζον ζήτημα για την τοπική κοινωνία, η θέση των παραγωγικών δυνάμεων έχει την δική της ξεχωριστή σημασία και το εύλογο ενδιαφέρον για την ευρύτερη κοινή γνώμη.

Ο ΠτΘ παρουσιάζει σήμερα ένα εκτενές απόσπασμα από την εισήγηση στη συγκεκριμένη ημερίδα.

Σημερινή κατάσταση

Η άνοδος του βιοτικού επιπέδου που σημειώθηκε στις χώρες της Ε.Ε. τις τελευταίες δεκαετίες είχε εκτός των άλλων σαν αποτέλεσμα το να προτάσσουν οι πολίτες τις ποιοτικές παραμέτρους της ζωής τους σαν ιδιαίτερα σημαντικές.

Τούτο αποδεικνύεται από πρόσφατες έρευνες (Ευρωβαρόμετρο 1999) από τις οποίες προέκυπτε ότι οι κύριοι προβληματισμοί του μέσου Ευρωπαίου αφορούν κατά σειρά την βία, τα προβλήματα υγείας, την ανεργία, τη φτώχεια, τα ναρκωτικά και αμέσως μετά η προστασία του περιβάλλοντος.

Από την ίδια έρευνα διεφάνη ότι ένας στους δύο Ευρωπαίους προβληματίζεται σε σχέση με την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, ενώ επτά στους δέκα θεωρούν ότι ζητήματα όπως η προϊούσα εγκατάσταση συνθηκών θερμοκηπίου στον πλανήτη, η μη συνετή διαχείριση των φυσικών πόρων και ιδιαίτερα των υδάτων καθώς και οι κίνδυνοι από την εντατικοποίηση των μεθόδων καλλιέργειας και εκτροφής συνιστούν άμεσα προβλήματα για τα οποία πρέπει να αναζητηθούν επείγουσες λύσεις.

Σε μία δημοκρατική κοινωνία η γνώμη, οι αξίες και οι προβληματισμοί των μελών της είναι οι παράγοντες που κατευθύνουν τους πολιτικούς ως προς τις επιλογές τους.

Λογικό ήταν κατά συνέπεια η πολιτική αντίδραση στις περιβαλλοντικές ανησυχίες να οδηγήσει σταδιακά την Ε.Ε. στην κατάστρωση και εγκατάσταση ενός ευρύτατου θεσμικού πλαισίου που λειτουργούσε προστατευτικά ως προς το φυσικό περιβάλλον ενώ ανάλογα λειτούργησαν και οι εθνικές κυβερνήσεις είτε αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες είτε αναγκαζόμενες να ακολουθήσουν την ροή των εξελίξεων.

Ενδεικτικό της αντίδρασης των πολιτικών στον προβληματισμό των πολιτών είναι ότι το 40% του νομοθετικού έργου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αφορά περιβαλλοντικά θέματα.

Η παραπάνω πραγματικότητα οδήγησε στο να διέπεται σήμερα η περιβαλλοντική πολιτική από περισσότερα από 320 ευρωπαϊκά νομοθετήματα καθώς και περί τα 1500 εθνικά εκ των οποίων περί τα 150 αφορούν άμεσα τη βιομηχανία πέρα από το γεγονός ότι ένας μεγάλος πρόσθετος αριθμός την αφορά έμμεσα συνθέτοντας έτσι ένα πλαίσιο θεσμών και διαδικασιών σύνθετο, περιοριστικό, αλληλοεπικαλυπτόμενο και ιδιαίτερα αντιαναπτυξιακό.

Ταυτόχρονα διαπιστώνεται ότι η Κοινοτική περιβαλλοντική νομοθεσία είτε δεν έχει μετουσιωθεί σε εθνική νομοθεσία αρκετών κρατών μελών είτε η εφαρμογή της είναι πλημμελής και αναποτελεσματική. Το πρόβλημα αναμένεται να γίνει εντονότερο μετά την επικείμενη διεύρυνση ιδιαίτερα εάν λάβει κανείς υπόψη ότι δεν υπάρχουν εκείνοι οι μηχανισμοί που θα επιβάλουν και θα ελέγξουν την αποτελεσματικότητα των μέτρων.

