«Σαν τη Βροχη πριν πεσει»
Για να είμαστε χαρούμενοι ακόμη και αν αυτό δεν είναι αληθινό…
Ανακεφαλαιωτική επισκόπηση με αφορμή το επερχόμενο Σαββατοκύριακο επιχειρεί σήμερα η στήλη. Ένα Σαββατοκύριακο που μπορεί να αρδεύσει με νέα γόνιμα συναισθήματα τη ζωή μας, που σαφώς εμπλουτίζεται με τα πάθη και τις ιστορίες των ηρώων, κατά τη διάρκεια του πολύπλαγκτου μυθιστορηματικού τους βίου, που, ως συνήθως, σε βιβλία αυτοί ζουν.
Ανακεφαλαιωτική επισκόπηση μέσα από τη ματιά αυτή τη φορά της Μαρίας Νικολάου, που, όπως ο καθείς, όταν θέλει να αφιερωθεί στην καλή λογοτεχνία, μεταξύ των καταλόγων που πρώτα συμβουλεύεται είναι κι αυτός των εκδόσεων «Πόλις».
Τρία βιβλία λοιπόν για τη στήλη σήμερα, που διαβάστηκαν ήδη διαφορετικά στις σελίδες μας αλλά εξακολουθούν να είναι από εκείνα που οφείλουν να μπουν δίπλα σας στο κομοδίνο για να προστεθούν στη στήλη των προς ανάγνωση βιβλίων, που ο καθένας μας συνήθως καταρτίζει. Το ένα από αυτά εξάλλου, το «Η υπόθεση Τζέην Έυρ», θα το θέσατε ήδη από μόνοι σας στην δημιουργηθείσα αναγνωστική σας στήλη, εφόσον το νέο αυτό μυθιστόρημα παραπέμπει στο κλασικό αριστούργημα της Σαρλότ Μπροντέ, που είναι αδύνατο να μην το έχετε διαβάσει… Η παλαιότερη εξάλλου γενιά αναγνωστών το έχει σίγουρα μεταξύ των «θησαυρών» που είχε τη δυνατότητα να εναποθέσει στο «σεντούκι» της καρδιάς της από τη γνωστή ραδιοφωνική σειρά.
Διακειμενικές λοιπόν από μία άποψη οι λογοτεχνικές μας προτάσεις αλλά και πολιτικές λόγω «Του Βιβλίου του Ντάνιελ» και της γνωστής υποθέσεως Ρόζεμπεργκ, που παρακολουθήσαμε όλοι στον κινηματογράφο με τον εξαιρετικό Ντάνιελ Ντέι Λιούις και μας έμεινε αξέχαστο, για το τι οι κάθε είδους υπηρεσίες κατά των ανθρώπων, όταν θέλουν, ακόμη και αναίτια, μπορούν…
Όσο για τον Τζόναθαν Κόου και το «Σαν τη Βροχή πριν πέσει» είναι σίγουρο ότι επειδή τον παρακολουθείτε ως έναν από τους καλύτερους σύγχρονους συγγραφείς, τον έχετε ήδη «στο πλάι σας».
Καλό Σαββατοκύριακο, και πολλούς χαιρετισμούς στις λέξεις σας…
Τ.Β.
«Σαν τη Βροχή πριν πέσει»
• Τζόναθαν Κόου, Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, Μετάφραση Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Η Ρόζαμοντ, μια ηλικιωμένη κυρία, λίγο πριν πεθάνει, αποφασίζει να περιγράψει, επώδυνα και άμεσα, είκοσι οικογενειακές φωτογραφίες με τη βοήθεια ενός παλιού μαγνητοφώνου, για μια νεαρή απόγονή της, την Ίμοτζεν, που τα ίχνη της είναι χαμένα από καιρό. Ένας θησαυρός ψυχής αναδύεται αποσπασματικά στην επιφάνεια. Ένα βιβλίο που μας βοηθά να ξεφύγουμε από τον απόηχο του παρελθόντος, αφού πρώτα το κατανοήσουμε. Άλλωστε, κατανοώντας τις αιτίες και τα λάθη του παρελθόντος μπορούμε ν΄ αποφύγουμε να τα επαναλάβουμε στο μέλλον. Από το βιβλίο απουσιάζει το πολιτικό και δημόσιο σκηνικό. Ενώ κυριαρχεί ένας λόγος συγκινητικός, κατασταλαγμένος, ώριμος, κατανοητός.
