«Για να αλωθει μια γλωσσα πρεπει να αλωθει ο πολιτισμος και ο λαος»

Όταν κάποιος έχει την τύχη να μιλά με τον διακεκριμένο Καθηγητή Παιδαγωγικής και Γλωσσολογίας του ΑΠΘ Χρίστο Τσολάκη, αντιλαμβάνεται αυτό που ούτως ή άλλως η πορεία του έχει καταδείξει και η αύρα του αποπνέει: ότι δεν εφησυχάζει στις δάφνες της δικαίωσης της δημοτικής μας γλώσσας, αλλά παραμένει μαχητικός.

Οι τόμοι του έργου του καθηγητή Παιδαγωγικής και Γλωσσολογίας του ΑΠΘ, Χρίστου Τσολάκη «Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική» το απέδειξαν πρώτα κι έπειτα η κάθε ενδιαφέρουσα μαζί του συνομιλία, όπως αυτή που είχαμε μαζί του πριν λίγες μέρες, οπότε και βρέθηκε στην Κομοτηνή, προσκεκλημμένος του Τμήματος Γλώσσας, Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξεινίων Χωρών του ΔΠΘ.

Ο ίδιος ο καθηγητής είχε πει κάποτε πως η γλώσσα, ως διανοητική ενέργεια, κοινωνικό ή επικοινωνιακό προϊόν, εξωτερικευμένη σκέψη ή οργανωμένο σύστημα με μηχανισμούς, δεν χωρά σε βιβλία γραμματικής και συντακτικού. «Οφείλεις να συλλάβεις τη στιγμή και σε αυτήν να αποδώσεις τη γλώσσα» είχε δηλώσει κι επεσήμανε εμφατικά ότι «όταν τελικά χάνεται η λέξη, χάνεται και η σκέψη». Οι συνειρμοί του ωστόσο πάντα οδηγούν στον άνθρωπο, στη βαθύτερη ουσία του.

Και αυτό δένει αναπόσπαστα με το άσβηστο ενδιαφέρον του κ. Τσολάκη για την παιδεία. Καθ ότι άποψή του είναι ότι χρέος των δασκάλων είναι να μεταδώσουν τις γνώσεις τους για τη γλώσσα.Το ίδιο ενδιαφέρον επιδεικνύει όμως και για την έννοια της μόρφωσης ως διαδικασία μορφοποίησης του χαρακτήρα και της συνείδησης, συνδέοντας έτσι το γλωσσικό μας αισθητήριο με την κοινωνική διαδικασία και – γιατί όχι – και την πολιτική μας κοινωνικοποίηση.

Ο λόγος στον ίδιο…

Να ξεκινήσουμε από την ελληνική γλώσσα, εφόσον είστε ο συγγραφέας του βιβλίου «Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική». Μιλάμε σήμερα ελληνικά;

Χ.Τ.:
Το βιβλίο αυτό αριθμεί πέντε τόμους και περιλαμβάνει ομιλίες που έγιναν στο ραδιοφωνικό σταθμό 9.58, οι οποίες τελικά εκδόθηκαν σε αυτούς τους τόμους. Είναι απλά γραμμένο, γιατί στο ραδιόφωνο πρέπει να τα λες απλά και ο μέσος ακροατής να τα συλλαμβάνει. Ο στίχος «Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική» είναι του Ελύτη και έτσι ονόμασα την εκπομπή. Μιλάμε ελληνικά, αλλά τα νοθεύουμε και δεν ξέρω ως πότε. Ο Σεφέρης είχε πει ότι είμαστε οι τελευταίοι που μιλάμε ελληνικά. Τα νοθεύουμε τα ελληνικά, γιατί εισβάλλουν πολλές ξένες γλώσσες χωρίς να γίνεται καμία διαλογή, καμία διήθηση των λέξεων αυτών, χωρίς να γίνεται καμία προσαρμογή στα ελληνικά δεδομένα. Έρχονται ατόφιες και εισβάλλουν απ’ όλες τις μεριές, από το Ίντερνετ, από τα ραδιόφωνα, από τις τηλεοράσεις, από τα βιβλία, από παντού. Πάντοτε έρχονταν ξένες λέξεις στην ελληνική γλώσσα. Αυτό δεν είναι κακό, γιατί σημαίνει ότι δεχόμαστε ξένα πολιτιστικά στοιχεία και αυτό είναι καλό γιατί εμπλουτίζεται ο πολιτισμός. Αλλά τις ξένες λέξεις καλόν είναι να τις αντικαθιστούμε με ελληνικές. Να παίρνουμε τα πολιτιστικά στοιχεία και να αντικαθιστούμε τους όρους, τις λέξεις με ελληνικές.