Από τη δική της πλευρά η βιομηχανία που αποτελούσε ήδη από τις αρχές του περασμένου αιώνα σημαντικό παράγοντα περιβαλλοντικής επιβάρυνσης, λειτουργώντας είτε στο πλαίσιο των παραδοσιακών περιβαλλοντικών νομοθεσιών είτε με καθαρά δική της πρωτοβουλία, επέδειξε την τελευταία εικοσαετία ιδιαίτερες επιδόσεις ως προς τη συνεισφορά της σε αρκετούς τομείς επιτυγχάνοντας μία πιο ισορροπημένη από οικολογικής πλευράς ανάπτυξη.

Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ την τελευταία δεκαετία οι επιχειρήσεις μείωσαν τις εκπομπές τους παρά το γεγονός ότι η μέση αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής την ίδια περίοδο προσήγγιζε το 50%. Σαν παραδείγματα περιβαλλοντικών προβλημάτων ιδιαίτερα σημαντικών και μάλιστα με διασυνοριακό χαρακτήρα ή ακόμα και με παγκόσμια εμβέλεια τα οποία κατά κύριο λόγο οφείλοντο σε δραστηριότητες του δευτερογενούς τομεα και αντιμετωπίσθηκαν από αυτόν τον ίδιο με επιτυχία, μπορούν να αναφερθούν η όξινη βροχή (εκπομπές SO2) και η αποικοδόμηση της στιβάδας του όζοντος (χρήση χλωροφθορανθράκων).

Αντίστοιχα, κλάδοι όπως οι βιομηχανίες χάρτου, γυαλιού και μετάλλων προχώρησαν σε σημαντικές βελτιώσεις όσον αφορά την αποτελεσματική διαχείριση των πόρων ενώ αλλού παρατηρήθηκε μείωση της χρήσης επικίνδυνων ουσιών σε προϊόντα με θετικές επιπτώσεις στη διαχείριση αυτών των τελευταίων μετά το πέρας του κύκλου ζωής τους.

Η νέα πρόκληση

Με την πάροδο του χρόνου διαπιστώνουμε ένα χάσμα ανάμεσα στις περιβαλλοντικές προκλήσεις του μέλλοντος και τις απαντήσεις που είμαστε σήμερα έτοιμοι να δώσουμε σε πολιτικό επίπεδο.

Η πολιτική απέναντι στο περιβάλλον αντιμετωπίζει όλο και συχνότερα νέα δεδομένα που καθιστούν οριακή τη χρήση των πρακτικών που ίσχυαν μέχρι σήμερα και των οποίων οι παράπλευρες επιπτώσεις ήδη προβληματίζουν.

Πιο συγκεκριμένα αποδεικνύεται όλο και περισσότερο ότι οι σημερινές προσεγγίσεις που αφορούν την περιβαλλοντική νομοθεσία δεν θα είναι ούτε σήμερα αλλά ούτε και πολύ περισσότερο στο μέλλον επαρκείς για να επιφέρουν τις αλλαγές που είναι απαραίτητες εφόσον η κοινωνία επιθυμεί να προχωρήσει σε ένα καθεστώς ανάπτυξης που να ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να διακυβεύει την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες, που να υπηρετεί δηλαδή τις αρχές της αειφορίας.

Οι ενδεχόμενες αλλαγές στο κλίμα, οι απαιτούμενες βελτιώσεις στους ενεργειακούς βαθμούς απόδοσης, η ορθολογική χρήση πρώτων υλών και οι μεταβολές ως προς την καταναλωτική συμπεριφορά επιβάλουν μία επανεκτίμηση των κλασσικών συνταγών επίλυσης των περιβαλλοντικών προβλημάτων.