Θα μπορούσε να επιλέξει εκατοντάδες φωτογραφίες, τελικά κατέληξε σε είκοσι. Είκοσι, όπως εξηγεί, είναι ένας αριθμός που δεν φαίνεται υπερβολικός. Είκοσι σκηνές κυρίως από τη δική της ζωή, γιατί σκοπεύει να διηγηθεί στην Ίμοτζεν και την ιστορία της ζωής της, ως το σημείο που χάθηκε, τόσο σύντομα μετά τη πρώτη εμφάνιση. Αυτό που θέλει να δώσει είναι πάνω απ΄ όλα μια αίσθηση της ιστορίας της, μια ιδέα της προέλευσης και των δυνάμεων που την έπλασαν, την ώρα που το τέλος της Ρόζαμοντ είναι τόσο κοντά. Είναι μια ηλικιωμένη κυρία που αποφασίζει, πριν πεθάνει, να καταγράψει σε μαγνητόφωνο, όχι μόνο τη δική της ιστορία, αλλά και την ιστορία ενός τυφλού κοριτσιού (Ίμοτζεν) που εμφανίστηκε ξαφνικά στο πάρτι των πεντηκοστών της γενεθλίων πριν από πολλά- πολλά χρόνια.
Φωτογραφίες που υποβοηθούν τη φθίνουσα μνήμη…
Οι φωτογραφίες είναι μίζερα πράγματα. Δεν καταφέρνουν να αιχμαλωτίσουν παρά μόνο μια από τις εκατομμύρια στιγμές της ζωής ενός ανθρώπου ή ενός σπιτιού. Αυτές οι φωτογραφίες, οι είκοσι, που έχει η Ρόζαμοντ μπροστά της, έχουν κάποια αξία, μόνο στον βαθμό που υποβοηθούν τη φθίνουσα μνήμη της κι όμως «ξεδιπλώνουν» με χάρη μια πολύ συγκινητική ιστορία για την σχέση μητέρας – κόρης, για την μοναξιά, για τους ανομολόγητους έρωτες, για την οικογενειακή ζωή που είναι πάντα γεμάτη μυστήριο, για τα σημαδεμένα παιδικά χρόνια, όταν από αυτά απουσιάζει η αγάπη, για την τραγική μοίρα των ανθρώπων, σε τούτη την ιστορία, το φορτίο του πόνου μεταφέρεται αδιάλειπτα από μητέρα σε κόρη.
Στο βιβλίο: «Σαν τη Βροχή πριν πέσει», ο συγγραφέας Τζόναθαν Κόου, περνά από φωτογραφία σε φωτογραφία και περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τις ζωές πολλών ανθρώπων έτσι όπως η Ρόζαμοντ τις άγγιξε, τις γνώρισε, συμμετείχε. Κι όμως, μερικές φορές, οι εικόνες που θυμόμαστε, αυτές που κουβαλάμε μέσα στο κεφάλι μας, είναι πιο ζωντανές από οτιδήποτε μπορεί να αιχμαλωτίσει η φωτογραφική μηχανή στο φιλμ. Εικόνες χαραγμένες ανεξίτηλα στη συνείδηση της Ρόζαμοντ, σκηνές που δεν την εγκατέλειψαν ποτέ.