Όταν αυτό δεν γίνεται, το δεύτερο βήμα είναι να προσαρμόζουμε τις ξένες λέξεις στα ελληνικά γλωσσικά δεδομένα, στη μορφολογία της ελληνικής γλώσσας, της ελληνικής γραμματικής. Για παράδειγμα η λέξη «κάστρο» είναι λατινική, castrum- i, την πήραν οι Έλληνες και την έκαναν «κάστρο». Το κάστρο, του κάστρου, τα κάστρα προσαρμόστηκε στην ελληνική μορφολογία, δηλαδή στο ελληνικό τυπικό και αυτό είναι πολύ καλό, γιατί συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρονται και οι άλλες λέξεις, αλλά και οι άλλες λέξεις της συμπεριφέρονται σαν να είναι δική τους, σαν να είναι φίλη τους, αδελφή τους, οπότε παντρεύονται οι ξένες αυτές λέξεις που προσαρμόζονται με τις ελληνικές και γεννούν απογόνους. Λέμε καστρολόγος, καστρομαχητής, Αργυρόκαστρο, Σιδηρόκαστρο, Χρυσόκαστρο κ.λπ. Πλούτισε η ελληνική γλώσσα, γιατί η λατινική λέξη προσαρμόστηκε στη μορφολογία την ελληνική. Τη λέξη αυτή δεν την έφεραν τα σαλόνια και οι επιστήμονες, αλλά ο λαός. Ό,τι παίρνει ο λαός από έξω το προσαρμόζει στη γλώσσα, το αφομοιώνει και αυτό είναι το καλό. Από εκεί και ύστερα υπάρχουν και άλλες λέξεις. Το «ακουμπώ», για παράδειγμα, είναι το λατινικό acumpo, που ο λαός το έκανε ελληνικό, όπως και πλήθος άλλων λέξεων, λατινικές και αλβανικές και τούρκικες και βουλγαρικές.

Όταν επικοινωνούμε με τους λαούς θα πάρουμε και θα δώσουμε λέξεις. Εμείς δώσαμε πολλαπλάσιες εκείνων που πήραμε. Αυτά που πήραμε και παίρνουμε είναι ελάχιστα μπροστά σε εκείνα που δώσαμε σε όλους τους γειτονικούς λαούς και σε όλη την Ευρώπη. Ένα μεγάλο ποσοστό αγγλικών λέξεων, το 25%, είναι ελληνικές και το 50% της διεθνούς επιστημονικής ορολογίας είναι από ελληνικές λέξεις. Έτσι όμως όπως κάνουμε εμείς, θα χάσουμε την προνομία που έχουμε, και την έχουμε βέβαια και από τους προγόνους, αλλά την έχουμε και από το γεγονός ότι οι ξένοι και οι επιστήμονες εξετίμησαν τα ελληνικά δεδομένα και τα χρησιμοποίησαν για να προχωρήσουν και αυτοί στις επιστήμες τους με ελληνικούς και λατινικούς όρους. Χρειάζεται προσοχή. Τελικά δεν φοβάμαι, γιατί για να αλωθεί μια γλώσσα, πρέπει να αλωθεί ο πολιτισμός και ο λαός. Όταν εμείς κρατούμε τον ελληνισμό μας και τον πολιτισμό μας, θα κρατούμε και τη γλώσσα, αλλά θα την έχουμε νοθεύσει.