Οι αυστηρές νομοθετικές προσεγγίσεις με επιβολή ορίων, μέσω ευρωπαϊκών οδηγιών οι οποίες στην αρχή ξεκινούν σαν Οδηγίες Πλαίσιο και τελικά διαμορφώνονται σε λεπτομερείς νομοθετικές ρυθμίσεις δεν μπορούν να συνεχισθούν. Η κάθε κοινωνία κινούμενη μέσα σ’ ένα ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο μπορεί και πρέπει να λαμβάνει τις αποφάσεις που την εξυπηρετούν.

Επιπροσθέτως, η νέα προσέγγιση δεν θα πρέπει να υπηρετεί αποκλειστικά το κριτήριο της αποτελεσματικότητας από περιβαλλοντική άποψη αλλά θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη επιπροσθέτως τα κριτήρια της κοινωνικής αποδοχής και της οικονομικής αποδοτικότητας.

Ανταποκρινόμενο στις παραπάνω προκλήσεις το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θέτοντας τον Μάιο του 2000 στη Λισσαβώνα τους στόχους για την Ευρώπη και για το τέλος της δεκαετίας που διανύουμε, συνέδεσε την επιδιωκόμενη υλική ευμάρεια με την ευθύνη για το περιβάλλον και την κοινωνική πρόοδο.

Οι εξελίξεις τα τελευταία δυόμισι χρόνια και πιο συγκεκριμένα η πρόταση της Επιτροπής για μια στρατηγική αειφόρου ανάπτυξης, τα αποτελέσματα του Συμβουλίου του Γκέτενμποργκ και οι προτεραιότητες της Βαρκελώνης επιβεβαιώνουν ότι η αειφόρος ανάπτυξη αποτελεί σήμερα έναν από τους κορυφαίους – αν όχι τον κορυφαίο – στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η πραγματικότητα αυτή εκφράζεται από μία σειρά βασικών αξόνων πολιτικής όπως:

Την προσυπογραφή του πρωτοκόλλου του Κιότο για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου

• Το Έκτο Πρόγραμμα Δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Περιβάλλον

• Την ενεργειακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης

• Τα Σχέδια Οδηγιών για φορολόγηση ενεργειακών προϊόντων και εμπορευσιμότητα των ρύπων θερμοκηπίου

• Τα συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης και ελέγχου (EMAS-ISO 14000)

• Την οδηγία για τον Ολοκληρωμένο Έλεγχο για Πρόληψη της Ρύπανσης-IPPC

• Τις διαμορφούμενες τάσεις σε ότι αφορά την Ολοκληρωμένη Πολιτική για τα Προϊόντα (Integrated Product Policy).


Βέβαια, οι δύο συνιστώσες οι οποίες συνθέτουν την έννοια της αειφορίας, δηλαδή η οικονομική ανάπτυξη από τη μια και η περιβαλλοντική προστασία από την άλλη εμφανίζονται εκ πρώτης όψεως σαν μη συμβατές, δεδομένου ότι επικρατεί ευρέως η άποψη ότι τα επιπρόσθετα κόστη τα οποία συνεπάγεται η εφαρμογή περιβαλλοντικής πολιτικής επιβραδύνουν την οικονομική ανάπτυξη.

Ειδικότερα για την περίπτωση της βιομηχανίας έχει υποστηριχθεί κατά καιρούς και από πολλές πλευρές ότι η υιοθέτηση από αυτήν μιας περιβαλλοντικής πολιτικής που θα υπήκουε στις αρχές της αειφορίας θα αδυνατούσε να ικανοποιήσει την αναπτυξιακή συνιστώσα που αυτή η ίδια η αειφορία επιτάσσει.

Την άποψη αυτή δεν συμμερίζεται ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών θεωρώντας ότι μία σωστά σχεδιασμένη περιβαλλοντική πολιτική όχι μόνον δεν έχει αρνητικές επιπτώσεις σε όρους ανταγωνιστικότητας και απασχόλησης, αλλά είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί σαν μοχλός ανάπτυξης.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.