Στη δινη των «Κυματων»…

Μπέι Ντάο, «Κύματα – Νουβέλα», μτφρ. Μαριάννα Τζιαντζή, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2023, σ. 200.

«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»

Μπέι Ντάο που σημαίνει «Βόρειο Νησί» είναι το λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Τζάο Τζεν Κάι, μιας εξέχουσας μορφής των παγκοσμίων γραμμάτων, ο κατά γενική ομολογία κορυφαίος εν ζωή ποιητής της Κίνας και σταθερός διεκδικητής του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας. Γεννημένος το 1949 στο Πεκίνο, την ίδια χρονιά με την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, ανήκει στη γενιά που μεγάλωσε μέσα στις τεράστιες αναταράξεις της εποχής και της χώρας του και, κυρίως, μέσα στην Πολιτιστική Επανάσταση. Εκείνη η περίοδος δεν ήταν απλώς ένα ιστορικό γεγονός· ήταν μια βαθιά ρωγμή στην ανθρώπινη εμπειρία, που σημάδεψε σχέσεις, ταυτότητες και τρόπους σκέψης. Και μολονότι στην αρχή πίστεψε τις ιδέες της Επανάστασης, κατόπιν απογοητεύτηκε από την πορεία της. Έτσι, ο Μπέι Ντάο έγινε ο πιο αξιοσημείωτος εκπρόσωπος των “Misty Poets”, μιας ομάδας Κινέζων ποιητών που αντέδρασαν στους περιορισμούς της Επανάστασης και θεωρήθηκε ο κύριος εκφραστής της «ομιχλώδους» ποίησης, ενός ρεύματος που αναπτύχθηκε στον αντίποδα των επίσημων επιταγών του καθεστώτος και που προσπάθησε να μιλήσει για όσα δεν μπορούσαν να ειπωθούν άμεσα.

Τα «Κύματα», στην αγγλόφωνη έκδοσή τους, “Waves: Stories” (New Directions, 1990), από όπου και η μετάφραση από τη Μαριάννα Τζιαντζή, περιλαμβάνει μια  νουβέλα τα «Κύματα» (Waves) και πέντε ή έξι ακόμη διηγήματα. Πιο συγκεκριμένα τα: “The Homecoming Stranger”, “Melody”, “Moon on the Manuscript”, “Intersection” και “Happiness Street”.  Σε άλλες εκδόσεις (π.χ. παλαιότερες κινεζικές ή βρετανικές) εμφανίζεται και το “In the Ruins”. Άρα, πρόκειται ξεκάθαρα για μια συλλογή που προηγούνται τα διηγήματα και ακολουθεί η νουβέλα που βρίσκουμε στην ελληνική έκδοση. Γράφτηκε το 1974 και εκδόθηκε το 1979 ως ένα είδος απολογισμού της τεράστιας ζημιάς που προκλήθηκε σε αμέτρητες ζωές Κινέζων από τη βία της Εθνοφρουράς, κατά την κορύφωση της υστερίας της Πολιτιστικής Επανάστασης. Ήταν η βασική έκδοση που σύστησε τον Μπέι Ντάο στο δυτικό κοινό και συνδυάζει διαφορετικά ύφη, για να δείξει το συγγραφικό εύρος του. Πρόκειται τελικά για μια πολυφωνική συλλογή, που τα κείμενα κινούνται από τον ρεαλισμό  μέχρι σχεδόν και τον σουρεαλισμό. Περιλαμβάνει οικογενειακές ιστορίες, πολιτικές αλληγορίες, υπαρξιακές αφηγήσεις. Αυτό που συνδέει τα κείμενα της συλλογής είναι η ίδια εποχή: Πολιτιστική Επανάσταση, και τα ίδια θέματα: αποξένωση, φόβος, κατάρρευση αξιών. Η γραφή είναι γενικότερα υπαινικτική, συχνά αμφίσημη και βαθιά συναισθηματική.

Η αναγνωστική αίσθηση

Και ίσως γι’ αυτό και η τελική νουβέλα δεν μας προσφέρει μια ξεκάθαρη ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Αντίθετα, μας βυθίζει σε έναν κόσμο όπου οι φωνές μπλέκονται, οι χαρακτήρες εμφανίζονται και χάνονται, και η πραγματικότητα μοιάζει ρευστή, σαν να κυλά μέσα από τα χέρια μας όπως το νερό. Το βιβλίο αφήνει κυρίως μια αίσθηση παρά κατανόηση. Ο αναγνώστης περισσότερο μένει με ένα αίσθημα σύγχυσης, βαρύτητας κι εσωτερικής έντασης, γιατί δεν πρόκειται για μια αφήγηση που ολοκληρώνεται, αλλά αντίθετα, ανοίγει σε ομόκεντρους κύκλους συνεχώς νέα ερωτήματα. Ίσως σ’ αυτό να συμβάλλει κι η αποσπασματικότητα της γραφής, οι κατακερματισμένοι συναισθηματικά χαρακτήρες κι η ποιητικότητα που διαλύει τη γραμμική ασφάλεια και δημιουργεί αυτήν την αίσθηση της ρευστότητας. Γιατί ο αναγνώστης, ακολουθώντας τους χαρακτήρες, νιώθει ότι πατάει σε πηλώδες έδαφος έτοιμο να υποχωρήσει στην επόμενη σελίδα.