Παραμένουμε όμως μια μικρή γλώσσα της Ευρώπης…

Χ.Τ.:
Είναι μια μικρή γλώσσα, γιατί και ο πληθυσμός είναι μικρός. Μικρή γλώσσα γιατί μιλιέται από λίγους. Από την άλλη, είναι η αρχαιότερη γλώσσα της Ευρώπης. Είναι η γλώσσα που πρώτη γράφτηκε στην Ευρώπη και εδώ άνθισε η φιλοσοφία, η ρητορεία, η ιστορία, τα γράμματα, οι τέχνες, η λυρική και επική ποίηση, η τραγωδία, η κωμωδία, ο πολιτισμός. Από εδώ πήρε και η Ευρώπη αυτές τις μορφές του πολιτισμού. Όλα γεννήθηκαν στην Ελλάδα. Σήμερα η Ευρώπη μιλά στις δικές της γλώσσες την ελληνική γλώσσα. Και δεν το λέω εγώ, το λένε μόνοι τους. Οι διανοούμενοι Ευρωπαίοι γνωρίζουν ότι ο πολιτισμός τους είναι συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού, συνέχεια του ρωμαϊκού που είναι συνέχεια του ελληνικού και από την άλλη μεριά όλες οι ευρωπαϊκές γλώσσες έχουν δανεισθεί πλήθος ελληνικών λέξεων που αναφέρονται στην ιστορία τη φιλοσοφία τη ρητορεία σε πνευματικά θέματα. Εμείς σήμερα παίρνουμε λεξιλόγιο απ’ έξω, το οποίο αναφέρεται στην τεχνολογία, στις μηχανές. Εμείς είχαμε ξεπεράσει τη μηχανή και κινούμασταν σε άλλα επίπεδα πιο υψηλά, πιο γόνιμα και πιο ανθρώπινα. Σήμερα ο άνθρωπος έχει φτάσει στο έσχατο όριο του πολιτισμού και – θα το πω ωμά – δεν έχουμε πολιτισμό, είμαστε βάρβαροι! Τον πολιτισμό τον σκοτώσαμε. Οι βόμβες που έπεσαν στο Αφγανιστάν, στο Κόσσοβο, στο Βελιγράδι απ’ τα αεροπλάνα του ΝΑΤΟ, σκότωναν τις Σερβίδες στα νοσοκομεία και στις κλινικές την ώρα που γεννούσαν. Αυτά είναι βάρβαρα. Οι βόμβες που έπεσαν στο Κόσσοβο σκότωναν αθώους Αλβανούς και Σέρβους, στο Αφγανιστάν, όπου οι Ταλιμπάν της Ανατολής συγκρούονταν με τους Ταλιμπάν της Δύσης, τάχα οι Ταλιμπάν της Δύσης ενδιαφέρονταν για τις Αφγανές. Αυτό είναι το πρόσχημα και άλλη είναι η ουσία. Οι βόμβες, που έπεσαν στο Ιράκ και όπου αλλού, σκότωσαν τον πολιτισμό μας. Διότι τώρα οι βόμβες ρίχνονται από τις δημοκρατίες, τις βόμβες τις ρίχνει η μεγαλύτερη δημοκρατία του κόσμου, η υπερδύναμη, οι ΗΠΑ, αυτές σκοτώνουν τον κόσμο και ακολουθούμε εμείς. Παλιότερα τις έριχνε ο κακός ο Στάλιν, ο κακός ο Χίτλερ, ο κακός ο Μουσολίνι, οι δικτάτορες. Τώρα σκοτώνουν οι δημοκρατίες. Άρα δεν έχουμε δημοκρατία άρα δεν έχουμε πολιτισμό. Τον πολιτισμό τον σκοτώσαμε.

Κανονικά η επικοινωνία των ανθρώπων, και λόγω της εκμάθησης των γλωσσών και λόγω της λογοτεχνίας και του διαδικτύου, είναι πιο εύκολη. Οι πληροφορίες δεν θα έπρεπε να μεταφέρονται με τέτοιο τρόπο ώστε οι μνήμες που έχουμε από τους πολέμους, του 40 για παράδειγμα για την Ευρώπη να λειτουργήσουν υπέρ της ειρήνης για τους πολίτες του κόσμου και να βλέπαμε πιο μαζικά κινήματα ειρηνικά, δηλαδή αυτό με τις βόμβες είτε γινόταν στη γειτονιά μας στα Βαλκάνια είτε στο μακρινό κατά τους άλλους Αφγανιστάν θα έπρεπε να μας ενεργοποιήσει, γιατί υποτίθεται ότι έχουμε τη δύναμη όχι μόνο του λόγου, αλλά και της δημοκρατίας. Γιατί από αυτούς τους δημοκρατικούς λαούς δεν προερχόμαστε και εμείς, που με τη σιωπή μας αφήνεται να γίνεται αυτό;

