«Οι χριστιανικες εορτες δεν ειναι φολκλορ δρωμενα»
Mε αφορμή την Κυριακή της Ορθοδοξίας ο ΠτΘ συνομιλεί σήμερα με τον θεολόγο, νομικό κι εκκλησιαστικό ιστορικό Ιωάννη Σιδηρά… Για τη συμβολική της ημέρας, για την ποιότητα του εορτασμού της από τους σύγχρονους πιστούς και για λεπτομέρειες του εορταστικού της ελληνορθόδοξης εκκλησίας. Η συζήτηση δεν θα μπορούσε ν΄ αφήσει απ΄ έξω την οικουμενική προσφορά και δράση του Πατριαρχείου καθώς και μια σύγκριση με τα της εν Ελλάδι εκκλησιαστικής προσφοράς της ορθοδοξίας και των λειτουργών της.
Ο λόγος στον κ. Σιδηρά…
ΠτΘ: Ξεκινώντας, κ. Σιδηρά, θα ήθελα να αναφερθούμε στο ιστορικό της ημέρας…
Ι.Σ.: Στα τέλη του 7ου αιώνα εμφανίσθηκε η αίρεση της εικονομαχίας ή της εικονοκλασίας. Εικονομάχοι ή εικονοκλάστες ονομάσθηκαν εκείνοι οι αυτοκράτορες και οι οπαδοί τους, ακόμη και οι κληρικοί, που ασπάσθηκαν την αιρετική άποψη, οι οποίοι πρέσβευαν ότι δεν θα πρέπει στις ορθόδοξες εκκλησίες να τιμώνται οι εικονιζόμενοι άγιοι και βέβαια τα εικονιζόμενα ιερά πρόσωπα, όπως ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστούς, η Παναγία μητέρα Του… Αυτή η αίρεση, που αφορούσε στην κατάλυση, κατάργηση και καταστροφή των ιερών εικόνων, είχε τις βάσεις της σε δύο θρησκείες, στον ιουδαϊσμό και στον ισλαμισμό, οι οποίες δεν χρησιμοποιούν εικόνες. Το γεγονός αυτό επηρέασε κάποιους αυτοκράτορες και κάποιους κληρικούς, οι οποίοι απομακρύνθηκαν από την ορθόδοξη δογματική εκκλησία, όπως και οι οπαδοί τους, σε σημείο που να θεωρούν αναγκαίο να αποβληθούν οι ιερές εικόνες. Επειδή ένιωθαν ότι η απεικόνιση των ιερών προσώπων τείνει να καταστεί ένα είδος ειδωλολατρικής προσκυνήσεως προσώπων και λατρείας του ιδίου του αντικειμένου, θεώρησαν ότι πρέπει να καταστραφούν. Όλη αυτή η αίρεση της εικονομαχίας δείχνει μία ορθολογική προσέγγιση κάποιων αυτοκρατόρων, κάποιων κληρικών και των οπαδών τους και όχι βιωματική προσέγγιση του μεγάλου αυτού συμβόλου που είναι η εικόνα.
Μετά από εκατό και πλέον έτη που διήρκησε η εικονομαχία, η Ορθόδοξη Εκκλησία με την 7η Οικουμενική Σύνοδο το 787 μ.Χ. στη Νίκαια της Βιθυνίας, με τη συμβολή της αυτοκράτειρας Ειρήνης, απεφάσισε ότι πρέπει να αναστηλωθούν οι ιερές εικόνες και έτσι θα έπρεπε να τοποθετηθούν και πάλι στους ιερούς ναούς. Μέσα σε αυτά όμως τα εκατό χρόνια καταστράφηκαν, είτε δια της πυράς είτε δια άλλου τρόπου, μοναδικής καλλιτεχνικής, πνευματικής και ιστορικής αξίας έργα, εικόνες – μοναδικά στολίδια πολιτισμού. Σώθηκαν όμως πολλά μνημεία και με θαυμαστό τρόπο, όπως αναφέρονται στα διάφορα χρονικά ιστορικά, κι εμφανίστηκαν εικόνες της Παναγίας και άλλων αγίων. Μάλιστα η Παναγία η Πορταϊτισσα στο Άγιον Όρος η οποία είχε ριφθεί στη θάλασσα αποβράσθηκε στο Άγιον Όρος, εμφανίστηκε κατά θαυμαστό τρόπο και σώζεται μέχρι σήμερα. Να σημειώσω δε, ότι η αναστύλωση των ιερών εικόνων κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας συμπαρασύρει και την αποκατάσταση και της τιμής των ιερών λειψάνων. Γιατί δεν καταστρέφονταν μόνο οι ιερές εικόνες, κατά την περίοδο της εικονομαχίας. Οι εικονομάχοι έφτασαν σε τέτοια βέβηλη στάση, ώστε να πετούν στους υπονόμους, στους δρόμους και στη θάλασσα ακόμη και τα λείψανα αγίων.