Η ιστορία

Μέσα στο κείμενο μπλέκονται οι ζωές πέντε ανθρώπων σε μια ανώνυμη μικρή πόλη στη βόρεια Κίνα, όπου στέλνονται για καταναγκαστική εργασία φοιτητές και νέοι διανοούμενοι από το Πεκίνο, προκειμένου να «διαπαιδαγωγηθούν». Εκεί λοιπόν διασταυρώνονται δυο γενιές, οι «κομματικοί», που συμμετείχαν στη νικηφόρα Επανάσταση του 1949 και η μετεπαναστατική γενιά, η οποία φέρει τις πληγές της Πολιτιστικής Επανάστασης και της βίας των Εθνοφρουρών. Ο Γιαν Συέν, ένας νέος από οικογένεια αξιωματούχων στο Πεκίνο, η Σιάο Λιγκ, μια κοπέλα από οικογένεια διανοουμένων (που πολεμήθηκαν ανηλεώς από το καθεστώς), ο Λιν Τόγκπιγκ, μεσήλικας και στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος, παλιός φίλος της μητέρας του Συέν, η κόρη του, η Λιν Γυανγυάν και τέλος ο Πάι Χουά, ένας περιθωριακός μικροεγκληματίας, περίπου συνομήλικος του Συέν, είναι τα πέντε πρόσωπα που μπλέκονται στην υδατώδη ιστορία που περίτεχνα διαχειρίζεται ο Μπέι Ντάο.

Οι σχέσεις είναι εύθραυστες και προσωρινές, δεν έχουν καμιά σταθερότητα, διαλύονται εύκολα σαν να τις παρασύρουν τα «Κύματα» κι, ενώ κάποιοι χαρακτήρες δείχνουν να προσεγγίζουν ο ένας τον άλλο, τελικά δεν κατορθώνουν να συναντηθούν πουθενά. Συχνά ο αναγνώστης διαβάζει διαλόγους που δεν οδηγούν στην αποκάλυψη του χαρακτήρα, μα σε σιωπές ή εσωτερικούς μονολόγους, επιβεβαιώνοντας τη βαθιά κρίση επικοινωνίας αυτών των ανθρώπων. Ακόμα κι ο έρωτας που σιγοκαίει τις ψυχές του Γιαγκ Συέν και της Σιάο Λιγκ δεν επενεργεί ως λύση, ούτε ενώνει τους πρωταγωνιστές, γιατί κι εκείνος διαβρώνεται από την πραγματικότητα που ζουν. Επομένως η «σχέση» τους δεν λειτουργεί ως καταφύγιο.

Την ίδια ευαλωτότητα φέρει και η πατρική σχέση της Λιν Γυανγυάν με τον πατέρα της, Λιν Τογκπίγκ, καθώς επηρεάζεται από την πολιτική πίεση, την καχυποψία και τον φόβο. Η μεγάλη Ιστορία εισβάλλει τόσο βίαια στις προσωπικές τους ζωές, που οι ήρωες, ακόμα και τα μέλη μιας οικογένειας, δεν εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον, δεν ανοίγονται, απλά παρασύρονται, καθώς το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο είναι ενταγμένοι διαλύει την οικειότητα μεταξύ τους. Συχνά τα πρόσωπα της νουβέλας δεν κατανοούν ούτε καν τον ίδιο τους τον εαυτό, καθώς είναι αποκομμένοι κι από την ταυτότητά τους, γιατί η αποξένωση είναι διπλής κατεύθυνσης, προς τα έξω αλλά και προς τα μέσα. Έτσι εξηγείται και το γεγονός πως τα συναπαντήματά τους – σωματικά ή πνευματικά– είναι μονάχα στιγμές χωρίς διάρκεια, ίσως με ένταση, αλλά που έρχονται και φεύγουν σαν τα «Κύματα».