Χ.Τ.: Αυτό που λέτε δεν θα γίνει ποτέ. Θα είναι μια διακαής επιθυμία, αν δεν αποκτήσουμε παιδεία. Το κακό που συμβαίνει σήμερα οφείλεται στο ότι δεν έχουμε παιδεία. Η τεχνολογία έχει αναπτυχθεί, η παιδεία, που είναι ο επ’ αληθείας πολιτισμός, δεν υπάρχει. Παιδεία είναι να βοηθήσουμε τον άνθρωπο να πραγματώσει την ανώτερη φύση του, την πνευματική του ουσία, την ανθρώπινη φύση του. Ο άνθρωπος έχει τη ζωική φύση που την έχουν και τα άλλα ζώα και έχει και μία άλλη που δεν την έχουν τα άλλα ζώα: την ανθρώπινη, την ανώτερη, την πνευματική του φύση. Αυτή τη φύση όταν πραγματώνουμε, τότε αποκτούμε παιδεία. Προς αυτή όμως την κατεύθυνση δεν είναι προσανατολισμένα τα σχολεία μας. Τα σχολεία μας δεν προσφέρουν παιδεία και όχι μόνο τα ελληνικά, αλλά όλου του κόσμου δεν είναι προσανατολισμένα σε αυτό που λέω.

Και, για να το πω αναλυτικότερα, θα σας πω πώς εννοώ τον καλλιεργημένο, τον πεπαιδευμένο άνθρωπο. Πεπαιδευμένο άνθρωπο, άνθρωπο δηλαδή με παιδεία, εννοώ τον μορφωμένο άνθρωπο, τον καλλιεργημένο. Μορφωμένο δεν εννοώ τον άνθρωπο των γνώσεων, αυτός είναι καταρτισμένος. Ο μορφωμένος είναι αυτός που η ψυχή του έχει μορφοποιηθεί, έχει πάρει μια ωραία μορφή, έχει γίνει εύμορφος. Αυτός είναι ο άνθρωπος της παιδείας. Για να γίνω πιο αναλυτικός, είναι ο άνθρωπος του οποίου ο χαρακτήρας πρώτα, η σκέψη ύστερα, η ευαισθησία, έχουν εκλεπτυνθεί, έχουν εμπλουτισθεί, έχουν διαμορφωθεί από τη γνώση πρώτα και όχι από τις γνώσεις. Έχουν διαμορφωθεί πρώτιστα από τη γνώση, από την ηθική, δηλαδή από το καλό και από την αισθητική, δηλαδή από το ωραίο και από τον διάλογο που κάνει ο άνθρωπος με τα πράγματα που τον περιβάλλουν. Όταν κάνεις διάλογο με τη φύση, μιλάς με τα πράγματα που σε περιβάλλουν, αποκτάς παιδεία. Αυτός είναι ο άνθρωπος της παιδείας. Γνωρίζω γερόντισσες και γέροντες που δεν πήγαν σχολείο, αλλά έχουν παιδεία την οποία απέκτησαν γιατί έμαθαν από τα μικρά τους χρόνια να μιλούν με τα πράγματα και τη φύση. Δηλαδή να αντλούν παιδεία από τη γλώσσα των πραγμάτων και από τη γλώσσα της φύσης. Η φύση μιλά τη δική της γλώσσα και τα πράγματα το ίδιο. Τους συμβουλεύεσαι και σου λένε σοφότερα πράγματα από εκείνα που θα σου έλεγε ένα καθηγητής πανεπιστημίου. Έτσι εννοώ τον άνθρωπο της παιδείας.

Οι δομές της εκπαίδευσης διδάσκουν την κριτική και το ελεύθερο πνεύμα;