ΠτΘ: Ουσιαστικά, δηλαδή, οι εικόνες δεν είναι σημεία λατρείας, είναι σημεία τιμής προς το εικονιζόμενο πρόσωπο…
Ι.Σ.: Πρέπει να κάνουμε μία διάκριση και στο σημείο αυτό θα μιλήσω ως θεολόγος. Λέμε ότι λατρεύουμε μόνο τον τριαδικό θεό. Η λατρεία απευθύνεται από την πλευρά του απλού φθαρτού ανθρώπου στον άφθαρτο και αθάνατο τριαδικό θεό, δηλαδή στα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Από την άλλη λέμε ότι τιμούμε τα πρόσωπα των αγίων και της Παναγίας, σημειωτέον δε ότι η λατρεία δεν πηγαίνει στην Παναγία, γιατί είναι πρόσωπο όπως και εμείς, κτιστό, που έχει όμως μία ιδιαίτερη θέση στη βασιλεία του Θεού. Άρα η λατρεία απευθύνεται μόνο στον τριαδικό Θεό και η τιμή στα υπόλοιπα ιερά πρόσωπα. Επιπλέον, να πούμε ότι οι εικόνες προσκυνούνται, δεν λατρεύονται. Η δε προσκύνηση και η τιμή, όπως διατύπωσε σε ένα περίφημο δογματικό του σύγγραμμα ο Πατέρας της Ορθοδόξου δογματικής θεολογίας, Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «διαβαίνει επί το πρωτότυπον ουχί επί την ύλην». Η δογματική αυτή διατύπωση απετέλεσε τη βάση της 7ης Οικουμενικής Συνόδου, η οποία θεολόγησε, ανέλυσε αυτή την αρχή, και διατύπωσε την άποψη ότι οι ιερές εικόνες πρέπει να τιμώνται. Δεν πρέπει να τιμάται η ύλη, αλλά το εικονιζόμενο πρόσωπο. Σε αντίθετη περίπτωση πέφτουμε στο άτοπον, που είναι η ειδωλολατρία.
ΠτΘ: Συμπερασματικά, άλλο εικόνα, άλλο είδωλο…
Ι.Σ.: Σαφώς. Είδωλο είναι η ακριβής απεικόνιση ενός γήινου πράγματος. Εικόνα αγιογραφημένη είναι η απόδοση πάνω σε αυτή του προσώπου που είναι πλέον εξαγιασμένο σε μία άλλη διάσταση, αυτήν του Θεού. Το είδωλο απεικονίζει αυτό που είναι στην πραγματικότητα το αντικείμενο, με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της φθαρτότητάς του. Ενώ η εικόνα είναι η αποτύπωση μιας άλλης διάστασης του προσώπου που ξεπερνά τα κτιστά και γήινα όρια, η μεταμορφωτική διάσταση με την χάρη του θεού. Το είδωλο είναι η απεικόνιση της φθαρτής μας φύσης, εικόνα είναι η απεικόνιση αυτού που θα είμαστε στη βασιλεία του Θεού, πρόσωπα εξαγιασμένα και μεταμορφωμένα.
