Θρησκευτικος η πολιτικος ορκος απο τους αιρετους;

Η επιλογή του νέου πρωθυπουργού, κ. Αλέξη Τσίπρα, να παρακάμψει μια παράδοση δύο αιώνων στο τελετουργικό της ορκωμοσίας του, έφερε ξανά στο προσκήνιο της δημόσιας συζήτησης το ζήτημα της διατήρησης ή μη του θρησκευτικού όρκου σε πολιτειακές πράξεις, όπως η ανάληψη καθηκόντων από αιρετούς και από δημόσιους υπαλλήλους. Στον απόηχο της πρωτόγνωρης στα χρονικά της ελληνικής πολιτικής ζωής κίνησης του κ. Τσίπρα, ο «ΠτΘ» φιλοξενεί τις απόψεις τριών διακεκριμένων θεολόγων, καθώς επίσης μια σχετική τοποθέτηση επί του ζητήματος από τον Μητροπολίτη Αλεξανδρουπόλεως, κ.κ. Άνθιμο…

 

Μάριος Λιάγκης «Η πολιτεία θέλει να δεσμεύσει, η Εκκλησία κι ο Θεός δε δεσμεύουν»

 

«Η Εκκλησία δε δεσμεύει», υποστήριξε σε μια ενδιαφέρουσα τοποθέτησή του στον «ΠτΘ» για το θέμα του όρκου ο Επίκουρος Καθηγητής στο τμήμα Θεολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, κ. Μάριος Λιάγκης. Υπενθυμίζοντας ότι «ο ίδιος ο Χριστός απαγόρευσε τον όρκο», κατέστησε σαφές ότι «θεωρείται αμαρτία στον χριστιανισμό ο όρκος στο όνομα του Θεού». «Στην Εκκλησία δε δίνουμε κανέναν όρκο, αν το έχετε προσέξει», συνέχισε, «στον ορθόδοξο χριστιανισμό δεν υπάρχει όρκος. Πολλοί λένε ότι στον γάμο ανταλλάσσουν όρκους για μια ζωή. Αυτό ισχύει, αλλά στους Προτεστάντες. Στην Ορθοδοξία όμως δεν υπάρχει ο όρκος πουθενά. Φανταστείτε πόσο αντίθετο είναι αυτό από την ελεύθερη ζωή ενός χριστιανού, αφού η Εκκλησία δε δεσμεύει».

 

Κατά τον κ. Λιάγκη ο θρησκευτικός όρκος έχει σχέση μόνο με την πολιτεία, που έχει αποφασίσει να χρησιμοποιήσει ένα θρησκευτικό στοιχείο, ώστε να δεσμεύονται αυτοί που αναλαμβάνουν υποχρεώσεις απέναντι στο κράτος. «Η πολιτεία θέλει να δεσμεύσει», παρατήρησε, «η Εκκλησία δε θέλει να δεσμεύσει, ο Θεός δε δεσμεύει». «Άρα η πολιτεία ουσιαστικά εφευρίσκει έναν τρόπο, χρησιμοποιώντας τη θρησκεία του καθενός, να τον δεσμεύσει», προσέθεσε. «Ως θεολόγος νομίζω ότι κάνει λάθος», επισήμανε, σχολιάζοντας ότι «σήμερα, που δε γνωρίζουμε ο καθένας ποια θρησκεία έχει, για πάρα πολλούς ανθρώπους ο όρκος σε οποιοδήποτε θεό ή οποιοδήποτε θρησκευτικό κείμενο δε λέει κάτι, ούτε τους δεσμεύει πραγματικά».

