Ανεξαρτησια της Δικαιοσυνης Οπισθοδρομηση η καταργηση του αυτοδιοικητου
«Bόμβα» στα θεμέλια και στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης επιχειρεί να βάλει η κυβέρνηση με νομοθετική ρύθμιση που ουσιαστικά καταργεί το αυτοδιοίκητο των μεγάλων δικαστηρίων και εισαγγελιών της χώρας και επαναφέρει το σύστημα του προϊσταμένου που είχε καταργηθεί το 1993 ως διαβλητό και λόγω των εντάσεων που είχαν προκληθεί στο παρελθόν για αθέμιτες παρεμβάσεις, πιέσεις, κ.λπ.
Oι δικαστικές και εισαγγελικές ενώσεις έχουν προειδοποιήσει ότι θα αντισταθούν σε οποιαδήποτε αλλοίωση ή κατάργηση του θεσμού της αυτοδιοίκησης, καθόσον αποτελεί ευθεία προσβολή της ανεξαρτησίας των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών.
Από την άλλη, το πρόβλημα επιτείνει και η απόφαση της κυβέρνησης να καταργήσει την ανεξάρτητη αρχή για την καταπολέμηση του «μαύρου» χρήματος και να την μετατρέψει σε ένα συλλογικό όργανο, του οποίου πρόεδρος θα είναι ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός.
Για το συγκεκριμένο θέμα ο «Παρατηρητής της Θράκης» συνομιλεί με την Ιφιγένεια Καμτσίδου, επίκουρο καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, και το βουλευτή ΠΑΣΟΚ Ροδόπης κ. Γιώργο Πεταλωτή.
Ιφιγένεια Καμτσίδου:
«Η ηγεσία της δικαιοσύνης να είναι προϊόν συλλογικής διαβούλευσης»
ΠτΘ: κ. Καμτσίδου, πώς κρίνετε την απόφαση της κυβέρνησης να καταργήσει την ανεξάρτητη αρχή για την καταπολέμηση του «μαύρου» χρήματος και να την μετατρέψει σε ένα συλλογικό όργανο του οποίου πρόεδρος θα είναι ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός;
Ι.Κ.: Οι ανεξάρτητες αρχές ήρθαν να καλύψουν μια μεγάλη θεσμική και πολιτική ανάγκη. Την ανάγκη δηλαδή κάποιοι τομείς -στους οποίους είτε αναπτύσσονται δικαιώματα των πολιτών είτε πρέπει να προασπιστεί ένα σημαντικό δημόσιο συμφέρον- να βρίσκονται υπό τη διαχείριση οργάνων που δεν καθοδηγούνται κυβερνητικά. Η κατάργηση της ανεξάρτητης αρχής, επομένως, από την κυβέρνηση συνιστά μια οπισθοδρόμηση στην ανάπτυξη τόσο του κράτους δικαίου, όσο και της δημοκρατικής αρχής και μάλιστα οδηγεί στη συρρίκνωσή της. Η ύπαρξη των ανεξάρτητων αρχών συμβάλλει ουσιαστικά στη δυνατότητα των πολιτών να έχουν γνώση για τη διαχείριση κρίσιμων τομέων της δημόσιας διοίκησης και να μπορούν να ασκούν έλεγχο. Εξάλλου, η ίδια η λειτουργία της αρχής αποτελεί μηχανισμό ελέγχου στην κυβερνητική εξουσία. Η μετατροπή της σε όργανο της διοίκησης, δηλαδή σε όργανο που είναι ενταγμένο στην διοικητική ιεραρχία, άρα υπόκειται και στον έλεγχο του υπουργού, δεν επιτρέπει την ανάπτυξη αυτής της ελεγκτικής αποστολής που είναι κρίσιμη στη σύγχρονη δημοκρατία.
