«Γραφω για τους επομενους,

Ο Νίκος Λυγερός είναι πολυδιάστατη εν τοις πράγμασιν προσωπικότητα, όπως αμέσως κάποιος κατανοεί όταν μελετήσει το βιογραφικό του, εμμένοντας περισσότερο όχι τόσο στις σπουδαίες επιδόσεις του στους τομείς της άλγεβρας, της θεωρίας των αριθμών και της συνδυαστικής, για τις οποίες είναι και παγκοσμίως γνωστός, αλλά κυρίως στις δημοσιεύσεις και τα βιβλία που υπογράφει ο συγγραφέας τους.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι έχει δημοσιεύσει περισσότερα από 2700 άρθρα πάνω σε θέματα φιλοσοφίας, νοημοσύνης, εκπαίδευσης, μαθηματικών, φυσικής, μυθολογίας, θρησκείας, ιστορίας, αρχαιολογίας, κινηματογράφου, ζωγραφικής, μουσικής, πολιτικής, κοινωνιολογίας, στρατηγικής, management, οικονομίας και έχει εκδώσει τα ακόλουθα βιβλία:

Ποιητικές συλλογές («Πηγή ρωμιοσύνης», «Φωτεινή νοσταλγία», «Το χρώμα του αοράτου», «Le souvenir du dragon»), σενάρια («Οι σκιές του Πύργου», «Στο σταυροδρόμι του γαλάζιου»), κωμωδίες («Autorfrence», «Alter Ego», «Un Deux-pices»), δράματα («Les dmiurges», «Les chacals», «Les toques noires», «Les lumires noires», «Dialogues oublis», «Ludwig», «Οι χορδές του χρόνου», «Cinq mouvements pour un silence», «L’homme qui n’existait pas», «Formidabiles Homines»), τραγωδίες («Ορέστης και Ηλέκτρα», «Αχιλλέας και Πενθεσύλια», «Οδυσσέας και Καλυψώ»), ορατόριο («Προμηθέας και Αθηνά»), όπερα («Ο Κένταυρος και ο Τιτάνας»), μυθιστόρημα («Τα τριάντα φιλιά του ήλιου»), διηγήματα («Les Camlons», «Les condamns vivre», «Sous l’olivier», «le soleil») και δοκίμιο («Νοητική Στρατηγική»).

Η τελευταία δημιουργική του εργασία το μυθιστόρημα, με τίτλο «Τα τριάντα φιλιά του ήλιου» σχετίζεται άμεσα με τη Θράκη, αφού εκδόθηκε στην Ξάνθη από τις εκδόσεις Σπανίδη και κοσμείται από χαρακτικά και κοσμήματα της εβρίτισσας Ζωγράφου Σύνης Αναστασιάδη.

Για τα «Τριάντα φιλιά του ήλιου» είχαμε όμως την τύχη να συνομιλήσουμε με τον συγγραφέα του Νίκο Λυγερό, στο φιλόξενο σπίτι του μαθηματικού Σάκη Λιπορδέζη, προσπαθώντας με τη βοήθεια της συνεργάτιδος Μαρίας Νικολάου να αποσαφηνίσουμε, όσα ως αναγνώστες αποκομίσαμε από το βιβλίο.

Παρούσα στη συνέντευξη και η ζωγράφος και συνεργάτης του κ. Λυγερού στο βιβλίο Σύνη Αναστασιάδη.

Νίκος Λυγερός όμως και «Τριάντα φιλιά του Ήλιου»…

Τ.Β.: Το βιβλίο σας με τίτλο «Τριάντα φιλιά του ήλιου» είναι κατ’ αρχήν ένα πολύ όμορφο βιβλίο και ως προς τη μορφή, φιλοξενώντας τριάντα μικρά σε έκταση κείμενα που συνοδεύονται από πρωτότυπα χαρακτικά και κοσμήματα της Σύνης Αναστασιάδη. Κάποιος διαβάζοντάς το εκπλήσσεται όμως, μια και από την πρώτη ανάγνωση το εκλαμβάνει ως ένα αφήγημα για την πατρίδα, ως μια, λογοτεχνικής μορφής, εξομολόγηση της προσωπικής σας σχέσης με την έννοια και το σώμα του πολιτισμού της πατρίδας, μιας έννοιας καθόλου «in» σήμερα. Τι είναι λοιπόν για σας η πατρίδα;

