Η αλλη Αμερικη
«Η άλλη Αμερική» είναι η Αμερική των απλών ανθρώπων, η Αμερική της προσωπικής εμπειρίας και περιπέτειας. Αυτήν την Αμερική θέλησε να προσεγγίσει ο συγγραφέας μας στο χρονικό του. Μεταφερόμενος από γειτονιά σε γειτονιά, γνωρίζει τους Έλληνες που μοχθούν για το μεροκάματο αλλά κυρίως, γνωρίζει τις ζωές και τις συνήθειές τους στην «Χώρα της Ευκαιρίας». Ας γνωρίσουμε κι εμείς μια διαφορετική χώρα απ’ την Ελλάδα μέσα απ’ τις σελίδες-εμπειρίες του συγγραφέα…Καινοτομία του βιβλίου αποτελεί η παρουσίαση γραμμάτων-κριτικών από φίλους και μη, στο τελευταίο μέρος του βιβλίου…
Λίγα λόγια για το περιεχόμενο του βιβλίου
«μες στα μετάξια κρύβονταν της Ίντιας οι σκορπιοί…»
Νίκος Καββαδίας
Οταν ετούτο το χρονικό -χωρίς τη σημερινή απαραίτητη εισαγωγή του, κάποια σχόλιά του και επίσης κάποιες κριτικές και επιστολές υπέρ και κατά του βιβλίου- είδε το φως της δημοσιότητας επί Χούντας σε συνέχειες στην εφημερίδα «Τα Νέα» (1972) και απέσπασε το Α΄ Κρατικό Βραβείο (το 1974, με εισηγητές για τη βράβευσή του τον Νικηφόρο Βρεττάκο και τον Ευάγγελο Παπανούτσο), από την πρώτη στιγμή το υποδέχτηκαν διθυραμβικά πολλοί κριτικοί, εφημερίδες, περιοδικά, πνευματικοί άνθρωποι και πολλοί αναγνώστες. Αρνητικά, με ύβρεις, αναθεματισμούς και απειλές, το υποδέχτηκαν όλοι «της Ίντιας οι σκορπιοί»: τα ράσα της Αρχιεπισκοπής Αμερικής και όλοι οι συν αυτή παράγοντες της Ομογένειας. Οι πάντα φορούντες φαιά και πράττοντες πάντα φαιά για τα άθλια συμφέροντά τους. Όμως το βιβλίο, παρά τις καταγγελίες τους, τις διαστρεβλώσεις τους, τις μηνύσεις τους, δεν το νίκησαν. Άντεξε όλα αυτά τα χρόνια και αντέχει, και ως γραφή και ως περιεχόμενο. Και θεωρείται πια κλασικό βιβλίο στο είδος του: μαρτυρία μιας ολόκληρης εποχής, που τη βιώσαμε και τη βιώνουμε ακόμα…
Αμερική, στο άκουσμά της προκαλείται δέος… Μια τόσο μεγάλη χώρα με χιλιάδες πρόσφυγες απ’ όλες τις γωνιές του κόσμου, μια χώρα με πολλές ευκαιρίες και ταυτόχρονα πολλούς κινδύνους… Ο συγγραφέας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην καθημερινότητα της Αμερικής. Εκεί, όπου οι άνθρωποι αναγκαστικά κινούνται σε γρήγορους ρυθμούς, θυσιάζοντας κάθε ελπίδα για επικοινωνία με τους συμπολίτες τους. Ο τρόπος ζωής των μεταναστών είναι διαφορετικός από την πατρίδα τους…Όμως για την επιβίωσή τους καλούνται να συμβαδίσουν στους γρήγορους ρυθμούς που τους επιβάλλει η καθημερινότητα…
[
…]Στο μαγαζί είχε κίνηση.
«
Είμαστε busy σήμερα», λέει ο ξάδερφος ρίχνοντάς μας μια ματιά. «Καθίστε».