ΠτΘ: Οι ανεξάρτητες αρχές είναι συνταγματικά όλες κατοχυρωμένες;
Ι.Κ.: Όχι. Είναι συνταγματικά κατοχυρωμένες οι πέντε από αυτές οι περισσότερο σημαντικές. Κατά τη γνώμη μου, από τη στιγμή που ο νομοθέτης έρχεται και κρίνει ότι ένας τομέας χρειάζεται για την εύρυθμη λειτουργία του, για την ένταξή του σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό πολίτευμα, να ρυθμίζεται από ανεξάρτητη αρχή, η ίδρυση μιας ανεξάρτητης αρχής δημιουργεί ένα θεσμικό κεκτημένο. Επομένως, με πολλή περίσκεψη θα πρέπει να καταργούνται οι ανεξάρτητες αρχές που δεν κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα, γιατί και αυτές έχουν μια αποστολή που συνταγματικά έμμεσα, μέσω άλλων αρχών, κατοχυρώνεται.
ΠτΘ: Τον τελευταίο καιρό παρατηρείται όλες γενικά οι ανεξάρτητες αρχές να βάλλονται. Πριν καιρό, για παράδειγμα, υπήρξε πρόβλημα με την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και τώρα η κατάργηση της αρχής για την καταπολέμηση του «μαύρου» χρήματος…
Ι.Κ.: Ο Αριστόβουλος Μάνεσης πριν από χρόνια είδε πολύ καλά αυτό το θέμα. Η κυβερνητική εξουσία δεν αγαπά τον έλεγχο. Έχει μια τάση να συγκεντρώνεται, να κλείνεται στον εαυτό της και να ασκείται αδιαφανώς. Επομένως, ενοχλείται από μηχανισμούς που εξασφαλίζουν μια πρόσβαση του πολίτη σε αυτήν, ένα δημόσιο έλεγχο στα πεπραγμένα της.
Ανεξάρτητη δικαιοσύνη
ΠτΘ: Πώς όμως θα κατοχυρωθεί η ασφάλεια των πολιτών και το δημόσιο συμφέρον;
Ι.Κ.: Είναι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα σε όλες τις δημοκρατίες και όχι μόνο στην Ελλάδα. Οι ανεξάρτητες αρχές είναι ένας από τους μηχανισμούς που μπορεί να εξασφαλίσουν τα δικαιώματα. Ένας άλλος σημαντικός μηχανισμός είναι η ανεξάρτητη δικαιοσύνη και γι’ αυτό το λόγο γεννά έντονους προβληματισμούς η πρωτοβουλία του Υπουργού Δικαιοσύνης να καταργήσει την αυτοδιοίκηση των δικαστηρίων. Ήταν μια κατάκτηση της δεκαετίας του ’90, ήταν ένα επίτευγμα που εξασφαλίστηκε χάρη σε μία ευτυχή συγκυρία. Ορίστηκε Υπουργός Δικαιοσύνης στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ένας σημαντικός δικαστικός λειτουργός, ο Γιώργος Κουβελάκης, ο οποίος ήταν γνωστός και για το δικαιοδοτικό του έργο, αλλά και για την δράση του ως πολίτης. Συνέλαβε ο ίδιος και διαρρύθμισε την αυτοδιοίκηση των δικαστηρίων, ανταποκρινόμενος σε ένα πολύ παλιό αίτημα. Αίτημα που προερχόταν και από την Κοινότητα των δικαστών, αλλά και από τους θεωρητικούς του δικαίου. Να εξασφαλιστεί η ανεξαρτησία του δικαστή μέσα από την εκλογή των οργάνων που τον διοικούν.