Ν.Λ.:
Είμαι για τους αργούς ρυθμούς που σχετίζονται με τη μνήμη, τα γρήγορα της κοινωνίας είναι για να τα ξεχνάω. Άρα δεν είμαι ποτέ της μόδας, δεν μπορεί να είμαι ποτέ in, ούτε ψάχνω να είμαι out, δεν πιστεύω στις κοινωνίες που καθορίζουν το in και το out, γιατί είναι απλώς μόδες που θα εξαφανιστούν. Γράφω για τους επόμενους και διαβάζω μόνο τους προηγούμενους.

Τ.Β.: Πιστεύετε ότι το μέλλον μπορεί να γίνει μόνο μ’ αυτό τον τρόπο;

Ν.Λ.:
Το μέλλον γίνεται μόνο μ’ αυτόν τον τρόπο, γιατί η κυριαρχία της κοινωνίας παράγει μόνο το μηδέν, άρα δεν μας απασχολεί. Κυριαρχεί στο παρόν, αλλά εμείς ενδιαφερόμαστε μόνο για το μέλλον. Είναι θέμα χρόνου η αντίσταση. Πρέπει να αντισταθούμε στην πίεση του παρόντος.

Τ.Β.: Γι’ αυτό ο «κλέφτης» ξαναγεννιέται;

Ν.Λ.:
Ναι, έτσι γίνονται τα πράγματα. Όταν αναγκαζόμαστε να κοιτάξουμε το βιβλίο της ιστορίας και η λέξη «κλέφτες» είναι τόσο εκφυλισμένη που το παιδί αναρωτιέται αν είναι πραγματικός κλέφτης, δεν μιλάμε για κλεφτουριά για να καταλάβει το παιδί ότι είναι μια άλλη λέξη, γιατί και ο Προμηθέας ήταν «κλέφτης». Εμένα μ’ αρέσουν οι «κλέφτες» διαχρονικά, γιατί θεωρώ ότι αν δεν κλέβεις, τα δικαιώματά σου δεν τα έχεις.

Τ.Β.: Θα ξαναρθεί και το «φαρί» και «ο Αϊ Γιώργης» και «ο σταυρός», για τα οποία γράφετε στο βιβλίο σας;

Ν.Λ.:
Δεν θα ξανάρθουν αφού είναι εδώ, αλλά δεν τα βρίσκουμε, γιατί δεν τα βλέπουμε.

Τ.Β.: Στο βιβλίο υπάρχει συνομιλία με τον παπά, με τον δάσκαλο. Πού είναι αυτός ο δάσκαλος σήμερα και πώς το παιδί θα βρει και το «σταυρό» και τον «Αϊ Γιώργη»;

Ν.Λ.:
Είναι αυτό που είχα γράψει και σε ένα ποίημα. Προσπαθούν να μας εξηγήσουν ότι δεν υπάρχει κρυφό σχολείο για διαφόρους λόγους και τώρα είναι της μόδας να πούμε ότι δεν υπάρχει. Μακάρι γι’ αυτούς να μην υπάρχει. Το θέμα είναι ότι τώρα υπάρχει, γιατί και τώρα υπάρχουν σχολεία που λειτουργούν χωρίς να χρησιμοποιούν αυτό το βιβλίο της ιστορίας, χωρίς να το λένε στους άλλους, και κάνουν τη δουλειά τους με τα παιδιά, όπως κάνανε παλιά και οι άλλοι που δεν υπήρχαν.

Τ.Β.: Γιατί πιστεύετε ότι γίνεται αυτό σήμερα στην Ελλάδα, η οποία είχε μεγάλους δασκάλους ανέκαθεν, που μέσα και από αγώνες προσπάθησαν να ωθήσουν προς τα εμπρός τα θέματα της παιδείας;

Ν.Λ.:
Υπάρχουν αυτοί οι δάσκαλοι.