ΠτΘ: κ. Σιδηρά, πολλές φορές γινόμαστε μάρτυρες, μέσα κυρίως από τα τηλεοπτικά κανάλια, κάποιων περιστατικών που μιλούν για εικόνες θαυματουργές. Πώς εξηγείται αυτό;
Ι.Σ.: Πριν σας απαντήσω θα πρέπει να κάνω μία διευκρίνιση. Δεν πρέπει οι Ορθόδοξοι χριστιανοί να πέφτουν θύματα διαφόρων μικροαπατεώνων που βαφτίζουν θαυματουργές κάποιες εικόνες για να προσελκύουν τον απλό λαό, για να τον εκμεταλλεύονται. Υπάρχει κατ’ ευδοκία Θεού, κατά θέληση Θεού, η δυνατότητα κάποια εικόνα να θαυματουργήσει. Η επίσημη θεολογική θέση της θρησκείας μας είναι ότι επιτρέπει ο Θεός σε κάποιες περιπτώσεις να επιτελούνται θαύματα από κάποιες εικόνες οποιουδήποτε αγίου, και όχι μόνο από τις εικόνες αλλά και από τα ιερά λείψανα, μόνο και μόνο για να ενισχυθεί η πίστη των απλών ανθρώπων. Αυτό όμως δεν πρέπει να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης.
ΠτΘ: Αλήθεια, μπορεί ο καθένας να γίνει αγιογράφος;
Ι.Σ.: Είναι λεπτό και εύστοχο ερώτημα για το οποίο υπάρχουν διιστάμενες απόψεις. Κατά την ταπεινή μου άποψη ο καθένας δεν μπορεί να γίνει αγιογράφος. Κάποτε, συνομιλώντας με μοναχό αγιορίτη, μου είπε ότι η αγιογραφία είναι ιερό διακόνημα, είναι λειτούργημα μέσα στην Ορθόδοξη εκκλησία. Ο αγιογράφος πρέπει να είναι ο πνευματικός άνθρωπος, που τηρεί τα της εκκλησίας, που έχει φόβο Θεού, δηλαδή σεβασμό, που πάντοτε εκλαμβάνει και θεωρεί αυτό το διακόνημα της αγιογραφίας ως ιερή άσκηση. Ο αγιογράφος πρέπει να θυσιάζεται μέσα απ’ αυτό το διακόνημα, να ασκείται πνευματικά και να οδηγείται στην κατά Θεόν πνευματική τελείωση. Βέβαια, στο εμπόριο κυκλοφορούν αγιογραφίες από κατ’ επάγγελμα αγιογράφους, οι οποίοι το θεωρούν βιοποριστικό. Δεν το κατακρίνουμε, αλλά στη βαθύτερη διάστασή του το διακόνημα της αγιογραφίας είναι διακόνημα πνευματικής ασκήσεως και πρέπει να γίνεται από ανθρώπους με καθαρό βίο, που αντιλαμβάνονται εκείνη τη στιγμή ότι απεικονίζουν ιερά πρόσωπα και πρέπει να έχουν την αντίστοιχη στάση ζωής έργων, πράξεων και λόγων καθημερινά, για να είναι όντως πνευματικό διακόνημα και όχι ένα συνηθισμένο καθημερινό βιοποριστικό επάγγελμα.
ΠτΘ: Ως μέλη της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας δίνουμε ιδιαίτερη βάση στη βυζαντινή αγιογραφία. Γιατί γίνεται αυτό; Ποια η διαφορά βυζαντινής αγιογραφίας με αυτή που επικρατεί στη δυτική Εκκλησία;