ΠτΘ: Η κατάργηση του αυτοδιοίκητου προσβάλλει την διοικητική ανεξαρτησία;
Ι.Κ.: Οπωσδήποτε προσβάλει την λειτουργική ανεξαρτησία. Θα πρέπει να κατανοήσουμε τη σημασία «της ιεραρχίας» στο δικαστικό κλάδο. Οι δικαστές απολαμβάνουν από το Σύνταγμα προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία, δηλαδή δεν επιτρέπεται να δέχονται οδηγίες για την άσκηση του έργου τους. Όμως το έργο τους επηρεάζεται μέσα από τους μηχανισμούς της προαγωγής, της μετάθεσής τους, επηρεάζεται μέσα από τη νομολογία των ανώτατων δικαστηρίων. Η ηγεσία όμως των ανώτατων δικαστηρίων επιλέγεται από την κυβέρνηση. Αν, λοιπόν, και οι προϊστάμενοι ορίζονται από το δικαστικό συμβούλιο και δεν εκλέγονται από το ίδιο το σώμα των δικαστών, γίνεται αντιληπτό ότι η ιεραρχία αυτή παγιοποιείται και υπάρχει μία δυνατότητα επηρεασμού των κατώτερων δικαστηρίων από τα ανώτερα.
ΠτΘ: Αποτελεί μία προσπάθεια ο συνδικαλισμός να αναχθεί σε αδίκημα;
Ι.Κ.: Μα η αυτοδιοίκηση των δικαστηρίων δεν συνδέεται με το συνδικαλισμό των δικαστών. Τα δικαστικά συμβούλια διακρίνονται και ως προς το ρόλο τους, και ως προς τον τρόπο ανάδειξής τους από τις δικαστικές ενώσεις. Τα δικαστικά συμβούλια, τα τριμελή δηλαδή συμβούλια, που διοικούν κάθε πρωτοδικείο και κάθε εφετείο της χώρας είναι διοικητικά όργανα και εκλέγονται αυτοτελώς με διαδικασίες, οι οποίες ενεργούνται στο πλαίσιο της άσκησης των διοικητικών καθηκόντων των δικαστών. Έτσι, λοιπόν, ο καθένας δικαστής έχει τη δυνατότητα να αναδείξει στην ηγεσία του δικαστηρίου του πρόσωπα τα οποία γνωρίζει, γνωρίζει το ήθος και την εντιμότητά τους, την ικανότητά τους να ασκήσουν διοίκηση, δηλαδή την ομαλή λειτουργία του δικαστηρίου και βεβαίως είναι και πρόσωπα των οποίων οι απόψεις ανταποκρίνονται περισσότερο στις δικές τους επιθυμίες. Οι συνδικαλιστικές ενώσεις των δικαστών είναι τελείως διαφορετικό πράγμα και δεν αναμειγνύονται καθόλου στη διοίκηση των δικαστηρίων.
Θα μου επιτρέψετε σε αυτό να αναφερθώ σε κάποια επιχειρήματα του υπουργού δικαιοσύνης. Ο κ. Χατζηγάκης μίλησε για φατρίες για κομματισμούς για προσωπικό επηρεασμό μέσω της διαδικασίας αυτής της συλλογικής ανάδειξης της ηγεσίας των δικαστηρίων. Αυτή η στάση με γέμισε θλίψη και περίσκεψη, διότι αντανακλώ μια άποψη για τη δημοκρατία η οποία είναι και ξεπερασμένη και ολιγαρχική. Στη δημοκρατία καθένας πολίτης, καθένας εκλογέας, έχει τη δυνατότητα να εκλέγει τα πρόσωπα που εκφράζουν περισσότερο τις δικές του απόψεις και που πιστεύει ότι θα μπορέσουν να πραγματώσουν ένα σχέδιο είτε για την κοινωνία όταν αναδεικνύει κυβέρνηση είτε για τη δικαιοσύνη όταν αναδεικνύει την ηγεσία της δικαιοσύνης. Είναι λοιπόν σύμφυτο με τη δημοκρατία να κάνει επιλογές προγραμμάτων και προσώπων. Τούτο δεν σημαίνει φατριασμό. Και μάλιστα σε κοινωνίες όπως οι δικές μας που υπάρχουν πολλές απόψεις, και είναι επιθυμητό να υπάρχουν πολλές απόψεις, για τα πράγματα η ιδεολογική ή η άλλη ταύτιση με κάποιον από τους υποψήφιους να οδηγεί στην επιλογή του. Έτσι λειτουργεί η δημοκρατία, διαφορετικά έχουμε διοικητικούς ή κυβερνητικούς μηχανισμούς οι οποίοι δεν κατάγονται από το σώμα που τους εκλέγει.