 

«Είναι πολύ τίμιο να υπάρχει πολιτικός όρκος και ακόμα πιο τίμιο να μην υπάρχει θρησκευτικός όρκος»

 

Ερωτηθείς σχετικά με το κατά πόσον είναι προσβλητικό έναντι της θρησκείας να δίδεται όρκος, ο κ. Λιάγκης εμφανίστηκε κατηγορηματικός, δηλώνοντας πως «για μένα ως χριστιανό ορθόδοξο θεολόγο είναι προσβλητικό, όχι μόνο για τη θρησκεία, αλλά και για τον Θεό, γιατί χρησιμοποιείται ουσιαστικά μία δέσμευση στον όνομά του, ενώ δεν ισχύει για αυτόν που δεσμεύεται». «Άρα είναι πολύ τίμιο να υπάρχει πολιτικός όρκος», συνέχισε, «και ακόμα πιο τίμιο να μην υπάρχει θρησκευτικός όρκος. Αλλά από τη στιγμή που το ελληνικό Σύνταγμα ενέχει την Αγία Τριάδα, από τη στιγμή που το ίδιο το πολίτευμα του κράτους ενέχει την πίστη στον Θεό, πιστεύει ότι έτσι, με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να δεσμεύσει καλύτερα τους πολίτες του ώστε να είναι πιο τίμιοι. Πιο εκκοσμικευμένα καθεστώτα τα έχουν καταρρίψει αυτά. Δε σημαίνει αυτό προοδευτισμός, σημαίνει πρόοδος και μάλιστα πρόοδος θετική».

 

Γιώργος Γκόζης «Απαράδεκτη μια αμιγώς πολιτειακή πράξη να επικαλύπτεται από μια θρησκευτική επιβεβαίωση»

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσέγγιση του θέματος από τον συγγραφέα και διδάκτορα Θεολογίας, κ. Γιώργο Γκόζη, όπως αποτυπώνεται σε πρόσφατη ανάρτηση στον προσωπικό του λογαριασμό του στο facebook, την οποία με την άδειά του παραθέτουμε…

 

«Ορισμένες σκέψεις περί θρησκευτικού όρκου των εκάστοτε ελληνικών κυβερνήσεων από τον εκάστοτε Αρχιεπίσκοπο της Ορθόδοξης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδας»

 

«Ως διαδικασία, φαίνεται πως την υιοθέτησε από την ίδρυσή του μετά την απελευθέρωση το νεοσύστατο υπό κηδεμονία ελληνικό κρατίδιο, για να παρέχει ανάμεσα στα άλλα στους πολίτες του την διαβεβαίωση πως, εκτός από του αγγλογάλλους, και εσχάτως και το lander των Βαυαρών, μέχρι και ο Θεός ήταν μαζί τους. Μια επίφαση θεοσέβειας δηλαδή μέσω ενός κατεξοχήν αθεολόγητου επιχειρήματος. Τότε, αυτό ήταν μία ακόμη πρόφαση tailor made λύσης στο λεγόμενο ελληνικό ζήτημα: κόπηκε και ράφτηκε στα μέτρα των «θεόθεν την εξουσίαν εμπεπιστευμένων» εκπροσώπων του λαού, μιας θεοκρατίας βουλευτών δηλαδή που για να διαιωνίσουν ακριβώς την ύπαρξή τους, πατούσαν πότε στον φόβο του αγράμματου τότε λαού μας και πότε στη δική τους ημιμάθεια.

 

Από θεολογική άποψη, είναι απαράδεκτη, με την έννοια ότι δεν είναι παραδεκτή ως διαδικασία, οι βουλευτές του κοινοβουλίου που αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση να δίνουν θρησκευτικό όρκο. Μια αμιγώς πολιτειακή πράξη δηλαδή να επικαλύπτεται από μια θρησκευτική επιβεβαίωση. Φυσικά αυτό συμβαίνει πάμπολλες φορές στις αλληλοεπικαλύψεις πολιτειακής και θρησκευτικής αρμοδιότητας, όπως για παράδειγμα στις πανεπιστημιακές ορκωμοσίες επί πτυχίω ή των υπαλλήλων του δημοσίου για την ανάληψη υπηρεσίας. Η αληθινή ζωή εξάλλου άλλα δείχνει. Να θυμίσω πως για παρόμοιους λόγους ανακρίβειας από τον όρκο μέχρι την πράξη έχει καταργηθεί προ πολλού και η ιερολογία του αρραβώνα –αυτό πια κι αν ακούγεται παρωχημένο σήμερα, ο αρραβώνας-, ενώ κάθε στιγμή το ραγδαία εξελισσόμενο καθημερινό γίγνεσθαι μας δείχνει πως όλοι οι όρκοι καταπατούνται, από του Ιπποκράτη μέχρι των ερωτευμένων.