Χ.Τ.:
Θέλω να κάνω μία διάκριση στην εκπαίδευση και στην παιδεία. Πολλοί τις ταυτίζουν σαν έννοιες, αλλά δεν είναι το ίδιο και θα πρέπει να το αποφεύγουν. Εκπαίδευση είναι η οργανωμένη διαδικασία, την οποία η συντεταγμένη πολιτεία προσφέρει στα παιδιά της τα πνευματικά αγαθά. Μέσα στην εκπαίδευση είμαστε όλοι, δάσκαλοι, καθηγητές, κλητήρες των σχολείων, υπουργοί, οι αίθουσες διδασκαλίας, τα εργαστήρια οι βιβλιοθήκες που δεν υπάρχουν – ή όσο υπάρχουν – όλα είναι εκπαίδευση. Στην παιδεία αναφερθήκαμε προηγουμένως. Κάνουμε αντιδιαστολή των όρων. Η εκπαίδευση, όχι μόνο η ελληνική, αλλά όλου του κόσμου, δεν προσφέρει παιδεία, δεν είναι προσανατολισμένη στο να βοηθήσει το νέο άνθρωπο να πραγματώσει την ανώτερη φύση του, να γίνει καλός άνθρωπος, «καγαθός» στη ζωή του. Η εκπαίδευση είναι προσανατολισμένη προς την αγορά εργασίας. Τα σχολειά ετοιμάζουν τους ανθρώπους να υπηρετήσουν την αγορά εργασίας. Η αγορά εργασίας έχει μπει στο σχολειό και το ποδηγετεί. Το ερώτημα είναι ποιοι διαμόρφωσαν την αγορά εργασίας και γιατί τη διαμόρφωσαν έτσι. Εκείνοι που είχαν το χρήμα και τη διαμόρφωσαν έτσι για να κερδίσουν περισσότερα και σήμερα χρησιμοποιούν και το σχολειό και μελλοντικά θα το χρησιμοποιήσουν ακόμη περισσότερο για να υπηρετήσουν τα συμφέροντά τους. Στο σχολειό εμείς θέλουμε να κάνουμε τον άνθρωπο της παιδείας και μετά εκείνος να διαμορφώσει την αγορά εργασίας. Γι’ αυτό είπα ότι είναι δύσκολη υπόθεση. Όσο και να δραστηριοποιηθούμε, δεν θα πλησιάσουμε σε αυτό που θέλουμε στην ειρηνική συμβίωση των λαών, στην αγάπη στην αλληλεγγύη. Στον ανθρωπισμό δεν θα πλησιάσουμε, αν δεν περάσουμε από την παιδεία και αυτό πρέπει να το καταλάβουν όλοι. Και εμείς οι δάσκαλοι πρέπει να φτιάξουμε ένα θεσμό, αυτόν των δασκάλων χωρίς σύνορα. Στο θεσμό αυτό θα ανήκουν όλοι οι δάσκαλοι που πιστεύουν στην παιδεία, γιατί υπάρχουν τέτοιοι και αλλού, αλλά δεν τολμούν να βγούνε παρά πέρα, γιατί είναι απογοητευμένοι και δεν πιστεύουν ότι μπορούν να βρουν ανταπόκριση. Πρέπει να κάνουμε το θεσμό των δασκάλων χωρίς σύνορα, των δασκάλων του κόσμου, να δώσουμε τα χέρια, να βρούμε και τους άλλους ομοίους μας στις άλλες χώρες και να πείσουμε με ομιλίες χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα για να πείσουμε τους ηγέτες όλων των κρατών να στραφούν προς την παιδεία. Και αν αυτοί δεν πεισθούν, γιατί έχουν άλλα συμφέροντα και άλλες βλέψεις, εμείς να οδηγήσουμε προς τα εκεί τα παιδιά μας. Εμείς οι δάσκαλοι έχουμε μια τεράστια δύναμη στα χέρια μας. Έχουμε τα παιδιά. Αν εμείς είμαστε σωστοί, ας θέλουν αυτοί να προσανατολίζουν την εκπαίδευση προς την αγορά εργασίας. Μπορούμε εμείς να δράσουμε μέσα στην τάξη και να οδηγήσουμε τον νέο στη μόρφωση, προς τον εξανθρωπισμό και ύστερα εκείνος θα κάνει ωραία αγορά, ώστε να μην είναι homo homini lupus, «ο άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος». Σήμερα που μου προσφέρεις σε πληρώνω και αύριο που δεν μου προσφέρεις σε πετώ από την επιχείρηση. Και οι επιχειρήσεις σήμερα προσπαθούν να μπουν στην εκπαίδευση. Ήδη βάζουν μαθήματα που υπηρετούν την αγορά εργασίας. Και το πνεύμα του κόσμου είναι το παιδί να μάθει στο σχολειό για να δουλέψει αύριο. Το σχολείο δεν είναι για να μαθαίνει, αλλά για να μορφώνει. Αν θέλουμε να κάνουμε άλλες σχολές, ας τις κάνει το Υπουργείο Εργασίας. Το Υπουργείο Παιδείας είναι για να δίνει παιδεία.