Ολόγυρα στον counter (τον πάγκο) και στα τραπέζια οι Αμερικανοί, λευκοί ή μαύροι, κι άλλοι που δεν ήταν ούτε μαύροι ούτε Αμερικανοί αλλά μετανάστες απ’ όλα τα μέρη του κόσμου, έτρωγαν τις κοινές σ’ όλη την Αμερική πρόχειρες τροφές, χοτ ντογκ, χάμπουργκερ, πίτσες, σάντουιτς, ρόστμπιφ, πίνοντας συνήθως κόκα κόλα ή καφέ. Μια σειρά από μικροσκοπικά τζουκ μποξ πάνω απ’ τα τραπέζια ήταν ανοιχτά και τα αμερικανόπουλα, τρώγοντας και πίνοντας, κουνούσαν τα κεφάλια τους στο ρυθμό της μουσικής. Πίσω απ’ τον πάγκο ο ξάδερφος, σαν αίλουρος, πηδούσε με σάλτα πότε δεξιά πότε αριστερά, πότε μπρος πότε πίσω. Σέρβιρε, εισέπραττε και πατούσε στα τυφλά τα κουμπιά της μηχανής σχεδόν σε χρόνο μηδέν. Κουδούνιζε κι άνοιγε το ταμείο, έπεφταν τα ρέστα, τα ‘δινε στους πελάτες με πολλά χαμόγελα, λέγοντάς τους συγχρόνως πολλά «thanks a lot, sir, τι κάνετε; πώς είστε, πώς πάνε οι μπίζνες; Καλός ο καιρός σήμερα, άσχημος ο καιρός σήμερα». Κι ο πελάτης, υποχρεωμένος να τον παρακολουθεί στα μάτια –γιατί στα μάτια τούς κοιτούσε όλους – , προσπαθούσε να προλάβει να πάρει την παραγγελία του, να πάρει τα ρέστα του, ν’ απαντήσει στις ερωτήσεις, μα σπάνια τα κατάφερνε όλα αυτά μαζί στον ίδιο χρόνο μ’ εκείνον, και σπανιότερα μπορούσε να ελέγξει τα ρέστα του…Κι ενώ έτσι ταχυδακτυλουργικά κινιόταν ο ξάδερφος πίσω απ’ τον πάγκο, προλάβαινε ωστόσο να φωνάζει και πίσω στην κουζίνα σε τρεις Ρωμιούς που του ετοίμαζαν τις παραγγελίες και παράλληλα τσακώνονταν για τα πολιτικά[…]
Μπορεί στην Αμερική όλοι οι πρόσφυγες να ονειρεύονται μια τελείως διαφορετική ζωή απ’ αυτή που είχαν, ωστόσο είναι ιδιαίτερα δύσκολο να απαρνηθούν τη χώρα που μεγάλωσαν. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα ο συγγραφέας μας δίνει το παράδειγμα ενός Έλληνα, ο οποίος αν και ξενιτεμένος δεν ξεχνά. Οι φωτογραφίες είναι ένα από τα κυριότερα μέσα για να θυμίζουν πρόσωπα και καταστάσεις στους μεγαλύτερους αλλά και ταυτόχρονα να λειτουργούν εποικοδομητικά στις νεότερες γενιές…