 

Για ποιο λόγο λοιπόν το ελληνικό κοινοβούλιο να συντηρεί ένα τυπικό, που εκτός από παρωχημένο ως προς τη μορφή είναι και ανακριβές ως προς το περιεχόμενο;

«᾿Εγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὀμόσαι ὅλως• ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ•», λέει στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου (Ματθ. ε’, 34) ο Χριστός.

 

Φαίνεται πως το ΚΚΕ, που συστηματικά δεν δεχόταν τον όρκο με επίθεση χειρών στο Ευαγγέλιο, κατέληγε σε συνεπές για το ίδιο θεολογικά αποτέλεσμα, ακολουθώντας μία διαφορετική αφετηρία και σίγουρα διαφορετικότερη διαδρομή.

 

Προσωπικά, όταν πήρα το πτυχίο μου, δεν ορκίστηκα, αλλά έδωσα διαβεβαίωση, μαζί με όλους τους συμφοιτητές μου ιερείς. Οι οποίοι ιερείς εν γένει ακόμα και στα πολιτικά δικαστήρια δεν ορκίζονται στο Ευαγγέλιο, επικαλούμενοι ακριβώς αυτή την ιδιότητά τους.

 

Ο καινούριος πρωθυπουργός ζήτησε από τον Αρχιεπίσκοπο να μην ορκιστεί ο ίδιος -ο ίδιος, όχι τα μέλη της κυβέρνησής του-, θρησκευτικά. Για κάποιον άνθρωπο που δε δηλώνει καμία πίστη σε κανέναν θεό το αντιλαμβάνομαι ως συνεπές: δεν ορκίζεται κανείς σε θεό που δεν πιστεύει.

 

Ως θεσμική πράξη, να θυμίσω ότι η Ορθόδοξη Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδας λειτουργεί απόλυτα εντός του πλαισίου που της ορίζει η Ελληνική Πολιτεία με τον λεγόμενο Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδας: είναι ο νόμος 590 του 1977. Με απλά λόγια, είναι ένας νόμος που ορίζει τη λειτουργία ενός ακόμα ΝΠΔΔ.

 

Αυτό το ίδιο προνομιακό ΝΠΔΔ, το οποίο για παράδειγμα κατέχει πρώην εθνικές γαίες. Που αποδέχεται κατά το δοκούν ως τίτλους ιδιοκτησίας τα χρυσόβουλα κάποιου αυτοκράτορα ή τους φετφάδες κάποιου σουλτάνου των Οθωμανών. Που ζητά επιλεκτικά τη συνδρομή του πληρώματός του: αν πρόκειται για την αναγραφή του θρησκεύματος επί των ταυτοτήτων, συλλέγει υπογραφές για να ζητήσει δημοψήφισμα, αλλά δεν του επιτρέπει να ψηφίσει τον επιχώριο μητροπολίτη του απ΄ ευθείας, παρά του τον ανακοινώνει αριστίνδην η Διαρκής Ιερά Σύνοδος. Που απογράφει ως υπαλλήλους του Δημοσίου τους λειτουργούς του, που τους αμείβει στο μισθολόγιο του, που τους ανέχεται ενίοτε ως διπλοθεσίτες παπαδάσκαλους, που τους φοροαπαλλάσει σκανδαλωδώς, που συντήρησε τον Εμφύλιο με δόλιο τρόπο, που συγκαλύπτει περιστατικά παιδεραστίας στους κόλπους του κι άλλα πολλά.