Ένα μυθιστόρημα σε «μικρή κλίμακα», παρά μια ενορχηστρωμένη πρόζα, εξετάζει την δυναμική των σχέσεων μέσα στην οικογενειακή ζωή, αναδεικνύοντας παράλληλα τον τρόπο με τον οποίο χτίζουμε την προσωπική μας ταυτότητα. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί έναν δραματικό μονόλογο, αντί για τη συμβατική αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο, επιτείνοντας μ΄ αυτόν τον τρόπο την ίδια την συναισθηματική δύναμη του βιβλίου. Ως βασικά θέματα του βιβλίου αναδεικνύονται: οι ευθύνες των γονιών απέναντι στα παιδιά τους, η σημασία της μνήμης («το μυαλό έχει ασφάλειες» γράφει ο συγγραφέας) και η προσπάθεια να κατανοήσει κάποιος την προσωπική του πορεία. Όπως σε άλλο σημείο της ιστορίας αναφέρει: «Η ζωή αρχίζει να βγάζει νόημα μόνο, αφού συνειδητοποιήσεις πως μερικές φορές – αρκετές, ή μάλλον πάντα – είναι δυνατό να αληθεύουν ταυτόχρονα δύο εντελώς αντιφατικές μεταξύ τους ιδέες. Ως κέντρο της αφήγησης του συγγραφέα τοποθετείται η οικογένεια. Η οικογένεια σαν παραμορφωτικός κύκλος που δεν κατορθώνει ποτέ την τέλεια τροχιά του, με αθεράπευτα τραύματα να χάσκουν πίσω από καθωσπρέπει χαμόγελα.
Ο τίτλος του βιβλίου…
««Ε λοιπόν, εμένα μου αρέσει η βροχή πριν πέσει» ανακοινώνει η μικρή Τέα. Εγώ συνέχισα: Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα, δηλαδή η βροχή πριν πέσει. Πρέπει να πέσει, αλλιώς δεν είναι βροχή». Ήταν ανόητο να λες κάτι τέτοιο σε ένα μικρό παιδί. Έχω μετανιώσει που το ξεκίνησα. Αλλά η Τέα δεν φάνηκε να δυσκολεύεται να συλλάβει το νόημα κάθε άλλο, μάλιστα – γιατί ύστερα από λίγες στιγμές με κοίταξε και κούνησε το κεφάλι με οίκτο, σαν να δοκίμαζε την υπομονή της συζητώντας τέτοια θέματα με μια χαζή. «Και βέβαια δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα», είπε. «Γι’ αυτό είναι το αγαπημένο μου είδος. Μπορεί κάτι να σε κάνει χαρούμενη ακόμα κι αν δεν είναι αληθινό, έτσι δεν είναι;». Έπειτα έτρεξε προς το νερό, χαμογελώντας πονηρά, ευτυχής που η λογική της τής είχε χαρίσει μια τόσο εντυπωσιακή νίκη».
«Η Υπόθεση Τζέην Έυρ»
• Jasper Fronde, Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, Μετάφραση Αγγελική Παπαδοπούλου
Ο κόσμος της Επόμενης Πέμπτης, της ηρωίδας του Φορντ, είναι σίγουρα εθιστικός. Κόσμος με λογοτεχνικές ίντριγκες και πάθη, μια κοινωνία που μοιράζεται την αγάπη για τους συγγραφείς, το έργο τους, αλλά και την ίδια την τέχνη της συγγραφής ενός βιβλίου. Στην Αγγλία της Πέμπτης η λογοτεχνία βρίσκεται στο κέντρο, όχι στο περιθώριο. Λόγιοι και απλοί πολίτες έχουν άποψη για τον πραγματικό συγγραφέα των έργων του Σαίξπηρ, ενώ τα πρωτότυπα χειρόγραφα κλασικών μυθιστορημάτων φυλάσσονται με μέτρα υψίστης ασφαλείας. Δεν είναι τυχαίο που ο «κακός» του βιβλίου, Αχέρων Άδης, επιλέγει τον κόσμο της λογοτεχνίας για να ασκήσει τα σατανικά του πάθη. Ούτε που η Επόμενη Πέμπτη, η υπερήφανη, δυναμική, θαρραλέα πλην ευαίσθητη πράκτορας έχει επιλέξει τον κόσμο της λογοτεχνίας και ξεδιπλώνει το ταλέντό της.