Τ.Β.: Και στο δημόσιο λόγο;

Ν.Λ.:
Δεν είναι το θέμα να είναι δημόσιος ο λόγος. Το θέμα είναι αν ο λόγος είναι αποτελεσματικός και ο δημόσιος λόγος δεν είναι πια.

Τ.Β.: Μπορεί στο σχολείο το παιδί να βρει ξανά τον «κλέφτη»;

Ν.Λ.:
Ναι μπορεί, το βλέπω, γιατί πηγαίνω στα δημοτικά, έχω μιλήσει με δασκάλους και καθηγητές και για τέτοια θέματα, γιατί συνδυάζεται αυτός ο πόλεμος που γίνεται γύρω από το βιβλίο της ιστορίας με «Τα τριάντα φιλιά του ήλιου», το οποίο είναι φτιαγμένο για να μιλήσει για ανθρώπους που έχουμε ξεχάσει. Εφόσον τους έχουμε ξεχάσει, προσπαθούν να μας πείσουν ότι τους ξεχάσαμε γιατί δεν υπήρχαν.

Τ.Β.: Άρα το βιβλίο σας μπορεί να διαβαστεί και ως μια απάντηση από άλλο δρόμο, στο ζήτημα της ιστορίας που τίθεται σε διάλογο σήμερα και αφορά στην ιστορία που δεν πατά στο εθνικό κράτος….

Ν.Λ.:
Μ’ αρέσει αυτό που λέτε, γιατί συνδυάζεται με τη μνήμη του μέλλοντος. Με την ιδέα ότι μπορείς να γράψεις κείμενα που θα χρησιμοποιηθούν μόνο μετά, ασχολούμαι με το βιβλίο της ιστορίας από τον Ιούλιο, αλλά αυτό το βιβλίο, «Τα τριάντα φιλιά του ήλιου» ήταν γραμμένο πολύ πριν.

Τ.Β.: Επιλέξατε σκόπιμα να αναφέρεστε στη συγκεκριμένη περίοδο της ελληνικής ιστορίας;

Ν.Λ.:
Την επέλεξα σκόπιμα διότι είναι μία περίοδος που την έχουμε ξεχάσει, τα παιδιά στην καλύτερη περίπτωση ξέρουνε τι είναι το ’21 αλλά δεν ξέρουν γιατί υπήρξε. Η ιδέα ήταν να ασχοληθώ με τη μαγιά και όχι με το ψωμί, για το οποίο όλοι μιλάνε και ξεχνούν ότι πρέπει να γίνει ένα ψωμί που θα θυσιασθεί για να γίνει μαγιά. Οι πρώτες επαναστάσεις έπρεπε να γίνουν, να θυσιαστούν αυτοί οι άνθρωποι, να ξεχαστούν απλώς για να αλλάξει το υπόβαθρο. Είναι μεγάλη θυσία, είναι όλη η δουλειά που κάνεις σ’ ένα χωράφι πριν σπείρεις.

Μ.Ν.: Γιατί θεωρείτε ότι έχουν ξεχαστεί;

Ν.Λ.:
Έχουν ξεχαστεί και γι’ αυτό το βιβλίο δεν έχει ονόματα, για να αποδείξει σε αυτούς που το έχουνε ξεχάσει ότι δεν ενοχλούνται και σ’ αυτούς που δεν το έχουνε ξεχάσει ότι άμα το ξεχάσουν, θα ξεχαστούν.

Μ.Ν.: Πιστεύετε ότι οι περισσότεροι έχουν ξεχάσει σήμερα;

Ν.Λ.:
Ναι, αλλά πάντα όχι μόνο σήμερα, γι’ αυτό διαφωνώ με την παρέμβαση, δηλαδή ότι υπήρχαν τότε μεγάλοι δάσκαλοι, υπάρχουν πάλι οι μεγάλοι, απλώς κυριαρχεί η μάζα, ενώ η προηγούμενη μάζα δεν ξέραμε τι σκεφτόταν. Τώρα η μάζα έχει άποψη διότι είμαστε τώρα.