 

Για να μην ξεφεύγω όμως: Ήδη από το πρώτο μισό του 13ου αιώνα ο αρχιεπίσκοπος Αχρίδας (1216-1236) Δημήτριος Χωματιανός ή Χωματηνός έγραφε πως  «τά ἐκκλησιαστικά τοῖς πολιτικοῖς συμμεταβάλλεσθαι εἴωθεν». Με άλλα λόγια, η Εκκλησία ως διοικητικό καθίδρυμα ακολουθεί τις πολιτειακές επιταγές. Όλα αυτά τα παρά φύσει, καμία σχέση δεν έχουν με την ουσία του Χριστιανισμού και το πρόσωπο του Θείου, είναι απλώς στρεβλώσεις της ανθρώπινης φύσης.

 

Ελπίζω κάποτε να διαχωριστούν με δίκαιο τρόπο και διακριτά οι αρμοδιότητες Κράτους και Εκκλησίας. Όσο κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο, θα είναι προς αμοιβαίο τους όφελος.

 

Το παραπάνω συμπεριλαμβάνει και την ορκωμοσία των μελλοντικών κυβερνήσεων. Με αυτόν τον τρόπο κάθε νέος πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του θα προστατεύσουν και τον εκάστοτε Αρχιεπίσκοπο, ώστε ο τελευταίος να παύσει πλέον να διαπράττει κατ’ εξακολούθηση ένα (νομο)κανονικό παράπτωμα».

 

Ιωάννης Σιδηράς «Είναι ματαιότητα και ακραία παραδοξότητα να ορκιζόμεθα επικαλούμενοι ελαφρά τη καρδία του ονόματος του Θεανθρώπου Χριστού»

 

«Είναι ματαιότητα και ακραία παραδοξότητα να ορκιζόμεθα επικαλούμενοι ελαφρά τη καρδία του ονόματος του Θεανθρώπου Χριστού», σημειώνει σε άρθρο του στον «ΠτΘ» ο Θεολόγος-Εκκλησιαστικός Ιστορικός – Νομικός, κ. Ιωάννης Ελ. Σιδηράς, επισημαίνοντας μεταξύ άλλων ότι «σε ένα κράτος δικαίου, η ελευθερία κάθε ανθρώπου να θρησκεύει ή να μην θρησκεύει είναι προσωπικό του δικαίωμα, αρκεί να μην προσπαθεί όταν μάλιστα έχει και κατέχει θέση εξουσίας να επιβάλλει το άθρησκο των επιλογών του και στους υπόλοιπους θρησκευόμενους ελεύθερους πολίτες»…

 

«Περί πολιτικού όρκου παραλειπόμενα…

 

Μετά από πολύ περίσκεψη και περισυλλογή απεφάσισα να καταθέσω δημοσίως λίγες αράδες για όσα επηκολούθησαν σε επίπεδο δηλώσεων ή αντιδράσεων, κατόπιν της εκ μέρους του νέου Πρωθυπουργού της Ελλάδος κ. Αλέξη Τσίπρα, διαβεβαιώσεώς του (πολιτικός όρκος) ενώπιον του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Παπούλια, ότι θα τηρεί το Σύνταγμα και τους Νόμους του Κράτους, χωρίς να θέσει το χέρι του επί του Ιερού Ευαγγελίου.

 