Ι.Σ.: Η βυζαντινή αγιογραφία, σε σχέση με το ουμανιστικό στυλ των δυτικών, απεικονίζει τα πρόσωπα εξαγιασμένα και μεταμορφωμένα σε μια άλλη διάσταση. Θα σας αναφέρω ένα παράδειγμα. Ό Άγιος Χριστοφόρος, και όχι Χριστόφορος όπως τον λένε, ήταν δύσμορφος ως φυσικό πρόσωπο. Στην αγιογραφία, ως πνευματική άσκηση, φαίνεται η εξαγιασμένη και μεταμορφωμένη μορφή του. Και το ίδιο συμβαίνει και με άλλους αγίους. Στη βυζαντινή αγιογραφία δεν απεικονίζουμε ως καρμπόν την καθημερινή πραγματικότητα, τη γήινη και φθαρτή, που είναι αγκιστρωμένη στα κοσμικά φθαρτά όρια και δεσμά, αλλά δίνουμε αυτό που θα γίνουμε στη βασιλεία του Θεού. Αντιθέτως, αν κάνουμε τη σύγκριση, η ουμανιστικής αντίληψης αγιογραφία των δυτικών, επηρεασμένη από την Αναγέννηση, είναι φωτογραφία, γιατί απεικονίζει έντονα τα ανθρώπινα γνωρίσματα της στιγμής που ζει το πρόσωπο και όχι τη μεταμορφωτική δύναμη του Αγίου Πνεύματος που ενεργεί στον άνθρωπο στη μετά θάνατο ζωή του. Γι’ αυτό λέμε ότι οι Ορθόδοξοι δείχνουν το πρωτότυπο – στο οποίο εμείς πρέπει να κατατείνουμε για να το ομοιάσουμε – και όχι το τώρα. Εμείς θέλουμε να ομοιάσουμε στο πρωτότυπο. Εκεί είναι το πρότυπο και το υπόδειγμα και εκεί πρέπει να κατατείνουν οι ενέργειές μας και όχι σε αυτό που είμαστε καθημερινά. Θέλουμε λοιπόν το πέρα των κτιστών ορίων, το πέρα των φθαρτών ορίων, θέλουμε αυτό που είναι η εικόνα της ανθρώπινης υπόστασης και ύπαρξης πέρα από το χώρο και το χρόνο στη διάσταση της βασιλείας του Θεού.
ΠτΘ: Τελικά, ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της Κυριακής της Ορθοδοξίας η οποία θεωρείται μία από τις σημαντικότερες εορτές της Χριστιανοσύνης;
Ι.Σ.: Δε γιορτάζουμε την Κυριακή της Ορθοδοξίας, μόνο την αναστύλωση των εικόνων. Η Κυριακή της Ορθοδοξίας υπομνηματίζει γενικά στον πιστό τη νίκη, το θρίαμβο, τη δόξα και την επικράτηση της Ορθοδόξου εκκλησίας διαχρονικά μέσα στο διάβα των αιώνων απέναντι στις ποικιλώνυμες και ποικιλόμορφες αιρέσεις τις οποίες αντιμετώπισε και συνεχίζει ακόμη και σήμερα να αντιμετωπίζει. Επιπλέον, γιορτάζουμε τη νίκη της Εκκλησίας απέναντι σε πρόσωπα και απέναντι και στην κοσμική εξουσία, η οποία πολλές φορές προσπάθησε να αφανίσει την εκκλησία του Χριστού, όπως τους τρεις πρώτους αιώνες οι ειδωλολάτρες Ρωμαίοι αυτοκράτορες οι οποίοι είχαν εξαπολύσει απηνείς και σκληρότατους διωγμούς εναντίον των χριστιανών. Επίσημα ιστορικά στοιχεία αναφέρουν ότι κατά την περίοδο αυτή είχαμε 11 εκατομμύρια μάρτυρες. Αλλά και βυζαντινοί αυτοκράτορες ήταν αντίθετοι στη χριστιανική θρησκεία. Θριαμβεύει η εκκλησία, γιατί επαληθεύεται αυτό που είπε ο Χριστός «και πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» – οι πύλες του σκότους ποτέ δεν θα επικρατήσουν επί της εκκλησίας – γιατί δεν είναι κατασκεύασμα ανθρώπινο, είναι θεοϊδρυτο ίδρυμα, είναι θεανθρώπινος οργανισμός και έχει θεμέλιο και κεφαλή και αρχηγό της πίστεως τον ίδιο τον Ιησού Χριστού.