ΠτΘ: Πιστεύετε ότι όλα αυτά έχουν στόχο να ελέγξουν τη δικαιοσύνη με αποτέλεσμα το κομματικό όφελος;
Ι.Κ.: Δεν μπορώ να κάνω δίκη προθέσεων, μπορώ όμως να προδικάσω το αποτέλεσμα. Ο μηχανισμός που επανεισάγεται από τον κ. Υπουργό αναμφισβήτητα θα έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη δομών μέσω των οποίων η ηγεσία θα προσδιορίζει τις επιλογές του Σώματος, μέσω των οποίων οι αρχαιότεροι δικαστές θα επικαθορίζουν έστω και έμμεσα τη δράση των νεώτερων μέσω των οποίων η κυβέρνηση θα μπορεί, επιλέγοντας την ηγεσία της δικαιοσύνης, να δίνει κατευθύνσεις και ως προς την άσκηση του δικαστικού έργου στο εσωτερικό όλων των δικαστηρίων της χώρας.
ΠτΘ: Είναι σύννομη με το Σύνταγμα η διάταξη;
Ι.Κ.: Υπάρχουν πολλά ερωτήματα που έχουν τεθεί σε ό,τι αφορά στην οργάνωση της δικαιοσύνης μας στο εσωτερικό του Συντάγματος. Γιατί ο καταστατικός χάρτης αφενός μεν κατοχυρώνει την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών, αφετέρου ο ίδιος δίνει τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να επιλέγει την ηγεσία της δικαιοσύνης, δηλαδή τους προέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων. Κατά τη γνώμη μου αυτό θα έπρεπε να αναθεωρηθεί. Θα έπρεπε η ηγεσία της δικαιοσύνης να αναδεικνύεται από ένα πολυμελές συμβούλιο στο οποίο οι δικαστικοί λειτουργοί θα είχαν μια αυξημένη αντιπροσώπευση, αλλά στο οποίο θα συμμετείχε η κοινωνία μέσω των επαγγελματικών ενώσεων, όπως είναι οι Δικηγορικοί Σύλλογοι έτσι ώστε η ηγεσία της δικαιοσύνης να είναι προϊόν μιας συλλογικής διαβούλευσης και να αντανακλά και τις τάσεις και επιθυμίες της κοινωνίας.
Γιώργος Πεταλωτής:
«Ο κλονισμός της εμπιστοσύνης του πολίτη στη δικαιοσύνη το μεγαλύτερο πλήγμα για τη δημοκρατία»
ΠτΘ: κ. Πεταλωτή, τον τελευταίο καιρό εμφανίζεται οξύ το θέμα της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης…
Γ.Π.: Νομίζω ότι η κυβέρνηση ακολουθεί μια συγκεκριμένη τακτική, πρώτον όσον αφορά στη χειραγώγηση της δικαιοσύνης, μία τακτική που δυστυχώς αναγκαζόμαστε, έχοντας συγκεκριμένα στοιχεία, να καταγγείλουμε και καταντήσαμε ως ΠΑΣΟΚ μονότονοι. Αυτό πραγματικά νομίζω ότι θα πρέπει να εκτιμηθεί, γιατί για να φθάσει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να καταγγέλλει χειραγώγηση της δικαιοσύνης σε ένα τέτοιο λεπτό και ευαίσθητο τομέα, σημαίνει ότι έχουμε στοιχεία συγκεκριμένα τα οποία παρουσιάζουμε κατά διαστήματα.
