Αντιδρασεις για την αποφαση Σανιδα
Η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Σανιδά να μη στείλει στη Βουλή το φάκελο για τη Μονή Βατοπεδίου δημιούργησε πλήθος αντιδράσεων τόσο στον πολιτικό όσο και στο νομικό κόσμο. Ο ΠτΘ για το θέμα συνομίλησε με την Επίκουρη Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης κ. Ιφιγένεια Καμτσίδου καθώς και με τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Ξάνθης κ. Κώστα Γούναρη…
Ιφιγένεια Καμτσίδου:
«Η απόφαση του κ. Σανιδά γεννά επιφυλάξεις δεδομένου ότι αντιτίθεται στο Σύνταγμα»
Την άποψη ότι η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου «γεννά πολλές επιφυλάξεις» εκφράζει η επίκουρη καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου «δεδομένου ότι έρχεται σε αντίθεση με ρητή κα αναντίλεκτη διατύπωση του Συντάγματος και προωθεί και μία αντίληψη για την οργάνωση και λειτουργία της Εισαγγελίας που και αυτή βρίσκεται σε ένταση με όσα ορίζει ο Νόμος και το Σύνταγμα».
ΠτΘ: κ. Καμτσίδου η απόφαση του κ. Σανιδά να μην αποσταλεί η δικογραφία για τη Μονή Βατοπεδίου στη Βουλή διχάζει. Ποια είναι η δική σας άποψη;
Ι.Κ.: Το Σύνταγμα μετά την αναθεώρηση του 2001 επιτάσσει, εφόσον σε μια ποινική υπόθεση ανακύπτουν στοιχεία τα οποία σχετίζονται απλώς με πολιτικά πρόσωπα και ειδικότερα με πρόσωπα που είναι ή έχουν διατελέσει υπουργοί, η δικογραφία να αποστέλλεται αμελητί, δηλαδή αμέσως χωρίς περισσότερη χρονοτριβή στη Βουλή. Η Βουλή είναι αυτή που συστήνει εξεταστική επιτροπή που διενεργεί προκαταρκτική εξέταση. Δηλαδή, αρμόδιο για να διερευνήσει αν εν τέλει υπάρχουν ευθύνες υπουργών είναι το κοινοβούλιο. Αν σε μια υπόθεση εμφανίζονται πραγματικά στοιχεία που να σχετίζονται με πολιτικά πρόσωπα, με υπουργό ή πρώην υπουργό είναι θέμα που εξετάζει ο αρμόδιος εισαγγελέας και όχι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο οποίος έχει υποχρέωση απλά να διαβιβάσει τη δικογραφία στη Βουλή. Επομένως η απόφαση του κ. Σανιδά γεννά πολλές επιφυλάξεις δεδομένου ότι έρχεται σε αντίθεση με ρητή κα αναντίλεκτη διατύπωση του Συντάγματος και προωθεί και μία αντίληψη για την οργάνωση και λειτουργία της Εισαγγελίας που και αυτή βρίσκεται σε ένταση με όσα ορίζει ο Νόμος και το Σύνταγμα.
ΠτΘ: Θα μπορούσαμε δηλαδή να μιλήσουμε για θεσμική παρέκκλιση;
Ι.Κ.: Οπωσδήποτε ο κ. Σανιδάς υπερβαίνει τις αρμοδιότητές του δεδομένου ότι ο εισαγγελέας που είναι αρμόδιος να αξιολογήσει ουσιαστικά τα στοιχεία έκρινε πως η υπόθεση έπρεπε να παραπεμφθεί στη Βουλή και δεδομένης επίσης της Συνταγματικής ρύθμισης η οποία επιβάλλει μόλις τα στοιχεία αυτά εμφανιστούν να παραπεμφεί η υπόθεση στο Κοινοβούλιο προκειμένου η λαϊκή αντιπροσωπεία μέσω της Εξεταστικής Επιτροπής να κάνει την προκαταρκτική εξέταση και κατόπιν να υποβληθεί το πόρισμα για να αποφασίσει η Ολομέλεια του Οργάνου αν πρέπει ή όχι να ασκηθεί ποινική δίωξη;
ΠτΘ: Πιστεύετε ότι το όλο θέμα συνδέεται και με την ποιότητα λειτουργίας της δημοκρατίας μας;
Ι.Κ.: Αναμφισβήτητα όταν εμφανίζονται δυσλειτουργίες στο πολίτευμα εμφανίζονται σε όλους τους κλάδους. Δηλαδή βρισκόμαστε σε μια κατάσταση στην οποία και σε ό,τι αφορά στα μέλη του Κοινοβουλίου και της Εκτελεστικής Εξουσίας έχουν εμφανιστεί σημαντικά προβλήματα αλλά και σε ό,τι αφορά τη λειτουργία της δικαστικής εξουσίας εκεί αντιμετωπίζουμε πλέον καταστάσεις που υπερβαίνουν τους ορισμούς του Συντάγματος. Το πρόβλημα όμως θεωρώ ότι δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί περιστασιακά. Νομίζω ότι συνδέεται με τις σχέσεις εκτελεστικής εξουσίας και δικαιοσύνης και ότι ένα από τα προβλήματα που πρέπει να απασχολήσουν τον πολιτικό κόσμο αλλά και τους πολίτες είναι η αναδιοργάνωση του τρόπου επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης. Αυτή η στενή σχέση που υπάρχει, παρότι προβλέπεται και στο Σύνταγμά μας, και που δίνει στην κυβέρνηση να επιλέγει την ηγεσία των Ανώτατων Δικαστηρίων κατά τη γνώμη μου είναι και ξεπερασμένη χρονικά και δεν συμβάλλει στην δημοκρατική λειτουργία του πολιτεύματος. Θα πρέπει να σκεφθούμε σοβαρά το πώς θα επιλέγεται η ηγεσία της δικαιοσύνης έτσι ώστε να μπορεί να λειτουργεί η δημοκρατία μας πληρέστερα και να γίνονται σεβαστές και οι επιταγές του κράτους δικαίου.