[…]Ένας φίλους μου, μετανάστης στη Γερμανία, μου ‘γραψε κάποτε: «Μερικοί Ρωμιοί, όταν φεύγουν και πάνε αλλού να ζήσουν, εκεί που πάνε προσπαθούν να φτιάξουν μια γωνιά που να τους θυμίζει Ελλάδα. Ενώ οι ξένοι, οι περισσότεροι ξένοι, όταν έρχονται στον τόπο μας θέλουν να ζήσουν ελληνικά». Το θυμήθηκα αυτό πατώντας το πόδι μας στο σπίτι του Χάρη. Φάτσα, μόλις μπήκαμε, η βιβλιοθήκη. Έκπληξη. Ζήτημα είναι αν στους εκατό Έλληνες της Αμερικής, ή τους Ελληνοαμερικανούς, οι πέντε έχουν βιβλιοθήκη. Πάνω στο τζάμι της βιβλιοθήκης, φωτογραφίες. Ο μικρός του γιος, τ’αδέρφια του, οι γέροι του, το χωριό του. Κι άλλες επίσης, κομμένες από εφημερίδες, ο Καραϊσκάκης, ο Μακρυγιάννης, ο Παπαδιαμάντης, ο Καζαντζάκης, ο Βάρναλης. Με είδε που χαμογέλασα κι είπε:
«Ήρθε μια μέρα η πεθερά μου εδώ. «Γιατί δεν έχετε εικόνες στο σπίτι να βλέπει το παιδί;» «Θα βάλουμε», της λέω. Κι έβαλα εγώ αυτές» δίπλα στη βιβλιοθήκη ένα τραπεζάκι με πικάπ και πληθώρα δίσκων. Δημοτικά, λαϊκά – οι παλιοί – κι οι νέοι, Θεοδωράκης, Μαρκόπουλος, Χατζιδάκις, Ξαρχάκος, Σαββόπουλος κι άλλοι. Όπως επίσης και ξένοι, των Μπητλς, του Μπομπ Ντύλαν, του Σίγκερ, διάφορων μαύρων και άλλων. Όσο το μάτι μου έμενε πάνω σ’ αυτά, ο Χάρης χαιρόταν[…]
Η επιστροφή, το ελληνικό τοπίο, μα πάνω απ’ όλα η μουσική της θάλασσας που γαληνεύει τις ψυχές των ταξιδιωτών, οι οποίοι απολαμβάνουν τα παιχνίδια των δελφινιών στην πρύμνη του πλοίου…Πόσο ειδυλλιακό και γαλήνιο το τοπίο…
[…]Οι βδέλλες ονειρεύονται αίμα. Οι λαβωμένοι ονειρεύονται νερά. Κι εγώ ονειρεύτηκα τη θάλασσα, τη θάλασσα και τα δελφίνια. Δεν πήγαινε άλλο η Αμερική και βγάλαμε τα εισιτήρια της επιστροφής. Οι τελευταίες μέρες του φυλακισμένου ασφαλώς θα κρατάνε πολύ, μα πρέπει να ‘ναι ίσως ωραίες μέρες, ερωτικές, όπως οι ώρες εκείνου που περιμένει την αγάπη του. Κάπως έτσι…
Σ’ ένα μήνα περίπου μετά την απόφασή μας, ένα καραβάκι έσχιζε το πέλαγος από Σαμοθράκη για Αλεξανδρούπολη. Μιας εβδομάδας διακοπές, θάλασσα και ήλιος σ’ εκείνο τον τόπο του βορινού Αιγαίου, τον μυρωμένο απ’ τ’αρμυρίκια, τη ρίγανη, τα μελισσόχορτα, τις μέντες και τα θυμάρια, είχαν τελειώσει. Στη μέση του πελάγου ήρθαν τα δελφίνια. Τα δελφίνια που ονειρεύτηκα χαράματα στο σπίτι του Χάρη. Εκείνο το ίδιο πρωινό η γυναίκα μου ονειρεύτηκε τη Σαμοθράκη. Έτσι ορίσαμε τη μέρα της φυγής. Μα για να ‘χει ο καρτερεμός αδημονία, μα και για να δούμε πιότερο τη χώρα που σε λίγο θ’ αφήναμε, ορίσαμε η επιστροφή να γίνει δεκαπέντε μέρες αργότερα. Σταματήσαμε να δουλεύουμε και τρέχαμε στα μουσεία.