Σε δεύτερη ανάγνωση ο Φορντ δίνει την εντύπωση ότι έχει συγκεντρώσει ένα πλήθος από μικρές μυστικές λεπτομέρειες στη σύγχρονη λογοτεχνική παράδοση του κόσμου μας, και τις χρησιμοποιεί ως «περάσματα» των ηρώων του για να χτίσει το παράλληλο σύμπαν των βιβλίων του. Στις 463 σελίδες του βιβλίου, χάρη και στην πολύ καλή μετάφραση της Αγγελικής Παπαδοπούλου, ξετυλίγεται ένα σύμπαν με απεριόριστες δυνατότητες δίνοντας στον αναγνώστη την εντύπωση πως κάθε σταυροδρόμι επιλογών δεν αποκλείει μια διέξοδο, αλλά ανοίγει όλο και περισσότερες. Στην ουσία αυτό που κάνει ο συγγραφέας του βιβλίου «Η Υπόθεση Τζέην Έυρ», Jasper Fronde, (Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, Μετάφραση Αγγελική Παπαδοπούλου), είναι να σχηματοποιήσει με σάρκα και οστά, την ιδέα της πολλαπλής ανάγνωσης, την αντίληψη δηλαδή πως κάθε κείμενο ζωντανεύει εκ νέου κάθε φορά που το διαβάζουμε. Ο κάθε αναγνώστης σηματοδοτεί κάθε γραπτό διαφορετικά, δίνει στην ανάγνωσή του την προσωπική του χροιά. Έτσι, ένα έργο που γράφτηκε περί τα μέσα του 19ου αιώνα, όπως η Τζέην Έυρ, το μυθιστόρημα της Μπροντέ, μπορεί να απορροφήσει και έναν σύγχρονο αναγνώστη. Ο συγγραφέας προτείνει μια νέα, αιρετική μέθοδο προσέγγισης ενός λογοτεχνικού κειμένου, την αποσπασματική ανάγνωση, άλλωστε στην ζωή του κάθε λάτρη των βιβλίων, όπως έλεγε ο Μπόρχες, έρχεται η στιγμή κατά την οποία βρίσκεται αντιμέτωπος με την σκληρή πραγματικότητα: δεν μπορεί να τα διαβάσει όλα και όπως σωστά παρατηρεί η Αγγελική Παπαδοπούλου, ίσως και να μην πρέπει, γιατί δεν εξετάζεται, απλώς απολαμβάνει.