ΠτΘ: Αυτό το βαθύτερο νόημα της ημέρας έχει περάσει στον κόσμο ή αντιμετωπίζεται πλέον ως μία γιορτή;
Γ.Σ.: Το νόημα της ημέρας δεν έχει περάσει στον κόσμο ιδιαίτερα και γι΄ αυτό ευθύνεται και η ποιμένουσα εκκλησία αλλά κι εμείς οι θεολόγοι. Ως ιεροκήρυξ της Ιεράς Μητροπόλεως πάντοτε προσπαθώ να ξεφεύγω από τα φολκλόρ. Κάποιες χριστιανικές εορτές, όπως το Πάσχα ή και η ρίψη του Τιμίου Σταυρού, έχουν καταντήσει φολκλόρ. Είμαι αντίθετος με αυτά. Πάντοτε προσπαθώ να θεολογώ αυτές τις γιορτές, να περνώ το βαθύτερο νόημά τους, που έχει πνευματική και σωτηριολογική σημασία για το κάθε πρόσωπο ξεχωριστά και ιδιαίτερα. Η αντιμετώπιση εορτών ως φολκλόρ, ως δρώμενα λαϊκά μιας παραδόσεως θρησκευτικής, είναι άστοχη. Χρειάζεται το βαθύτερο νόημα, το στίγμα το θεολογικό της ημέρας που έχει αντίκτυπο στην ίδια την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου. Δεν μπορούμε να μιλάμε με κοσμικούς και καθημερινούς όρους, αλλά με θεολογικούς, για να κατανοούν και οι πιστοί τη χρησιμότητα αυτών των εορτών.
: Πώς διαρθρώνονται οι πέντε Κυριακές κ. Σιδηρά στη Μεγάλη Σαρακοστή;
Ι.Σ.:Υπάρχει μία λογική διάρθρωση στην Αγία Τεσσαροκοστή. Στις δύο πρώτες Κυριακές, μία της Ορθοδοξίας και η άλλη του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, η εκκλησία τις αφιερώνει σε γεγονότα τα οποία αποδεικνύουν και καταδεικνύουν την ακραιφνή, καθαρή, γνήσια και ανόθευτη διδασκαλία. Σε αυτές τις δύο Κυριακές τονίζεται ο θρίαμβος της εκκλησίας κατά των αιρετικών και απέναντι όλων εκείνων των ποικιλώνυμων εχθρών της εκκλησίας η επικράτησή της και η νίκη της. Για το νόημα της Κυριακής της Ορθοδοξίας μιλήσαμε προηγουμένως. Η δεύτερη Κυριακή ονομάζεται του Γρηγορίου του Παλαμά, ο οποίος αντιμετώπισε κατά την περίοδο που ήταν αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης την ησυχαστική έριδα και ήταν αυτός που απέκρουσε τον ορθολογισμό που ήθελαν κάποιοι παπικοί να εισαγάγουν μέσα στη βιωματική εμπειρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Τις δύο πρώτες λοιπόν Κυριακές έχουμε την ανάδειξη προσωπικοτήτων και θεολογικών, δογματικών θεμάτων που άπτοντα του πυρήνα της εκκλησίας για να τονισθεί το θρησκευτικό αίσθημα των πιστών. Για να ενισχυθεί ο πιστός σε αυτή την περίοδο της πνευματικής και σωματικής κόπωσης η εκκλησία θέτει την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, θέτοντας το σύμβολο του Σταυρού στο μέσο των πέντε Κυριακών της Μεγάλης Σαρακοστής. Οι δύο τελευταίες Κυριακές είναι οι Κυριακές της Ορθοπραξίας, ενώ οι δύο πρώτες της Ορθοδοξίας, είναι αφιερωμένες σε δύο προσωπικότητες που ασκήτευσαν σκληρά σε όλη τους ζωή. Η τέταρτη στον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος και η Πέμπτη στην Οσία Μαρία την Αιγυπτία, των οποίων το σώμα έλιωσε από την πνευματική και σωματική άσκηση και οι οποίοι έκαναν πράξη τη θεωρία. Γι΄ αυτό λέμε ότι από την Ορθοδοξία περνάμε στην Ορθοπραξία. Άρα η Εκκλησία μέσα σε πέντε Κυριακές μάς δίνει όλη τη διδασκαλία και όλο το βίωμά της. Μετά μπαίνουμε στην Αγία Εβδομάδα των Παθών του Κυρίου μας με αποκορύφωμα την Πανήγυρι των Πανηγύρεων και την Εορτή των Εορτών, όπως ψάλλει ο υμνογράφος την Κυριακή του Πάσχα.
