«Οταν εγω ημουν τσιρακι, ειχε 25 πεταλωτες η Κομοτηνη και τα περιχωρα»

Ο Γιάννης Γουϊδης, 82 ετών σήμερα, είναι ο τελευταίος παλιός πεταλωτής της Κομοτηνής. Γνώρισε από τα έντεκά του ακόμη χρόνια τα μυστικά της τέχνης που επί μισόν αιώνα την υπηρέτησε πιστά και με αγάπη. «Έφτιαχνα τα πέταλα μόνος μου. Πήγαινα στην Θεσσαλονίκη, έπαιρνα σίδερα και στο καμίνι που είχα έφτιαχνα τα πέταλα. Κάπου χίλια πέταλα το χρόνο, επί πενήντα χρόνια, βάλτε τώρα με το νου σας πόσες χιλαάδες πέταλα πέρασαν από τα χέρια μου» δηλώνει στον «Κόσμο» και γυρίζει το χρόνο πίσω…

Από πότε εξασκείτε το επάγγελμα του πεταλωτή;

Από έντεκα χρονών ήμουν τσιράκι. Μετά από δύο – τρία χρόνια έγινα μαστοράκι και άρχισα να δουλεύω μόνος μου. Πενήντα χρόνια αυτή την δουλειά έκανα, ήμουν μισό αιώνα πεταλωτής, μέχρι που τακτοποίησα τα παιδιά μου. Είμαι ευχαριστημένος πάρα πολύ.

Τι πεταλώνατε;

Πετάλωνα μουλάρια, άλογα, βόδια, βουβάλια και γαϊδούρια.

Τι εργαλεία χρησιμοποιούσατε;

Απλά εργαλεία, ένα μαχαίρι, ένα «τσιτσερτσάκι». Δεν χρειαζόταν κάτι το ιδιαίτερο, παρά μόνο προσοχή. Ήταν επικίνδυνα γιατί υπήρχαν και ζώα που δεν κάθονταν ήσυχα, που ήταν ζωηρά. Ύστερα με το μαχαίρι θα μπορούσα να κόψω και το χέρι μου, αν δεν ήμουν προσηλωμένος σ΄ αυτό που έκανα . Ευτυχώς δεν είχα κανένα ατύχημα.

Τα πέταλα πού τα βρίσκατε;

Έφτιαχνα τα πέταλα μόνος μου. Πήγαινα στην Θεσσαλονίκη, έπαιρνα σίδερα και στο καμίνι που είχα έφτιαχνα τα πέταλα. Κάπου χίλια πέταλα το χρόνο, επί πενήντα χρόνια, βάλτε τώρα με το νου σας πόσες χιλιάδες πέταλα πέρασαν από τα χέρια μου.

Πώς ξέρατε πώς θα κόψετε το πέταλο;

Είχα τα μέτρα από τα ζώα. Έκοβα τα σίδερα στην Θεσσαλονίκη, φόρτωνα 1000 κιλά και ερχόμουν στην Κομοτηνή και δούλευα. Ένα χειμώνα δούλευα.

Είχε πολλά ζωντανά τότε;

Είχε πάρα πολλά ζώα. Άφηνε κέρδος η δουλειά γιατί έφτιαχνά τα πέταλα μόνός μου και κέρδιζα κάτι παραπάνω.

Υπήρχαν κάποιες συγκεκριμένες περίοδοι που πεταλώνατε;

Όλο το χρόνο πετάλωνα. Η κίνηση με τα ζώα δεν σταματούσε ποτέ. Στην αρχή κινούνταν με τα γαϊδουράκια, ύστερα με τα μουλάρια. Τώρα βέβαια όλοι κινούνται με τα αυτοκίνητα.

Το πιο ήσυχο ζωντανό κατά το πετάλωμα ποιο ήταν;

Όλα ήταν ήσυχα. Το άλογο και το μουλάρι ήταν πιο εύκολο να το πεταλώσεις. Πετάλωνες ένα πόδι, μετά ξεκουραζόσουν. Τα βόδια ήταν δύσκολα γιατί όταν το έριχνες κάτω και το έδενες έπρεπε σ’ ένα τέταρτο να έχεις τελειώσει. Έτσι όπως ήταν δεμένο, αν αργούσες, θα μπορούσε να σκάσει. Ήταν 800 κιλά το ένα, πώς να μείνει κάτω πολύ ώρα;

Είχε πολλά βουβάλια η περιοχή;

Και ο πατέρας μου ακόμα είχε βουβάλια. Το 1938 δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Τότε, πήγαιναν στην Καβάλα για να φέρνουν σταφύλια με τα κάρα. Δεν υπήρχε συγκοινωνία. Υπήρχαν πάρα πολλά βουβάλια, τα οποία όμως δεν άντεχαν στην ζέστη.

Πόσους πεταλωτές είχε παλιά η Κομοτηνή;

Όταν εγώ ήμουν τσιράκι, είχε 25 πεταλωτές μαζί με τα περίχωρα. Από αυτούς οι 15 ήταν στην Κομοτηνή. Όλοι δεν έφτιαχναν τα πέταλα μόνοι τους. Εγώ και στο Στρατό ακόμη πετάλωνα, είχα 120 μουλάρια. Από το 1946 έως το 1950 πετάλωνα.

Δύσκολες εποχές…

Δύσκολα χρόνια, αλλά τα γλεντούσα. Μπορεί να ήταν δύσκολα, αλλά τότε ξέραμε να χαιρόμαστε τις στιγμές.

Την τέχνη μετά από εσάς δεν την συνέχισε κανείς;

Δεν την συνέχισε κανείς, ο γιος μου δεν ενδιαφέρθηκε, άλλαξαν και οι εποχές βέβαια. Δύσκολη τέχνη, χρειάζονταν να έχεις μεγάλη αντίληψη, πού είναι το κρέας, πού είναι το νύχι, αυτά έπρεπε να τα καταλαβαίνεις με το πρώτο.

Τα αγαπούσατε τα ζώα;

Ήμουν και λίγο κτηνίατρος. Όσα αντιμετώπιζαν πρόβλημα τα φρόντιζα και γινόταν αμέσως καλά. Τα αγαπούσα, από αυτά έβγαζα το ψωμί που έτρωγα.

Μαρία Νικολάου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.