Ως προς αυτό θέλω να τονίσω ότι πέρα από αυτό καθαυτό τον ευτελισμό του ανώτατου δικαιικού θεσμού που υπάρχει στη χώρα μας, το κρίσιμο ζήτημα είναι ότι πλήττεται η αξιοπιστία της καθημερινής δικαιοσύνης στα μάτια του Έλληνα πολίτη, που παρακολουθεί και διαπιστώνει ότι στην κορυφή της δικαιοσύνης υπάρχουν δικαστικοί λειτουργοί, ελάχιστοι είναι αλήθεια αυτοί, για να συγκαλύπτουν σκάνδαλα. Έτσι δημιουργείται μια τεράστια δυσπιστία στον απλό έλληνα πολίτη ο οποίος πηγαίνει στο Ειρηνοδικείο, στο Πταισματοδικείο, στο Πρωτοδικείο σε απλά και κατώτερα δικαστήρια για να βρει το δίκιο του, δικαστήρια στα οποία οι δικαστές σε μεγάλο βαθμό δουλεύουν και νομίζω ότι απονέμεται δικαιοσύνη χάρη αυτών. Άρα θα πρέπει η κάθε κυβέρνηση, η εκτελεστική εξουσία γενικότερα, να είναι πάρα πολύ προσεκτική όταν αναφέρεται στη δικαιοσύνη και κυρίως να μη τη χρησιμοποιεί, γιατί είναι μεγάλο πλήγμα για τους δημοκρατικούς θεσμούς της κοινωνίας μας.
ΠτΘ: Πώς κρίνετε την απόφαση της κυβέρνησης να καταργήσει την ανεξάρτητη αρχή για την καταπολέμηση του «μαύρου» χρήματος και να τη μετατρέψει σε ένα συλλογικό όργανο του οποίου πρόεδρος θα είναι ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός;
Γ.Π.: Είναι ένα έγκλημα για το οποίο υπήρχε προειλημμένη απόφαση εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα. Εμείς ως ΠΑΣΟΚ καταγγείλαμε ότι τον κ. Ζορμπά η κυβέρνηση θέλει να τον καρατομήσει. Από τη στιγμή που ο κ. Ζορμπάς άρχισε να αποκαλύπτει το σκάνδαλο των ομολόγων, από τη στιγμή που ο κ. Ζορμπάς ζητά να ανοίξουν οι λογαριασμοί του κ. Χριστοφοράκου, δηλαδή του ανθρώπου της Siemens που ευθαρσώς ομολόγησε ότι μοίραζε μίζες εκατομμυρίων ευρώ σε πολιτικά πρόσωπα και ο οποίος ακόμη είναι ελεύθερος και ακόμη κάνει τις διακοπές του, τότε πραγματικά η κυβέρνηση αποφάσισε να καρατομήσει τον κ. Ζορμπά και ο μόνος τρόπος για να το κάνει αυτό ήταν η κατάργηση της αρχής. Σε μία κοινωνία και σε μία εποχή, έτσι όπως διαμορφώνονται οι ανάγκες, θα έπρεπε να κατατείνουν στην ενίσχυση των ανεξάρτητων αρχών για να μην υπάρχει καμία υπόνοια μεροληψίας. Αυτό ζητά η κοινωνία σύσσωμη και σε όλα τα επίπεδα και εμείς ως ΠΑΣΟΚ πιστεύουμε ότι θα πρέπει όχι μόνο να θεσμοθετηθούν νέες αρχές, αλλά και να ενισχυθούν οι υπάρχουσες με δικλείδες ασφαλείας ανεξαρτησίας και να εγγυάται η πολιτεία την απρόσκοπτη λειτουργία τους υπεράνω κομμάτων και πολιτικών παραγόντων. Η αρχή καταργείται και βέβαια αντικαθίσταται με μια επιτροπή και με ένα διορισμένο εν ενεργεία δικαστικό λειτουργό, ο οποίος, βέβαια, θα είναι επιρρεπής στην άσκηση πιέσεων από την πλευρά της πολιτείας, έτσι ώστε να μη μιλάμε πλέον για καμία ανεξάρτητη αρχή και καμία διερεύνηση ξεπλύματος βρώμικου χρήματος.