Από την ώρα που κάποιος στο κατάστρωμα φώναξε χαρούμενα «Να, να, δελφίνια, εκεί πέρα», σε δευτερόλεπτα κατέφθασαν με μεγάλα πηδήματα κι έζωσαν το καράβι. Στα πλάγια δυο, κι ένα τρίτο μπροστά. Χαμηλά στην κόχη της πλώρης το τρίτο δελφίνι οδηγούσε το καράβι μια ώρα ακατάπαυτα. Αυτή η εξαίσια εικόνα, η κόψη να σχίζει τη θάλασσα, το δελφίνι να σχίζει τη θάλασσα σα να την ανοίγει για να γλιστράει μέσα απ’ τους αφρούς το καράβι, στάλαζε μέσα μου γλύκα, ομορφιά άχραντη, υπέρτατη ουσία ζωής.
Είναι καλά να ζεις.
Είναι καλά να περπατάς σ’ αυτό τον κόσμο.
Είναι καλά να μάχεσαι και να ελπίζεις…
Ψιθύρισα σκυμμένος απάνω απ’ το δελφίνι που έλαμπε κάτω απ’ τ’ αχόρταγα μάτια μου και μου κοινωνούσε εκείνη τη βαθιά, άπιαστη και τραγική ουσία της ζωής, που σαν διαισθανθείς κάποτε το μέγα ρίγος της και στοχαστείς το μυστήριο και το ανεπανάληπτο της, τολμάς να σκεφτείς πως ίσως οι φόνοι, τα εγκλήματα, τα μαχαίρια, όλα τα ανθρώπινα λάθη, κολασμένα ή μη, σκοπό ίσως να έχουν αυτή την ουσία να συλλάβουν, αυτή να ζήσουν. Και πάνω σ’ αυτή τη μανιακή αναζήτηση λαθεύουμε στους δρόμους μας ή στα μέσα, κι ορθώνουμε τα πελέκια, αφανίζοντας οι ένας τον άλλο.
Η ουρά του δελφινιού ελάχιστες μόνο γραμμές δεν άγγιζε τη κόψη. Γλιστρούσε με την ταχύτητα του καραβιού και κάθε τόσο εκτιναζόταν έξω απ’ τη θάλασσα, ξεφυσούσε νερά με δύναμη πίσω από μια τρύπα του κεφαλιού του και ξανάπεφτε μ’ ορμή μέσα, χαρούμενο κι όλο τσαλίμια, γιατί το ‘ξερε ότι ήμασταν σκυμμένοι από πάνω του και το θαυμάζαμε. Λίγο έξω απ’ το λιμάνι τα δελφίνια μας άφησαν και, πηδώντας και παίζοντας, τραβούσαν γρήγορα προς τ’ ανοιχτά, να οδηγήσουν τα’ άλλο καράβι που αχνοφάνηκε στον ορίζοντα πίσω από μια άσπρη θολούρα. Έχουν να λένε πως τα δελφίνια θέλουν να μιλήσουν με τους ανθρώπους και πως ίσως αύριο βρεθεί μια κοινή γλώσσα μαζί τους. Κι έχουν ακόμα να λένε πώς τα δελφίνια έχουν σώσει πνιγμένους. Το πιστεύω. Εμάς στην Αμερική την τελευταία στιγμή μας έσωσαν τρία άλλα δελφίνια, τρεις άγνωστοι Πορτορικανοί. Αν δεν ήταν αυτοί, το ταξίδι μας δε θα ‘χε επιστροφή…[…]
Ένα ξεχωριστό βιβλίο που κερδίζει αμέσως τις εντυπώσεις του αναγνώστη…Τα λόγια είναι περιττά, ενώ πολλές φορές ενδέχεται να βλάψουν το ίδιο το βιβλίο. Ο αναγνώστης ξέρει να ξεχωρίζει και να αναδεικνύει τα βιβλία που ψυχαγωγούν με έξυπνο και ευρηματικό τρόπο…Αφεθείτε λοιπόν στις σελίδες του χρονικού…
Μαρία Σαραντίτη
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