Πώς βλέπετε τους φοιτητές;

Χ.Τ:
Οι φοιτητές είναι ωραίοι, αν και τα έχουμε βάλει τώρα τελευταία μαζί τους. Τους νέους τους αγαπώ, με αγαπούν και τα βρίσκω μαζί τους. Με τους μεγάλους δεν τα βρίσκω. Οι νέοι έχουν μία αγνότητα και ό,τι κάνουν το κάνουν από αγνότητα. Ένα είναι το «λάθος τους», αν μπορώ να το πω έτσι: Το ότι νομίζουν ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει από τη μια στιγμή στην άλλη. Ο κόσμος δεν αλλάζει έτσι, θέλει χρόνο. Το θέμα της παιδείας δεν αλλάζει έτσι. Είδαμε τη φετινή τραγωδία στα πανεπιστήμια που έμειναν κλειστά. Λάθη έγιναν από όλους. Και η υπουργός, με το να διορθώσει δυο τρία σημεία πίστευε ότι θα διορθώσει όλη την εκπαίδευση. Και οι πρυτάνεις έκαναν λάθος και οι φοιτητές και εμείς οι καθηγητές. Δεν είδαμε συνολικά το θέμα της εκπαίδευσης, από τα νήπια μέχρι τα Πανεπιστήμια. Αν δεν κάνουμε καλά νηπιαγωγεία, δεν θα έχουμε καλά πανεπιστήμια. Αυτό το πρόβλημα δεν το είδε κανείς. Δεύτερο είναι να προσανατολίσουμε την εκπαίδευση στην παιδεία. Αυτά τα λέμε εδώ και χρόνια και δεν μας ακούει κανείς. Δεν έχουμε τίποτα με τα κόμματα. Εμείς δεν ανήκουμε στα κόμματα, ανήκουμε στην παιδεία. Αν πάμε στα κόμματα, θα πρέπει να πειθαρχήσουμε σε αυτά. Είναι κρίμα να πειθαρχήσουμε σε αυτά από τη στιγμή που πειθαρχούμε στην παιδεία, που είναι πάνω από τα κόμματα. Επειδή αγαπούμε τα κόμματα, που είναι το θεμέλιο της δημοκρατίας, θέλουμε τα κόμματα να αποκτήσουν παιδεία. Το πρόβλημα της παιδείας δεν είναι οι αιώνιοι φοιτητές που προσπάθησε να εξοντώσει η Υπουργός ή η βάση εισαγωγής. Είναι ένα μέρος του προβλήματος. Η υπουργός είδε ένα μέρος του προβλήματος και όχι συνολικά, άρα είναι και αυτή ένα μέρος του προβλήματος. Οι πρυτάνεις είδαν ένα, την οικονομική αυτονόμηση των πανεπιστημίων. Είδαν και αυτοί το δικό τους πρόβλημα. Είδαν και αυτοί μέρος του προβλήματος, άρα και αυτοί δεν μπορούν να συμβάλλουν στην επίλυσή του. Οι φοιτητές είδαν το θέμα από την πλευρά τη δική τους, την αξιολόγηση και κάποια άλλα…

Μίλησαν και για ιδιωτικοποίηση…

Χ.Τ.:
Αν η εκπαίδευση αναθεωρηθεί στο σύνολό της και προσανατολισθεί προς την παιδεία, δεν με ενδιαφέρει η ιδιωτικοποίηση. Θεωρώ πολύ σοβαρή την παιδεία, ώστε να την εμπιστευθούμε σε ιδιώτες. Όμως φθάσαμε στο σημείο τα ιδιωτικά σχολεία να προσφέρουν περισσότερα από τα δημόσια, που σημαίνει ότι εγκαταλείψαμε τη δημόσια εκπαίδευση. Παλιότερα τα ιδιωτικά σχολεία ήταν τα πιο αδύνατα και εκεί πήγαιναν οι αδύνατοι μαθητές. Θέλω την εκπαίδευση δημόσια, αλλά όταν η εκπαίδευση χωλαίνει και φθείρεται, φυσικά ανθίζουν τα ιδιωτικά σχολεία.