ΠτΘ: Η κυβέρνηση πιστεύετε ότι προσπαθεί να συγκαλύψει το θέμα του «μαύρου» χρήματος;
Γ.Π.: Νομίζω ότι είναι σκάνδαλο από μόνη της η κατάργηση της αρχής. Προσωπικά εγώ με άλλους βουλευτές καταθέσαμε ερώτηση και αίτηση κατάθεσης εγγράφων προς τον κ. Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών κ. Αλογοσκούφη με την οποία τον κατηγορούσαμε και τον εγκαλέσαμε με τον Διεθνή Οργανισμό Οικονομικού Εγκλήματος. Νομίζω ότι αυτό έχει τεράστια βαρύτητα, γιατί ο ίδιος ο διεθνής οργανισμός με προσωπική επιστολή του προέδρου του εγκαλεί τον κ. Αλογοσκούφη ότι ουσιαστικά υπονομεύει την αρχή για την καταπολέμηση χρήματος που προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες, αναδεικνύοντας ουσιαστικά τον κ. Αλογοσκούφη ως συμμέτοχο συνένοχο και ηθικό αυτουργό στη συγκάλυψη όλης αυτής της ιστορίας. Παρόλα αυτά φαίνεται μέσα στο σχεδιασμό της κυβέρνησης είναι να μην υποκύπτει σε καμία πίεση ούτε κοινοβουλευτική βέβαια, αλλά πολύ περισσότερο σε καμία πίεση διεθνούς οργανισμού, όπως ο Διεθνής Οργανισμός Αντιμετώπισης οικονομικού εγκλήματος. Εκεί νομίζω ότι είναι προσωπικό θέμα του κ. Αλογοσκούφη, ο οποίος είναι υπουργός συγκεκριμένης κυβέρνησης, η οποία δυστυχώς λειτουργεί καθαρά επικοινωνιακά και με γνώμονα του τι μπορεί να αντέξει η κοινή γνώμη και φαίνεται ότι η προειλημμένη αυτή απόφαση της κυβέρνησης υλοποιείται με την καρατόμηση του κ. Ζορμπά. Δυστυχώς, είχαμε μία ευκαιρία να μιλάμε σε θεσμικό επίπεδο και όχι σε επίπεδο προσώπων για την καταπολέμηση του βρώμικου χρήματος αυτή όμως η ευκαιρία χάνεται, καταργείται από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, η οποία νομίζω ότι για άλλη μια φορά είναι υπόλογη απέναντι στον ελληνικό λαό που πραγματικά στενάζει μέσα από ημέρες ακρίβειας και φτώχειας αφήνοντας ανεξέλεγκτα τα εκατομμύρια ευρώ των μιζών και το βρώμικο χρήμα, που διακινείται δυστυχώς καθημερινά και σε πάρα πολλά επίπεδα, να φεύγει ανεξέλεγκτο και το οποίο βέβαια αφαιρείται από την τσέπη του ελληνικού λαού. Η κυβέρνηση δυστυχώς όχι απλώς υπονομεύει την διαφάνεια, αλλά προφανώς συγκαλύπτει το θέμα, γιατί προφανώς έχει λόγους συγκάλυψης.
ΠτΘ: Πόσο συμβατή είναι η απόφαση της κυβέρνησης με το σύνταγμα;
Γ.Π.: Κατά την άποψή μου δεν είναι σύννομη αυτή η απόφαση με το Σύνταγμα, το οποίο καθορίζει και κατοχυρώνει τη λειτουργική ανεξαρτησία και παρέχει εγγύηση στις ανεξάρτητες αρχές. Έτσι όμως ανοίγει ένα δρόμο δυστυχώς και για τις επόμενες κυβερνήσεις και το πρόβλημα που δημιουργείται δεν είναι στιγμιαίο, ούτε συγκυριακό, δημιουργεί κακό παρελθόν και για επόμενες κινήσεις και για επόμενες κυβερνήσεις. Φαίνεται πως η κυβέρνηση δεν υπολογίζει το σύνταγμα και προχωρά στην κατάργηση ανεξάρτητων αρχών αντί να τις ενισχύει με τρόπους που θα έπρεπε. Μη ξεχνάμε ότι και αυτή η ανεξάρτητη αρχή ουσιαστικά υπολειτουργούσε. Ο κ. Ζορμπάς δεν είχε ούτε στήριξη οικονομική ούτε στελεχιακή ούτε υποδομής. Υπήρχε όμως. Τώρα η κυβέρνηση ρίχνει τη μάσκα το προσωπείο και αντικαθιστά την αρχή με μία επιτροπή ακόμη πιο ελεγχόμενη και ευθαρσώς δημιουργεί όλο αυτό το ζήτημα.