Μ.Ν.: Σημείο της δημοκρατίας δεν είναι αυτό;

Ν.Λ:
Όχι είναι στίγμα της μαζικοποίησης, άλλο η δημοκρατία και άλλο η μάζα που καθοδηγείται. Η δημοκρατία για μένα είναι πολύ σημαντική, αλλά σε ποιο πλαίσιο; Απλώς για να αποφασίσουμε ότι μερικά πράγματα στην Ελλάδα είναι πιο σημαντικά από άλλα; Η ιστορία δεν είναι τόσο σημαντική στην Ελλάδα γιατί την έχουμε βαρεθεί, γιατί ζούμε μέσα στην ιστορία. Είναι αυτό που έλεγε ο Βασίλης Αλεξάκης «στη Σαντορίνη η ομορφιά κουράζει».Νομίζω ότι στην Ελλάδα η ιστορία κουράζει, γιατί κάθεσαι δίπλα σ’ ένα φρούριο, μένεις κάτω από την Ακρόπολη.

Τ.Β.: Παλιότερα όμως δεν κούραζε;

Ν.Λ.:
Παλιότερα κούραζε και πάλι την κοινωνία, αλλά δεν το γράφαμε.

Τ.Β.: Στο βιβλίο σας καταθέτετε στοιχεία του πολιτισμού που δημιουργήθηκε με βάση τη μνήμη και τον προφορικό λόγο. Η ιστορία, ο μύθος με τους αγίους που πολεμούν είναι δημιούργημα του λαϊκού πολιτισμού, είναι λοιπόν ο λαϊκός πολιτισμός πολιτισμός της μάζας;

Ν.Λ.:
Όχι, γι’ αυτό διευκρίνισα ότι για μένα άλλο δημοκρατία και άλλο μαζικοποίηση, άρα το θέμα είναι ότι τα στοιχεία του μύθου δεν προέρχονται από την μάζα, αλλά από τον λαό. Να επισημάνω δύο διαφορές εδώ. Ακολουθώ την μέθοδο του Κορνάρου. Όταν ο Κορνάρος γράφει τον «Ερωτόκριτο» ο Ξανθουδίδης, ο οποίος είναι ειδήμονας βέβαια, μάς εξηγεί ότι ο Κορνάρος είναι ένας άσχετος που έγραψε ένα έργο με αναχρονισμούς. Πρέπει να περιμένουμε τον Αλεξίου, που είναι πιο ειδήμονας και λέει ότι είναι φαινόμενα συγκρητισμού, τα έχει ο Κορνάρος όλα μαζί, γιατί θέλει να αναδείξει το ελληνικό στοιχείο. Φαντάζομαι σίγουρα ότι ένας ειδικός θα μας εξηγήσει ότι είμαι άσχετος σε θέματα ιστορίας και έχω μπερδέψει διάφορα στοιχεία, θα περιμένω απλώς τον επόμενο ειδικό που θα πει ότι ο προηγούμενος ήταν άσχετος και ότι ήθελα να κάνω κάτι που είναι μια συνειδητή σύνθεση του ελληνικού πολιτισμού. Γι’ αυτό και μιλώ πάντα στον επόμενο και όχι μόνο σ’ αυτόν που εκφράζει μία άποψη.

Τ.Β.: Να θέσουμε και το θέμα του πολιτισμικού συγκρητισμού. Έχετε δουλέψει στον Κορνάρο, πιστεύετε άρα στους διαλόγους των πολιτισμών. Ουσιαστικά με το έργο σας συγκατανεύετε στον πολιτισμικό συγκρητισμό και αγαπάτε οι πολιτισμοί να διαλέγονται; Δεν θα είχατε άρνηση να πάρετε από οποιονδήποτε το καλύτερο;

Ν.Λ.:
Όχι.

Τ.Β.: Έχετε ένα καταπληκτικό μονόλογο στο βιβλίο σας. Τι θα απαντούσατε αν σας ρωτήσει κάποιος «ποιος είναι ο κλέφτης, ζει ή πέθανε, αν ζει πού είναι»;

Ν.Λ.:
Αυτό που απαντάει ο δάσκαλος.