Το όλο ζήτημα μπορούμε να το προσεγγίσουμε από δύο οπτικές γωνίες. Πρωτίστως ως Ορθόδοξος θεολόγος οφείλω ρητώς και άνευ περιστροφών να υπογραμμίσω ότι ο Κύριος και Θεός μας Ιησούς Χριστός με σαφήνεια ορίζει ότι: «Εγώ δε λέγω υμίν μη ομόσαι όλως. Έστω δε ο λόγος υμών, ναι ναι, ου ου» (Ματθ. ε΄, 34). Νουθετεί και διδάσκει λοιπόν ο καρδιογνώστης Χριστός ότι η επί ματαίω χρήση του ονόματος του Θεού δεν επιτρέπεται, όταν μάλιστα ως άνθρωποι αδύναμοι και χοϊκοί, υποκριτές ενίοτε και ανειλικρινείς χρησιμοποιούμε το όνομα του Κυρίου για να δηλώσουμε την εντιμότητα και την τιμιότητά μας, αλλά την ίδια στιγμή λησμονούμε ότι επικαλεστήκαμε το όνομα του Κυρίου και Θεού μας θέτοντας μάλιστα το χέρι μας και επί του Ιερού Ευαγγελίου, αφού πράττουμε τα αντίθετα από εκείνα για τα οποία δώσαμε τον θρησκευτικό όρκο. Ο Χριστός απαγορεύει τους όρκους, απορρίπτει την «μικρορκία» η οποία γεννά την υποκρισία, την ψευδολογία, την ανειλικρίνεια και σε πολλές των περιπτώσεων αποτελεί το «προσωπείο» για να καλύψουμε το αληθινό μας πρόσωπο. Συνεπώς, είναι ματαιότητα και ακραία παραδοξότητα να ορκιζόμεθα επικαλούμενοι ελαφρά τη καρδία του ονόματος του Θεανθρώπου Χριστού και την ίδια στιγμή με ελαφρότερη καρδία ως ασυνείδητοι και επίορκοι και επιλήσμονες να πράττουμε το φαύλο έναντι του Θεού και των συνανθρώπων μας.

 

Ο κ. Αλέξης Τσίπρας λοιπόν έχει δηλώσει το «άθρησκον της επιλογής» του, αν και δεν με εκφράζει αυτό, αλλά θεωρώ πολύ εντιμότερο και τιμιότερο να είναι συνεπής στα πιστεύματά του και τη φιλοσοφική κοσμοθεωρία του δίδοντας πολιτικό όρκο παρά να τον βλέπαμε με μικροπολιτική και υποκριτική διάθεση να δίδει τον επί του Ιερού Ευαγγελίου θρησκευτικό όρκο, εμπαίζοντας και τον Θεό και την Αγία Εκκλησία του και εμάς τους πολίτες. Εξάλλου, ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Κύριος μας ρητά συμπληρώνει: «Έστω δε ο λόγος υμών ναι ναι, ου ου» (Ματθ. ε΄, 34). Προτείνει ο Κύριος σε όλους μας να έχουμε συνείδηση των πράξεών μας και των λόγων μας τηρώντας τις υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις μας με το ναι ή το όχι στο επίπεδο της τιμής και της αυτοσυνειδησίας μας. Και αν έχουμε ως πρόσωπα τιμή και συνείδηση να τηρούμε όσα υποσχεθήκαμε, αν πάλι είμαστε ανέντιμοι, υποκριτές και φαύλοι να μην θέτουμε το όνομα του Κυρίου μας ως «βιτρίνα» και όπισθεν ενός ανούσιου όρκου να πράττουμε τα αντίθετα. Ποιον τελικά εμπαίζουμε;

 

Η Εκκλησία δεν πλήττεται επειδή ο νέος Πρωθυπουργός δεν έδωσε το θρησκευτικό όρκο, επειδή ακριβώς πάντοτε και παντού διακηρύττει την ελευθερία, το αυτεξούσιο, των ανθρώπων για τις επιλογές τους, με τις ανάλογες κάθε φορά συνέπειες για τον καθένα μας. Σε δεύτερο επίπεδο φρονώ ότι σε ένα κράτος δικαίου, η ελευθερία κάθε ανθρώπου να θρησκεύει ή να μην θρησκεύει είναι προσωπικό του δικαίωμα, αρκεί να μην προσπαθεί όταν μάλιστα έχει και κατέχει θέση εξουσίας να επιβάλλει το άθρησκο των επιλογών του και στους υπόλοιπους θρησκευόμενους ελεύθερους πολίτες. Τότε δεν έχουμε δημοκρατικές ατομικές ελευθερίες, αλλά καταφανή παραβίαση ουσιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των πολιτών.