Η κατάργηση του αυτοδιοίκητου
ΠτΘ: Ένα θέμα που πλήττει τη δικαιοσύνη είναι η κατάργηση του αυτοδιοίκητου της δικαστικής εξουσίας, θεσμός που αποτελεί νομοθετικό κεκτημένο. Πώς επηρεάζει το χώρο της δικαιοσύνης;
Γ.Π.: Προχωρεί όντως η κυβέρνηση στην κατάργηση του αυτοδιοικήτου των δικαστηρίων μια αρχή που θεσμοθετήθηκε από το ΠΑΣΟΚ, ακριβώς για να ενδυθεί η δικαιοσύνη με περισσότερη εξουσία, για να πάψει αυτός ο ανεπίτρεπτος εναγκαλισμός της εκτελεστικής με τη δικαστική εξουσία. Δυστυχώς, όμως, η κυβέρνηση θέλει ακόμη πιο ελεγχόμενη δικαιοσύνη και τυπικά καταργεί το αυτοδιοίκητο και ορίζει να διοικείται από συγκεκριμένους προϊσταμένους μέσα από συγκεκριμένες διαδικασίες που απέχουν πολύ από το αυτοδιοίκητο που ήταν ένας κατοχυρωμένος θεσμός σε δημοκρατική κατεύθυνση διοίκησης δικαιοσύνης, γιατί ας μη ξεχνάμε ότι υπάρχει και η λειτουργική ανεξαρτησία της δικαιοσύνης σύμφωνα με το σύνταγμα που καθορίζει τις τρεις εξουσίες, δικαστική, εκτελεστική και νομοθετική, που θα πρέπει να είναι ανεξάρτητες. Εδώ στην Ελλάδα το τελευταίο διάστημα βλέπουμε τη μία εξουσία να εμπλέκεται με την άλλη, με αποτέλεσμα να έχουμε πρόβλημα στην ποιότητα της δημοκρατίας μας. Οι βλάβες που δημιουργούνται από όλο αυτό το μπλέξιμο δυστυχώς είναι βλάβες διαρκείας μόνιμες που ενισχύουν ακόμη περισσότερο την καχυποψία και την έλλειψη εμπιστοσύνης του Έλληνα πολίτη προς τους δημοκρατικούς θεσμούς της κοινωνίας μας. Και εκεί θα πρέπει η κυβέρνηση κάποια στιγμή να τα κατανοήσει όλα αυτά.
ΠτΘ: Το πολιτικό ζητούμενο είναι η ουσιαστική ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Όμως ο περιορισμός κατά την άποψή σας αποτελεί πρόβλημα για τη δημοκρατία μας;
Γ.Π.: Βεβαίως, σας το είπα ότι το πρόβλημα το εντοπίζω στον απλό πολίτη που όταν ακούει να συγκαλύπτονται σκάνδαλα πλέον δεν έχει εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη. Μπορώ να σας βεβαιώσω και με την ιδιότητά μου ως νομικού -ως γνωστόν επί χρόνια ασκούσα το νομικό λειτούργημα τα δικαστήρια της καθημερινότητας- ότι σε πολύ μεγάλο βαθμό λειτουργούν με άψογο τρόπο και η εικόνα τους αμαυρώνεται από όλή αυτή την παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στη δικαιοσύνη. Αυτός ο κλονισμός της εμπιστοσύνης στη σχέση απλού πολίτη με τη δικαιοσύνη θεωρώ ότι είναι το μεγαλύτερο πλήγμα που δέχεται η δημοκρατία μας σήμερα.
Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