Λίγα λόγια για την πλοκή…
Ο Αχέρων Άδης ήλπιζε να βρει χειρόγραφο της Ώστεν ή του Τρόλλοπ, του Θάκερυ, του Φιλντινγκ ή του Σουίφτ. Ίσως του Τζόνσον, του Γουέλς ή του Κόναν – Ντόουλ. Του Νταφόε, θα είχε πλάκα, όπως λέει, οπότε η ικανοποίησή του, όταν ανακάλυψε ότι η Τζέην Έυρ, το αριστούργημα της Σάρλοτ Μπροντέ, φυλασσόταν στο παλιό της σπίτι ήταν πολύ μεγάλη, στόχος του πάντα: «ο εκφυλισμός για απόλαυση και κέρδος». Από την άλλη η Επόμενη Πέμπτη θα έκανε οτιδήποτε για να σώσει αυτό το κείμενο. «Οι κυβερνήσεις και οι μόδες έρχονται και παρέρχονται, η Τζέην Έυρ είναι για πάντα». Έτσι, ξετυλίγεται το κουβάρι αυτής της πάλης με τους ήρωες των βιβλίων και τους αναγνώστες να πηδούν στην πραγματικότητα από τις σελίδες των βιβλίων κατά βούληση και αντιστρόφως, με τους ΧρονοΦύλακες ανάμεσά τους να κλείνουν να μονοπάτια του Κακού Χρόνου. Σύνθημα των τελευταίων: «Ο χρόνος δεν περιμένει κανέναν». Απίθανο να συμβεί το ταξίδι στον κόσμο των βιβλίων; Ο συγγραφέας δίνει την απάντησή του: λαμβάνοντας υπόψη μας την τεράστια κλίμακα του κόσμου, το αδύνατο δεν είναι δα και τόσο σπάνιο…
Στο βιβλίο: «Η Υπόθεση Τζέην Εύρ» του Jasper Fronde, τα αυθεντικά χειρόγραφα των βιβλίων κινδυνεύουν από τον Αχέροντα Άδη, έτσι κατάφερε να βγάλει τον Κουόβερλι από κάθε αντίτυπο του Μάρτιν Τσάζελγουιτ. Πήρε, όπως διαπιστώνει η Επόμενη Πέμπτη, η ηρωίδα μας, το αυθεντικό χειρόγραφο για να προκαλέσει τη μέγιστη καταστροφή. Όλα τα αντίτυπα σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη, σε οποιαδήποτε μορφή, προέρχονται από αυτή την πρώτη πράξη της δημιουργίας. Όταν το πρωτότυπο αλλάζει, όλα τα άλλα πρέπει να αλλάξουν επίσης. Αν μπορούσες να πας εκατό εκατομμύρια χρόνια πίσω και να αλλάξεις τον γενετικό κώδικα του πρώτου θηλαστικού, όλοι θα ήμασταν εντελώς διαφορετικοί αναγνώστη… Κάτι τέτοιο συνέβη και εδώ.
Σημεία που ξεχωρίζουν…
Στο εργαστήριό του, ο θείος της Επόμενης Πέμπτης, ο Μάικροφτ, ανακαλύπτει το μηχάνημα που δίνει την δυνατότητα στον κάτοχό του να ταξιδεύει στο χρόνο και να αλλάζει τα πρωτότυπα.
«Ένα τέτοιο άλμα στην επιστημονική έρευνα δεν μπορεί να είναι κτήμα ενός ανθρώπου που αδυνατεί να κατανοήσει τις πραγματικές δυνατότητες αυτής της συσκευής,
Η τεχνολογία ανήκει στο έθνος.» ισχυρίζονται οι εκπρόσωποι των πολεμικών βιομηχανιών. «Κάνετε λάθος» απαντά η Επόμενη Πέμπτη σημειώνοντας ότι ο Μάικροφτ καταστρέφει κάθε μηχανή που πιστεύει ότι δεν θα χρησιμοποιηθεί σωστά από τον στρατό. Αν οι επιστήμονες σταματούσαν μια στιγμή να αναλογιστούν τις πιθανές συνέπειες των εφευρέσεών τους, τότε ο κόσμος θα ήταν πιο ασφαλής για όλους.
Άλλωστε, όπως σε άλλο σημείο η Τζέην παρατηρεί: «Η πλεονεξία θα μας καταστρέψει», σημειώνοντας με πίστη:« Η ευτυχία τρέφεται από την αγάπη, όχι από την δύσπεπτη δίαιτα των χρημάτων. Η αγάπη για το χρήμα είναι η ρίζα του κακού!».
Στο βιβλίο: «Η Υπόθεση Τζέην Εύρ» του Jasper Fronde, η Επόμενη Πέμπτη εργάζεται ακούραστα για να μας παραδώσει την πραγματικότητα όπως τη γνωρίζουμε.
Η ίδια παρατηρεί ότι η παραμικρή μας πράξη έχει τεράστιες συνέπειες που επηρεάζουν τους γύρω μας με πλήθος αθέατους τρόπους, εκείνη δηλώνει τυχερή, που είχε ένα τόσο ξεκάθαρο σκοπό…Μια ζωή στις Ειδικές Αποστολές.
