Τα… χαμενα παιδια μας
Το σχολείο δεν είναι χώρος επικοινωνίας, ζωής, εξουδετέρωσης των κοινωνικών αδικιών και ταξικών ανισοτήτων και άλλων ωραίων πραγμάτων, είναι κατ΄ αρχήν χώρος διδασκαλίας και μάθησης, είναι θεσμός μετάδοσης αυτό υπενθυμίζει η συγγραφέας του βιβλίου «Τα χαμένα παιδιά μας», Natacha Polony, (Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, σελ. 250) και σημειώνει ότι το σχολείο ως θεσμός μετάδοσης προϋποθέτει την παρουσία μέσα στη σχολική αίθουσα ενός δασκάλου που πιστεύει βαθιά στην παιδευτική αξία του μαθήματός του, το περιεχόμενο του οποίου θέλει να μεταδώσει στους μαθητές μαζί με την αγάπη του γι’ αυτό, ενός δασκάλου που θεωρεί αδιανόητο έναν κόσμο από τον οποίο απουσιάζει ό,τι εκείνος γνωρίζει και διδάσκει. Διαφορετικά δεν είναι δάσκαλος, αλλά εμψυχωτής (animateur) μιας ομάδας ανηλίκων.
Το βιβλίο «Τα χαμένα παιδιά μας» της Natacha Polony δεν είναι ο ώριμος καρπός μιας μακράς διδακτικής πείρας, το ήρεμο καταστάλαγμά της, αλλά είναι αψύ, θυμωμένο και πολεμικό. Στόχος της συγγραφέως είναι οι κυρίαρχες παιδαγωγικές ιδέες, εκείνες που βυθίζουν το σχολείο όλο και πιο βαθιά στην κρίση, μια κρίση που δεν πλήττει κάποια δευτερεύουσα ή περιφερειακή όψη του, αλλά την ίδια την υπόστασή του ως θεσμού μετάδοσης. Ο Έλληνας αναγνώστης, ακόμη και εκείνος που δεν έχει την παραμικρότερη ιδέα για το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα, διαβάζοντας το βιβλίο της Πολονύ θα διαπιστώσει ότι όσα γράφει του είναι οικεία, ότι οι ιδέες στις οποίες χρεώνει την κρίση μετάδοσης του σημερινού σχολείου κυκλοφορούν και στην Ελλάδα, ως προκαταλήψεις κι αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που αξίζει τον κόπο να ακούσουμε τη φωνή της νεαρής συγγραφέως.
Στο βιβλίο σημειώνεται κάτι που τείνει να λησμονηθεί, ότι η σχέση δασκάλου και μαθητή είναι εξ ορισμού άνιση και ασύμμετρη. Χωρίς αυτή τη συνθήκη σχολείο δεν υπάρχει. Στο κέντρο του επομένως δεν βρίσκεται το παιδί, αλλά η διδασκαλία, η δια της διδασκαλίας μάθηση. Τι θα διδαχτεί ο μαθητής, ποιο το περιεχόμενο της διδασκαλίας, αυτό δεν το ορίζουν οι επιθυμίες και τα ενδιαφέροντα του μαθητή, αλλά η παιδαγωγούσα Πολιτεία. Ο μαθητής πηγαίνει στο σχολείο για να μάθει γράμματα, για να μάθει δηλαδή συγκεκριμένα περιεχόμενα και όχι «για να μάθει να μαθαίνει», όπως λέει ένα τρέχον ευφυολόγημα, το οποίο, όπως επισημαίνεται στο βιβλίο, είναι μια πελώρια ανοητολογία, για τον απλούστατο λόγο ότι μόνο μαθαίνοντας συγκεκριμένα περιεχόμενα μαθαίνει κανείς τελικά να μαθαίνει. Η περιβόητη κριτική ικανότητα, η ανάπτυξη της οποίας έχει αναχθεί σε πρωταρχικό στόχο της εκπαίδευσης, προϋποθέτει μαθητεία, σπουδή, κοπιαστική μελέτη.