Χωλαίνει η δημόσια γιατί υποχρηματοδοτείται…

Χ.Τ.:
Δεν είναι θέμα οικονομικό, αλλά παιδείας. Ποτέ τα σχολεία δεν είχαν τόσα χρήματα όσα έχουμε σήμερα, ποτέ δεν είχαν τόσες εγκαταστάσεις. Σας μιλά ένας άνθρωπος που έχει στην εκπαίδευση πενήντα χρόνια. Επομένως, μπορώ να εκφέρω κάποιες κρίσεις. Όμως ποτέ η εκπαίδευσή μας δεν ήταν τόσο χαμηλά, όσο είναι σήμερα

Πού οφείλεται αυτό;

Χ.Τ.:
Συνολική είναι η ευθύνη και όλοι μαζί πρέπει να βάλουμε ένα χέρι, να βάλουμε τις δυνάμεις μας για να κατευθύνουμε την εκπαίδευση προς την παιδεία, να φτιάξουμε τον άνθρωπο.

Άρα ουμανιστική παιδεία…

Χ.Τ:
Η ουμανιστική παιδεία ήταν καλή γιατί στρεφόταν προς τον άνθρωπο, αλλά όχι με τα δεδομένα της εποχής εκείνης. Πρέπει να δουλέψουμε στο σήμερα οπωσδήποτε όμως κέντρο να είναι ο άνθρωπος. «Ως χαρίεν εστί άνθρωπος όταν άνθρωπος ει» έλεγαν οι αρχαίοι, ο Μένανδρος. Αυτόν τον άνθρωπο να φτιάξουμε. Το θέμα της παιδείας και της εκπαίδευσης δεν το αντιμετώπισε σωστά ούτε το Υπουργείο Παιδείας ούτε το Πανεπιστήμιο ούτε οι φοιτητές.

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ διαπολιτισμικού και πολυπολιτισμικού σχολείου. Γιατί το διαπολιτισμικό σαν όρος εμπεριέχει τη δράση και την ανάδραση, δηλαδή παίρνεις και δίνεις, ενώ στην ουσία ο πολυπολιτισμός είναι η συνύπαρξη των διαφορετικών χωρίς να υπάρχει η αμοιβαία μετάδοση. Τι ισχύει σήμερα στην Ελλάδα; Είναι διαπολιτισμικά τα σχολεία;

Χ.Τ:
Δεν νομίζω ότι διαμορφώσαμε διαπολιτισμικά ή πολυπολυτισμικά σχολεία. Αυτό είναι ζητούμενο. Το συζητούμε και το ότι το θέτετε εσείς, είναι ευοίωνο αυτό. Όμως θα πρέπει να τα διαμορφώσουμε. Τύποις υπάρχουν. Εμείς θέλουμε όλα τα παιδιά του κόσμου να μάθουν γράμματα. Δεν μας ενδιαφέρει αν έχουν το ένα ή το άλλο θρήσκευμα. Δεν μας ενδιαφέρει να είναι Έλληνες, Τούρκοι, Ελβετοί, Ρώσοι. Μας ενδιαφέρει ότι είναι άνθρωποι. Η παιδεία εκπηγάζει από βάθη όπου σβήνει το ατομικό εγώ και το ατομικό εσύ, το φυλετικό εγώ και το φυλετικό εσύ, το χρωματικό εγώ και το χρωματικό εσύ, το εθνικό εγώ και το εθνικό εσύ, το θρησκευτικό εγώ και το θρησκευτικό εσύ, εκεί όπου σβήνουν από την ταυτότητα της ζωής. Κάτω από τα εγώ βλέπουμε τον άνθρωπο και δεν μας ενδιαφέρει το χρώμα του ή το θρήσκευμά του. Μας ενδιαφέρει ότι είναι άνθρωπος και η παιδεία τιμά τον άνθρωπο. Η παιδεία ξεπερνά δυσκολίες που βάζουν καμιά φορά τα έθνη και οι θρησκείες, εντούτοις οι άλλοι παρεμβάλλουν δυσκολίες. Τα φυλετικά, εθνικά, θρησκευτικά τα ξεπερνά η παιδεία και είναι η μόνη που τα ξεπερνά και βρίσκει τον άνθρωπο και τον τιμά και τον σέβεται. Είναι ο καλός Σαμαρείτης. Ο Χριστός ήταν ωραίος, είναι γλυκύτατος ο Ναζωραίος, αλλά δεν τον άκουσε κανείς, τον σταύρωσαν.

Μ.Α.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.