«Το βιβλίο του Ντάνιελ»
• E.L. Doctorow, Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ
Εκείνη την εποχή, ο χαφιεδισμός ήταν η καινούργια ηθική. Όποιος γνώριζε κάποιον που ήταν κομμουνιστής, στιγματίζονταν. Οτιδήποτε είχε την παραμικρή σχέση με τον κομμουνισμό, ήταν στιγματισμένο. Ήταν ο Καιρός της Κόκκινης Απειλής και το κυνήγι των μαγισσών ξεδιπλωνόταν περίτεχνα. Άνθρωποι έχαναν τις δουλειές τους κι έβλεπαν τις καριέρες τους να καταστρέφονται για πράγματα που είχαν πει ή για αιτήματα που είχαν υποστηρίξει πριν από δεκαπέντε χρόνια. Άνθρωποι βρίσκονταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου, η ζωή τους γινόταν αντικείμενο έρευνας, κι απολύονταν από τη δουλειά τους χωρίς να ξέρουν ποιος τους κατηγορούσε και γιατί.
Στο έργο «Το βιβλίο του Ντάνιελ», E.L. Doctorow, (Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, σελ. 463) ο συγγραφέας δίνει μια μυθοπλαστική προέκταση στην πολύκροτη δίκη των Ρόζενμπεργκ, εμβληματικό γεγονός της πρώιμης ψυχροπολεμικής εποχής. Με ένα μέρος του να είναι μυθοπλαστική βιογραφία και το άλλο ντοκιμαντέρ, το Βιβλίο του Ντάνιελ έχει ως βάση τη διαβόητη δίκη και εκτέλεση, το 1953, των Ethel και Julius Rosenberg, το ζευγάρι των Αμερικανοεβραίων που κατηγορήθηκε ότι είχε μεταφέρει στην Σοβιετική Ένωση άκρως μυστικές πληροφορίες για τις προσπάθειες των συμμάχων να κατασκευάσουν την ατομική βόμβα. Είναι η ιστορία του Ντάνιελ Άιζακσον και του τρόπου με τον οποίο ο φανταστικός γιος των Rosenberg αντιμετωπίζει το παρελθόν του. Πρόκειται για ένα πολιτικό μυθιστόρημα, αναφορά στον αφανισμό των ανθρώπων της Αριστεράς στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
Οι δημαγωγικές εμμονές του γερουσιαστή McCarthy…
Στο βιβλίο απεικονίζεται με ευρηματικό τρόπο το κλίμα της δεκαετίας 1950 -1960 με τις εντάσεις του Ψυχρού Πολέμου, τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, τις δημαγωγικές εμμονές του γερουσιαστή McCarthy, τις ακτιβιστικές διαδηλώσεις, αλλά και τις πνευματικές και υπαρξιακές αναζητήσεις του Ντάνιελ στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Στο μυθιστόρημα εναλλάσσονται συνεχώς οι σκηνές που διαδραματίζονται τη δεκαετία του 1950 (η παιδική ηλικία του ήρωα και η ζωή με τους γονείς του πριν εκτελεστούν), με αυτές της δεκαετίας του 1960, όταν ο Ντάνιελ, τελειόφοιτος στο Columbia, προσπαθεί να γράψει τη διατριβή του, κι έρχεται σε σύγκρουση με αναμνήσεις που εξακολουθούν να τον στοιχειώνουν. Δομημένο σε τέσσερα μέρη, το μυθιστόρημα κινείται ανάμεσα στο παρόν του 1967 και τις αναδρομές στα τέλη της δεκαετίας του 1940 ως τις αρχές της επομένης, αλλάζοντας την αφήγηση ανάμεσα σε πρώτο και τρίτο πρόσωπο, καθώς εξιστορεί την τωρινή ζωή του Ντάνιελ, ως φοιτητή, νεαρού συζύγου, πατέρα, δασκάλου και επαναστάτη, ο οποίος τυχαίνει να είναι γιος δύο ανθρώπων που συνέλαβε το FBI και που αργότερα εκτελέστηκαν. «Δεν κατηγορούμαστε ότι διαπράξαμε κατασκοπία», αναφέρουν οι γονείς του (σελ.302), «αλλά ότι συνωμοτούσαμε για να διαπράξουμε κατασκοπία. Και αφού δεν χρειάζεται να αποδειχθεί η ίδια η κατασκοπία, δεν χρειάζεται ούτε να προσκομιστεί η παραμικρή απόδειξη ότι έχουμε διαπράξει οτιδήποτε. Το μόνο που χρειάζεται, είναι μια απόδειξη ότι σκοπεύαμε να διαπράξουμε κάτι. Και ποια είναι αυτή η απόδειξη; Κατά σύμπτωση, σύμφωνα με τον νόμο, τυχόν κατάθεση του φερόμενου ως συνενόχου μας θεωρείται απόδειξη».