Η ιδέα ενός συντηρητικού σχολείου επανέρχεται, παρά το γεγονός ότι γίνεται αποδεκτό ότι αποτελεί σήμερα την πιο μακρινή ουτοπία, καθώς βρίσκεται εντελώς έξω από τον σημερινό ρου ιδεών και νοοτροπιών, έξω από τις σημερινές πολιτιστικές συντεταγμένες. Όσοι πιστεύουν σε ένα τέτοιο σχολείο δεν έχουν παρά να τους παρηγορεί η ιδέα ότι η ουτοπία είναι συχνά, καταπώς έλεγε ο Λαμαρτίνος, μια πρόωρη αλήθεια. Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, τόσο για την Πολονύ, όσο και για τον Σταύρο Ζουμπουλάκη, που υπογράφει τον πρόλογο του βιβλίου, το συντηρητικό σχολείο αποτελεί σήμερα μια πρόωρη ιδέα. Τι σημειώνεται ως συντηρητισμός; Νοούμενος ως συντήρηση, αποτελεί την ίδια την ουσία της εκπαίδευσης, η οποία έχει πάντοτε ως έργο της να περιβάλλει και να προστατεύει κάποιο πράγμα – το παιδί έναντι του κόσμου, τον κόσμο έναντι του παιδιού, το καινούργιο έναντι του παλαιού, το παλαιό έναντι του καινούργιο. Ακόμη και η ίδια η απέραντη ευθύνη για τον κόσμο συνεπάγεται ασφαλώς μια συντηρητική στάση. Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο άλυτος κόμπος της εκπαίδευσης σήμερα: μια ουσιαστικά συντηρητική εκπαίδευση προϋποθέτει την αυθεντία και την παράδοση, ενώ ο κόσμος μέσα στον οποίο λειτουργούν τα σχολεία μας και διδάσκουν οι δάσκαλοι αρνείται την αυθεντία και περιφρονεί την παράδοση. Έτσι, ο δάσκαλος είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντέξει αυτή την όψη της κρίσης, γιατί είναι επιφορτισμένος να συνδέει το παλαιό με το καινούργιο: η δουλειά του απαιτεί από αυτόν τεράστιο σεβασμό του παρελθόντος. Στον σύγχρονο κόσμο, το πρόβλημα της εκπαίδευσης έχει να κάνει με το γεγονός ότι η εκπαίδευση από την ίδια τη φύση της δεν μπορεί να περιφρονεί την αυθεντία ούτε την παράδοση, και ότι είναι εντούτοις υποχρεωμένη να λειτουργεί σε έναν κόσμο τον οποίο δεν έχει οργανώσει η αυθεντία ούτε τον συγκρατεί η παράδοση.
Στο βιβλίο «Τα χαμένα παιδιά μας» επισημαίνεται με εύλογο και κατανοητό τρόπο τι σημαίνει τελικά η κρίση μετάδοσης του σχολείου. Η συγγραφέας ξεκάθαρα αποφαίνεται ότι οι μαθητές δεν μαθαίνουν. Αποκτούν δεξιότητες, διπλώματα, κοινωνικότητα, αλλά όχι παιδεία. Δεν μαθαίνουν ούτε καν τα στοιχειώδη: να γράφουν, να διαβάζουν, να λογαριάζουν. Επιμένει μάλιστα σε δύο σημεία αυτής της αποτυχίας: στη γλώσσα και στα κλασικά γράμματα. Δίνεται προτεραιότητα στην προφορική γλώσσα έναντι της γραπτής, ενώ το σχολείο είναι ανέκαθεν θεσμός του γραπτού πολιτισμού τονίζει η Πολονύ. Παράλληλα σημειώνει ότι δεν γίνεται πλέον συστηματική διδασκαλία της Γραμματικής και του Συντακτικού, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει και να μην τηρεί ο μαθητής κανόνες, να μην υπάρχουν γλωσσικές νόρμες. Η Πολονύ, παρά το σύντομο πέρασμά της από τον χώρο της διδασκαλίας, υπερασπίζεται με πάθος ένα σχολείο, όπου πιστεύει ότι δεν είναι όλα ίδια, ότι υπάρχει πνευματική ιεραρχία, ανώτερο και κατώτερο και σημειώνει με πίκρα ότι το σχολείο δεν μπορεί να πολεμάει μόνο του, αλλά εν προκειμένω, δεν πολεμάει καθόλου. Συμβάλλει μάλιστα […] στο να επιτείνει το πρόβλημα με αξιοσημείωτο ζήλο. Ποιος διαφωνεί; Με την μοναδική προσθήκη – ένσταση ότι πολεμάνε πάντως ακόμη οι δάσκαλοι. Αν το σχολείο, ως θεσμός διδασκαλίας και μάθησης, δεν έχει εντελώς εκλείψει, οφείλεται στο ότι υπάρχουν ακόμη δάσκαλοι που κάνουν τα αδύνατα δυνατά, αντιτασσόμενοι έμπρακτα στα κυρίαρχα παιδαγωγικά στερεότυπα, δάσκαλοι που αναλαμβάνουν ως ενήλικοι την ευθύνη τους για τις νεότερες γενιές και τον κόσμο.
Μαρία Νικολάου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