Τ.Β.: Γιατί επιλέξατε για τα χαρακτικά του βιβλίου σας τη Σύνη;

Ν.Λ.:
Αν ήθελα να γράψω κάτι που να είναι εντελώς γραφικό, θα είχα ζητήσει από έναν γραφίστα να μου κάνει κάτι γραφικό, που να είναι μια πατιτούρα από κάτι, που όλοι θεωρούν ότι είναι αυτονόητο. Μου αρέσει το μείγμα, ήθελα έναν πραγματικό ζωγράφο, όχι που να έχει άποψη, γιατί και ο άσχετος έχει άποψη, αλλά που να έχει μια γνώμη, και ήθελα να υπάρχουν δύο γνώμες πάνω στο ίδιο έργο, να υπάρχουν τα κοσμήματα που κωδικοποιούν τον τίτλο, και να υπάρχουν και αυτές οι «γκραβούρες» στις οποίες να υπάρχουν μόνο δύο χρώματα, το μαύρο και το κόκκινο. Για μένα ήτανε μια απαίτηση γιατί υπάρχουν εποχές που γράφαμε μόνο μ’ αυτά τα δύο χρώματα. Όταν ζούμε σε μία εποχή όπου σβήνουμε περισσότερο απ’ όσα γραφούμε, δεν είναι ανάγκη να καταγράφουμε.

Τ.Β.: Στο βιβλίο πρωταγωνιστεί ο χαράκτης. «Η ζωή του κλέφτη έχει χαράξει το βλέμμα του δημιουργού» γράφετε, και το δικό σας άρα και της Σύνης. Πώς αυτές οι δύο ματιές ανταμώθηκαν, πόσο εύκολο αυτό ήταν;

Ν.Λ.:
Νομίζω ότι μοιράσαμε μια δυσκολία. Το θέμα είναι ότι η επιλογή προέρχεται από τον εγκέφαλο από μένα, από τη Σύνη έρχεται από την καρδιά. Σε κάποια φάση τής είπα θα ήταν καλό να διαβάσεις «Τα τριάντα φιλιά του ήλιου», αυτή τα είχε διαβάσει πριν μήνες χωρίς να τολμήσει να το πει σε μένα και μου το είπε, όταν της είπα να τα διαβάσει. Της λέω «θα ήταν καλό να τα εικονογραφήσεις». Και τότε αρχίσαμε ένα διάλογο το πώς μπορεί να γίνει αυτό. Όλο το διάστημα συνομιλούσαμε μέσω e-mail. Υπήρχε ένας σιωπηλός διάλογος μεταξύ μας και είναι ενδιαφέρον να δείξουμε σ’ αυτή την εποχή ότι μπορούμε να κάνουμε ένα τέτοιο έργο βασισμένοι στο διαδίκτυο, γιατί μερικοί θεωρούν ότι το διαδίκτυο δεν έχει ενδιαφέρον. Μετά επιλέξαμε τα χρώματα, είχαμε πολλές αντιστάσεις, αλλά όσο περισσότερες υπάρχουν, τόσο καλύτερα είναι. Η Σύνη έκλεινε προς το λάδι, εγώ πίστευα ότι το λάδι είναι γλυκό, ήθελα κάτι πιο σκληρό όπως το χαρακτικό. Μου απήντησε ότι δεν είναι χαράκτης, είναι ζωγράφος και τότε της ζήτησα να κοιτάξει να εργαστεί με το πενάκι και άρχισε «ο μαθητής» να κάνει διάφορα. Στην αρχή το πενάκι ήταν πολύ γυναικείο, εννοώ ότι είχε μια τρυφερότητα, και της είπα ότι δεν θέλω αυτό, θέλω ένα πενάκι που να πηγαίνει πιο βαθιά, ένα πενάκι που να πληγώνει, γιατί η μνήμη είναι πληγή, δεν είναι κάτι το τρυφερό και σιγά – σιγά έμαθε να πληγώνεται και να πληγώνει.