Επαναπροσέγγιση της Ιστορίας…
Η φράση: «Μου έλεγε πράγματα που δε θα τα έβρισκα ποτέ στο σχολικό βιβλίο της Αμερικανικής Ιστορίας» είναι το επίγραμμα στην ιστορία του Ντάνιελ, ο συγγραφέας σχολιάζει πως η «Ιστορία, έτσι όπως είναι γραμμένη από τους ιστορικούς, είναι σαφέστατα ανεπαρκής». Ο δημιουργός ενδιαφέρεται για το παρελθόν που επηρεάζει το παρόν πολύ πριν η επαναπροσέγγιση της Ιστορίας από την οπτική του περιθωρίου ή των καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων γίνει κατεστημένο στην αμερικανική λογοτεχνία. Η οικειοποίηση της Ιστορίας και των ιστορικών γεγονότων από τον Doctorow προϋποθέτει μια θεμελιακή και ανατρεπτική άποψη για την Ιστορία: σύμφωνα με αυτήν, το παρελθόν υφίσταται για να ανακαλυφθεί εκ νέου, να το οικειοποιηθούμε και, έτσι, να ενδυναμώσουμε το άτομο αντί να το υποτάξουμε στην επιρροή του. Οι καταστροφές, αλλά και οι θρίαμβοι του παρελθόντος γίνονται προσβάσιμοι και οικείοι, αφού οι συμβατικές ιεραρχίες των κοινωνικών τάξεων και της Ιστορίας είναι υποδεέστερες των υποθετικών δυνατοτήτων ενός εικονικού παρόντος.
Τρία αφηγηματικά φινάλε…
Έχοντας μεταφέρει την Ιστορία στην ατομική ζωή ο συγγραφέας καταφέρνει να την κάνει οικεία και σαγηνευτική, αποπλανώντας τους αναγνώστες του έτσι όπως συχνά αποπλανούνται και οι χαρακτήρες του, με την ιδέα πως ίσως υπάρχει μια πιθανότητα να ελέγξουμε την Ιστορία, να την κατευθύνουμε και να την λυτρώσουμε με τα όνειρά μας. Ωστόσο, όπως μαθαίνει ο Ντάνιελ, τέτοιες ελπίδες που μπορούν να γεφυρώσουν τα λάθη του παρελθόντος, αποδεικνύονται φρούδες… Το μυθιστόρημα προτείνει τρία αφηγηματικά φινάλε και ο αναγνώστης μένει χωρίς απαντήσεις μόνο με ανήσυχες ερωτήσεις. Άλλωστε δεν έχει παρά μόλις διαβάσει ένα μυθιστόρημα για την ήττα, την οργή, το πέρασμα του φορτίου του πόνου στις επόμενες γενιές.
Νι.μα.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