Οι χαρακτήρες

Αν θα έπρεπε πολύ ευσύνοπτα να αποδοθούν κάποια χαρακτηριστικά των πέντε ανθρώπων που διασταυρώνονται στο βιβλίο, αυτά θα εξέφραζαν τον τρόπο που ο Μπέι Ντάο παρουσιάζει και τις κοινωνικές ομάδες από τις οποίες προέρχονται. Έτσι η Σιάο Λιγκ εκπροσωπεί την απογοητευμένη συνείδηση της νεολαίας, ενώ ο Γιανγκ Συέν είναι ο άνθρωπος ανάμεσα στην πίστη και την κατάρρευση. Κι οι δυο ενηλικιώθηκαν μέσα στην κατακρήμνιση των βεβαιοτήτων τους κι, υπό αυτήν την έννοια, εκπροσωπούν δύο διαφορετικούς τρόπους να επιβιώνεις όταν η Ιστορία έχει διαλύσει όσα πίστευες για τον κόσμο. Ο Λιν Τογκπίγκ είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες και πιο «σιωπηλά τραγικούς» χαρακτήρες, γιατί μέσα από αυτόν ο συγγραφέας δεν παρουσιάζει απλώς έναν κομματικό αξιωματούχο, αλλά έναν άνθρωπο που φαίνεται να ζει ανάμεσα στην πίστη του παρελθόντος και στην εσωτερική φθορά που άφησε η Ιστορία. Και μολονότι δεν έχουμε μια ομολογία μεταμέλειας για όσα διέπραξε, μας αφήνει την αίσθηση πως αντιλαμβάνεται το μέγεθος της ζημιάς που προκάλεσε στους γύρω του. Η Λιν Γυανγυάν, παρότι δεν βρίσκεται στο κέντρο της αφήγησης, λειτουργεί σαν μια μικρή αλλά πολύ αποκαλυπτική ρωγμή μέσα στον κόσμο του βιβλίου. Εκπροσωπεί την πιο νέα γενιά όλων, αυτή που δεν αντέχει άλλο τη σιωπή των προηγούμενων και που η αποτυχημένη απόπειρα φυγής της από το πατρικό περιβάλλον (καταδικασμένη κι αυτή να χαθεί σαν «κύμα») δεν είναι μόνο μια εφηβική επανάσταση αλλά η ανάγκη να ξεφύγει από έναν κόσμο συναισθηματικά νεκρό. Τέλος, ο πιο γοητευτικός –κατ’ ομολογία των αναγνωστών– χαρακτήρας, ο Πάι Χουά, είναι ο αποκαλυπτικότερος όλων∙ ένας περιθωριακός μικροεγκληματίας που κινείται έξω από τις επιβεβλημένες κοινωνικές νόρμες. Ο συγγραφέας δεν τον παρουσιάζει ποτέ ως το απόλυτο «κακό» ή το αντικοινωνικό στοιχείο. Αντίθετα, γίνεται ο καθρέφτης της κοινωνικής αποσύνθεσης που άφησε πίσω της η Πολιτιστική Επανάσταση. Εκπροσωπεί κοινωνικά την αποτυχία της «διαπαιδαγώγησης», ενώ δείχνει τι έχει απομείνει όταν οι αξίες έχουν καταρρεύσει, η εμπιστοσύνη έχει χαθεί και οι ιδεολογίες έχουν αδειάσει.

Το ύφος

Κι ενώ η ατμόσφαιρα του βιβλίου είναι σχεδόν πνιγηρή, δεν παύει συγχρόνως να είναι και ποιητική, γιατί ο Μπέι Ντάο αυτό ακριβώς ξέρει να κάνει: δεν εξηγεί, υποβάλλει όμως (όπως οφείλει άλλωστε η ποίηση), εκθέτοντας μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να ερμηνευτεί πλήρως. Και με τον ίδιο τρόπο χειρίζεται τους χαρακτήρες του, που δεν ερμηνεύουν τι συμβαίνει, απλά το βιώνουν. Και εμείς, ως αναγνώστες, καλούμαστε να νιώσουμε αυτήν την αβεβαιότητα, αυτήν τη συνεχή κίνηση, σαν να βρισκόμαστε μέσα σε «Κύματα» που παλινδρομούν συνεχώς.

Γιατί κι ο τίτλος δεν είναι τυχαίος. Τα «Κύματα» μπορούν να διαβαστούν με πολλούς τρόπους: ως τα «Κύματα» της Ιστορίας που παρασύρουν τους ανθρώπους, ως «Κύματα» συνείδησης και σκέψης, ή ακόμα κι ως συναισθηματικές διακυμάνσεις για τους ήρωες. «Κύματα» ερωτήσεων, συγκρούσεων, κινήτρων, αβεβαιότητας για τον αναγνώστη. Γιατί τίποτα σε αυτήν τη νουβέλα δεν απομένει σταθερό. Μέσα από αυτήν τη ρευστή και ποιητική αφήγηση, ο Μπέι Ντάο αναφέρεται στον άνθρωπο που προσπαθεί να κρατηθεί όρθιος μέσα σε έναν κόσμο που όλα αλλάζουν συνεχώς και τίποτα δεν μένει πραγματικά ακίνητο. Όπως ακριβώς συμβαίνει και σήμερα γύρω μας. Γι’ αυτό και το βιβλίο του παραμένει εντυπωσιακά επίκαιρο. Ίσως κι αυτή είναι η αιτία που οι ήρωες μοιάζουν να συνεχίζουν να παρασύρονται μέσα μας, πολύ καιρό αφότου κλείσει η τελευταία σελίδα.

*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.