 

Ακούστηκαν πολλά αυτές τις δύο ημέρες είτε από πολιτικούς είτε από εκκλησιαστικούς κύκλους. Τα σπουδαία πράγματα όμως είναι απλά και η Ορθόδοξη Εκκλησία μας δεν έχει αδιέξοδα ούτε ομφαλοσκοπεί μάταια και ανούσια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι φιλόστοργη μητέρα και δέχεται τους πάντες με αγάπη και διάκριση και λεπτότητα και ευγένεια. Δέχεται τα πλήγματα, τις ύβρεις, τους διωγμούς και τα ραπίσματα, αλλά ως σώμα Ιησού Χριστού κηρύττει σταυρό και Ανάσταση. Δεν καταδικάζει a priori τον άνθρωπο που είναι πλάσμα και εικόνα Θεού μοναδική και ανεπανάληπτη. Και αν ακόμη ο άνθρωπος ευσυνείδητα τον αρνείται και είναι εκτός του παναγίου και σωστικού σώματος της, εκείνη πάντοτε αναμένει την μετάνοια και τη μεταστροφή του, όπως ο πρώτος διδάξας Ιησούς Χριστός θέλει «πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν».

 

Κανείς δεν γνωρίζει τις ανεξιχνίαστες βουλές του Κυρίου και πώς ενεργούνται τα του βίου των ανθρώπων, ακόμη και των άθρησκων, οι οποίοι δεν γνώρισαν ακόμη τον γλυκύτατο Ναζωραίο Ιησού. Η Εκκλησία διώχθηκε ανά τους αιώνες από αιρετικούς, άθεους, χριστομάχους, εκκλησιομάχους, αλλόθρηκους, αλλά ζει και θα ζει γιατί η ίδια είναι ο Αναστημένος Χριστός παρατεινόμενος στους αιώνες. Αλλοίμονο, εάν η Εκκλησία κινδυνεύει επειδή ένας πολιτικός άνδρας δεν έδωσε τον θρησκευτικό όρκο, επειδή δηλώνει άθρησκος. Και αυτόν τον αναμένει ως ανεξίκακη Μητέρα, ως φιλόστοργη τροφός σε επιστροφή, σύμφωνα με τη φράση του Ιερού Ευαγγελίου: «Έρχου και ίδε».

 

Κατακλείοντας αυτές τις από καρδιάς ειλικρινείς σκέψεις μας επιθυμώ να καταγράψω χάριν της ιστορίας τα όσα διηγείται ο Ιερομόναχος Αθανάσιος ο Αγιορείτης για τον Χαρίλαο Φλωράκη στο τέλος της ζωής του, ο οποίος επισκέφθηκε το Άγιον Όρος και εξομολογήθηκε. Δεν θα πρέπει να λησμονούμε την φράση της Διαθήκης του Χαρίλαου Φλωράκη: «Θέλω να επιστρέψω, και να ταφώ στον τόπο που γεννήθηκα στο Παλιοζογλώπι και συγκεκριμένα στην Αηλιά για να χω αγνάντιο». Ποιος άραγε έχει «αγνάντιο» μετά θάνατον; Μήπως αυτός που θεωρεί ότι ο άνθρωπος είναι μια σορός από κόκκαλα και κρέας; Όχι βέβαια. Μόνον αυτός που πιστεύει στην επέκεινα του τάφου ζωή, όπως έστω την αντιλαμβάνεται ο ίδιος.

 

Συνεπώς, η σχέση μας με τον Ιησού Χριστό, τον όντως Θεό, είναι εσωτερική βιωματική εμπειρία και ζωή. Ας είναι λοιπόν ο «λόγος μας ναι ναι ή ου ου», άνευ υποκρισίας ψευδοευσέβειας και επίπλαστης θρησκευτικότητας. Ο Θεός μας γνωρίζει όλους έως μυελού οστών και ταμείου ψυχής».

 

Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος «Για μας τους χριστιανούς, η επίκληση του Ονόματος της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση»

 

Εξάλλου, τον όρκο συνείδησης αντί του θρησκευτικού όρκου για τους αιρετούς προέκρινε και ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως, κ.κ. Άνθιμος, σε προ διετίας δημοσιευθέν σχετικό άρθρο του. «Για μας τους χριστιανούς, η επίκληση του Ονόματος της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση», σημείωνε στο επίμαχο άρθρο ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως, ζητώντας ευθέως να καταργηθεί ο θρησκευτικός όρκος και από τα δικαστήρια και από την ανάληψη των καθηκόντων των αιρετών ή των υπαλλήλων.