Τ.Β.: «Το τριάντα φιλιά του ήλιου» είναι ένα βιβλίο πολλών αναγνώσεων. Γιατί άλλο εκλαμβάνει κάποιος από τα κείμενα, άλλο από τη χαρακτική, άλλο από τα κοσμήματα. Μία πρώτη ανάγνωση ξεδιπλώνει δύο δημιουργούς, εσείς τον εαυτό σας ως συγγραφέα τον αποσιωπάτε, μιλάτε όμως για τον χαράκτη στο βιβλίο και τη ζωή και τη διαιώνισή της μέσω της τέχνης…

Ν.Λ:
Είναι λογικό εφόσον το ημερολόγιο είναι του κλέφτη.

Τ.Β.: Ο συγγραφέας, ο αφηγητής όμως…

Ν.Λ.:
Δεν μ’ αρέσει η λέξη αφηγητής γιατί υπονοεί ότι πρέπει να το πει σε κάποιον.

Μ.Ν.: Μα και εσείς μάς το λέτε…

Ν.Λ.:
Δεν σας το λέω, αν θέλετε ακούτε. Ο παπάς δίνει ένα βιβλίο που είναι λευκό, ο κλέφτης το γράφει, αυτό καταστρέφεται και σώζονται μόνο 30 σελίδες από τον εγγονό, ο κλέφτης δεν το έγραψε για να το διαβάσουν. Σε καμία φάση δεν είναι αναγνώστης, ούτε αφηγητής. Το έγραψε γιατί υπήρχε ανάγκη. Μετά το διαβάζει ο εγγονός, γιατί υπήρχε μία ανάγκη. Τώρα εσείς μπορείτε να το διαβάσετε αν νοιώσετε την ανάγκη, γι’ αυτό είναι κλειστό.

Τ.Β.: Πόσο τα μαθηματικά σας έχουν επηρεάσει και στη λογοτεχνία;

Ν.Λ.:
Τα μαθηματικά δεν με επηρεάζουν. Τα μαθηματικά είναι αυτό που είμαι.

Τ.Β.: Η χρήση του αριθμού 30, (τριάντα κείμενα, τριάντα φύλλα ιστορίας, τριάντα φιλιά) είναι σκόπιμη; Είναι λογοτεχνικό μοτίβο;

Ν.Λ.:
Είναι λογοτεχνικό μοτίβο που βασίζεται στο τριαντάφυλλο.

Τ.Β.: Υπάρχει μόνο με αφορμή το τριαντάφυλλο;

Ν.Λ.:
Είναι πολλά πράγματα: ονόματα, επίθετα, ημερομηνίες γέννησης.

Τ.Β.- Μ.Ν.

Βιογραφικό Σημείωμα του συγγραφέα

Ο Νίκος Λυγερός γεννήθηκε το 1968 στο Βόλο και κατέχει έναν από τους υψηλότερους δείκτες ευφυΐας (IQ) στην κλίμακα Stanford-Binet, με 189 βαθμούς.

Ως ερευνητής κατέχει διάφορα παγκόσμια ρεκόρ στους τομείς της άλγεβρας, της θεωρίας αριθμών και της συνδυαστικής. Είναι επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, στην Πολυτεχνική Σχολή Ξάνθης, στην Αστυνομική Ακαδημία και στη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας, στρατηγικός σύμβουλος, καθηγητής προικισμένων παιδιών, expert διερμηνέας και μεταφραστής στα γαλλικά δικαστήρια, συγγραφέας, σκηνοθέτης, ποιητής, επιστημονικός σύμβουλος του Υπουργείου Εξωτερικών και του Συνδέσμου Καραθεοδωρή που έχει στόχο την ανάδειξη της επιστημονικής μορφής του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή, του μεγαλύτερου μαθηματικού της σύγχρονης Ελλάδας.

Ο αγώνας του για την επίλυση του Κυπριακού ήταν ο λόγος που ίδρυσε το Ίδρυμα Αλτρουϊσμός στην Κύπρο, που προωθεί τις μαζικές προσφυγές κατά της Τουρκίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Έχει ιδρύσει την οργάνωση “The Pi Society” στην οποία για να εγγραφεί κάποιος πρέπει να έχει IQ 176 και πάνω, βαθμός νοημοσύνης που σύμφωνα με στατιστικές αντιστοιχεί σ’ έναν άνθρωπο στο εκατομμύριο.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.