ΠτΘ: Βάση του δημοκρατικού πολιτεύματος η ανεξάρτητη δικαιοσύνη. Σήμερα μπορούμε να κάνουμε λόγο για αυτή;
Ι.Κ.: Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης πραγματικά έχει υποστεί πλήγματα. Δεν μπορούμε να πούμε ότι συνολικά δεν μιλάμε για ανεξάρτητη δικαιοσύνη είναι ένα θέμα πολύπλοκο. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης συναρτάται από τις σχέσεις που έχει αυτή με την εκτελεστική εξουσία αλλά και από την δομή και οργάνωση των δικαστηρίων, έτσι ώστε καθένας δικαστής από τον πρωτοβάθμιο μέχρι και τα μέλη των ανώτατων δικαστηρίων να λειτουργούν σύμφωνα με τη Συνταγματική Επιταγή, δηλαδή να δεσμεύονται μόνο από το Σύνταγμα και τους νόμους και όχι από τον προϊστάμενο ή από το Ανώτατο δικαστήριο.
ΠτΘ: Το όλο θέμα έφερε στο επίκεντρο το νόμο περί ευθύνης υπουργών. Μεγάλη συζήτηση γίνεται για αλλαγή του. Ποια είναι η άποψή σας;
Ι.Κ.: Πολλές ρυθμίσεις περί ευθύνης υπουργών περιλαμβάνονται στο Σύνταγμα και άρα δεν μπορούν να αλλάξουν με αλλαγή νόμου. Οπωσδήποτε χρειάζεται το θέμα αυτό να το ξαναδούμε ιδιαίτερα το θέμα της παραγραφής που είναι πάρα πολύ σύντομη αλλά και σε αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση. Όταν χρονίζουν υποθέσεις που αφορούν πολιτικά πρόσωπα και αυτό δημιουργεί πρόβλημα. Από την άλλη η προβλεπόμενη παραγραφή είναι συντομότατη και μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες ατιμωρησίας για πολιτικά πρόσωπα. Απαιτείται συνταγματική αναθεώρηση.
ΠτΘ: κ. Καμτσίδου σας ευχαριστούμε πολύ.
Ι.Κ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.
Α.Π.
Κώστας Γούναρης, Πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Ξάνθης:
«Θεσμική παρέκκλιση η απόφαση του κ. Σανιδά»>
Εκφράζοντας τη θέση του για το ίδιο θέμα ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Κώστας Γούναρης μιλώντας κατ’ αρχήν γενικά τόνισε ότι «στην Ελλάδα υπάρχουν νόμοι, όπως ο νόμος περί ευθύνης υπουργών, για τον οποίο λόγος πολύς γίνεται για το αν είναι σωστός ή όχι. Θεμιτή η κριτική αλλά μέχρι να τροποποιηθούν οι νόμοι οφείλουν να εφαρμόζονται από όλους και πρώτα απ’ όλα από τους λειτουργούς της δικαιοσύνης. Το άρθρο 86 του Συντάγματος παράγραφος 2 είναι σαφές και ορίζει ότι αν στα πλαίσια ανάκρισης, προανάκρισης, προκαταρκτικής εξέτασης ο ενεργών αυτές τις πράξεις διαπιστώσει ότι προκύπτουν στοιχεία που αφορούν αδικήματα υπουργών ή τέως υπουργών πρέπει αμελητί να στείλει το φάκελο στη Βουλή. Στην περίπτωση αυτή έχουμε δύο εισαγγελείς που διενεργούν προκαταρκτική εξέταση για την υπόθεση του Βατοπεδίου και διαπιστώνουν ότι υπάρχουν στοιχεία ευθύνης,- δεν τα αξιολογούν απλά τα διαπιστώνουν. Οφείλουν λοιπόν αυτοί κατ’ εφαρμογήν του άρθρου του Συντάγματος, επαναλαμβάνω χωρίς να αξιολογήσουν τα στοιχεία γιατί δεν είναι αρμόδιοι, να στείλουν το φάκελο στη Βουλή. Από την ώρα που αυτό δεν γίνεται αυτό συνιστά θεσμική παρέκκλιση. Το θέμα είναι απλό και δεν καταλαβαίνω γιατί γίνεται τόσος λόγος. Εφόσον οι δύο εισαγγελικοί λειτουργοί βρήκαν στοιχεία έπρεπε ο φάκελος να πάει στη Βουλή και αυτή θα κρίνει αν ενδεχομένως αυτά τα στοιχεία είναι επαρκή ή όχι. Αυτό όμως είναι έργο της Βουλής και όχι των εισαγγελικών λειτουργών».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