 

Αναλυτικά, το περιεχόμενο της τότε δημόσιας παρέμβασης του Σεβασμιώτατου, κ. Ανθίμου, έχει ως εξής:

 

«Όταν δημιουργήθηκε το Ελληνικό Κράτος, στην προσπάθειά του να μετατρέψει τους επαναστατημένους ραγιάδες σε πολίτες, πήρε την έννοια του όρκου από την Εκκλησία και την έκανε τελετή ορκομωσίας και την έβαλε στα νεοσυσταθέντα τότε δικαστήρια και στον τότε συγκροτούμενο δημόσιο τομέα. Η Εκκλησία (παρά την απαγόρευση του όρκου που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο) συγκατένευσε, από ανάγκη… έπρεπε να βοηθήσει στη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, που μην ξεχνάτε ότι η Εκκλησία το ελευθέρωσε, το πλήρωσε και το πληρώνει μέχρι σήμερα.

 

Σήμερα, νομίζω πλέον ότι ο όρκος δεν χρειάζεται. Αισθάνομαι ευθύνη και ενοχή όταν με επίσημη εκκλησιαστική τελετή, “αναγκάζω” βουλευτές, περιφερειάρχες και δημάρχους να επιορκήσουν… Επειδή, σίγουρα επιορκούν! Αυτό ομολογούν τα ειδικά δικαστήρια, όσα γίνονται κι όσα δεν γίνονται στη Χώρα.

 

Για μας τους χριστιανούς, η επίκληση του Ονόματος της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση.

 

Ή στην άλλη περίπτωση, στα δικαστήρια, όταν βάζουν το χέρι τους στο ιερό Ευαγγέλιο με τόση ευκολία και ελαστική συνείδηση! Ο όρκος είναι φοβερό πράγμα, για όποιον πιστεύει. Για όποιον δεν πιστεύει είναι παρωδία. Όμως εμένα με απασχολεί η αμαρτία την οποία φορτώνεται εκείνος που ορκίζεται. Να καταργηθεί, λοιπόν και από τα δικαστήρια και από την ανάληψη των καθηκόντων των αιρετών ή των υπαλλήλων.

 

Όχι να πετάμε τα άγια και τους μαργαρίτες…δεν είναι σωστό. Ας ορκιζόμαστε στην τιμή και στη συνείδησή μας, που ή τα έχει κανείς ή δεν τα έχει. Ή μας τα ενέπνευσε η Δημοκρατία ή δεν μας τα ενέπνευσε! Βεβαίως είναι έτοιμος ο λαός μας σήμερα να ξεχωρίσει τα πράγματα. Ξέρει την Εκκλησία του, τη βιώνει ως χαρισματικό φορέα και από την άλλη βλέπει την αναγκαστική εμπλοκή της στα δημόσια πράγματα.

 

Θυμηθείτε τις ορκομωσίες στις προηγούμενες αυτοδιοικητικές εκλογές! Το πρόβλημα εμφανίστηκε στην ελλαδική κοινωνία ότι ήταν η επιμονή των Επισκόπων να ορκίσουμε τους αιρετούς. Θεός φυλάξοι! Το πρόβλημα για όσους δεξιούς κι αριστερούς εκλεγμένους δεν ήθελαν να ορκιστούν, όπως ακόμα ορίζει το Σύνταγμα, ήταν του συνταγματικού εισαγγελέα! Εμείς οι εκκλησιαστικοί πηγαίνουμε όπου μας προσκαλούν. Ανεπιθύμητοι δεν θέλουμε να είμαστε».

 

Ρεπορτάζ: Θωμάς Σταμούλης, Τζένη Κατσαρή-Βαφειάδη

[email protected], [email protected]

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.