ΠτΘ: κ. Σιδηρά, η ημέρα της Ορθοδοξίας γίνεται με έναν τρόπο ιδιαίτερο στο Πατριαρχείο. Εσείς είχατε την τύχη να παρακολουθήσετε αυτό που γίνεται. Θα ήθελα να μας το μεταφέρετε…
Ι.Σ.: Είναι παράδοση αιώνων να εορτάζεται μεγαλοπρεπώς στη Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως η αναστήλωση των ιερών εικόνων. Προσκαλούνται όλοι οι πρόξενοι και οι πρεσβευτές όλων των κρατών που έχουν έδρα την Κωνσταντινούπολη ή την Άγκυρα και παραβρίσκονται στην τελετή της λιτανεύσεως των ιερών εικόνων που γίνεται από τον Οικουμενικό Πατριάρχη και όλους τους συνοδικούς αρχιερείς, οι οποίοι εν πομπή επίσημη, κρατώντας από μία εικόνα – ο Πατριάρχης κρατά την εικόνα που απεικονίζει τους πατέρες της 7ης Οικουμενικής Συνόδου που αποφάσισαν την αναστύλωση – βγαίνουν από τον Πατριαρχικό Ναό και ανεβαίνουν την επίσημη κλίμακα που οδηγεί στην Πρωτοσυγκελία και από εκεί οδηγούνται στον εξώστη του Πατριαρχείου. Σταυροειδώς ο Πατριάρχης ευλογεί με την εικόνα το πλήθος που είναι στον προαύλιο χώρο και μετά οδηγούνται στον Πατριαρχικό Οίκο. Αυτή η παράδοση της λιτανεύσεως των πατριαρχικών εικόνων γίνεται και στο Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων, όπως και σε όλες τις ενορίες τις Ορθόδοξες σε όλο τον κόσμο κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας προς το τέλος της Θείας Λειτουργίας οι ιερείς με τους ψάλτες και κάποιους λαϊκούς κρατούν τις εικόνες στα χέρια και κάνουν τη λιτάνευση εντός του ιερού ναού. Και σε τέσσερις στάσεις εντός του ιερού ναού οι ιερείς μας διαβάζουν αποσπάσματα από το επίσημο συνοδικό έγγραφο της 7ης Οικουμενικής Συνόδου. Στην τέταρτη στάση στο κέντρο του ναού οι ιερείς αναβοούν τη φράση, «αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η πίστις των Πατέρων, αύτη η πίστις των Διδασκάλων, αύτη η πίστις την Οικουμένην εστήριξεν». Αυτή η λιτάνευση συμβολίζει εκείνο το ιστορικό γεγονός κατά το οποίο μετά την απόφαση της 7ης Οικουμενικής Συνόδου οι πιστοί πήραν στα χέρια τους τις εικόνες και τις λιτάνευαν στους δρόμους και στα σοκάκια της Κωνσταντινούπολης. Το Πατριαρχείο είναι συνεχιστής και γνήσιος εκφραστής αυτής της παραδόσεως τηρώντας την με ευλάβεια και απαρέγκλιτα επί δεκατρείς αιώνες μέχρι σήμερα. Και αυτή η παράδοση δεν είναι νεκρή, δεν είναι μουσειακό είδος, αλλά βιωματική εμπειρία που επαναλαμβάνεται και βιώνεται από τον πιστό. Άλλο παρακολουθώ κάτι και άλλο μετέχω. Είναι μέτοχος και κοινωνός ο κάθε πιστός αυτής της τελετής, προσωπικά, βιωματικά, όχι ορθολογιστικά, αλλά μέσα από την πνευματική του σχέση με τα τελούμενα, μέσα από την πνευματική του εμπειρία την οποία ζει.
ΠτΘ: κ. Σιδηρά, σήμερα το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει αναλάβει κάποιες πρωτοβουλίες που αναδεικνύουν την οικουμενικότητά του. Ποιες είναι αυτές;
Ι.Σ.: Ο Οικουμενικός Πατριάρχης, και βέβαια και οι προκάτοχοί του Αθηναγόρας και Δημήτριος, έχουν αναλάβει πολλές πρωτοβουλίες. Χάρη στον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο έχουμε τη σύσφιξη των διορθόδοξων σχέσεων. Κατά την περίοδο του ψυχρού πολέμου οι ορθόδοξες εκκλησίες που βρίσκονταν στο ανατολικό μπλοκ δεν είχαν καμία επαφή με τις άλλες ορθόδοξες. Από τη στιγμή που ανέλαβε ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος έχουμε σύσφιξη αυτών την διορθόδοξων σχέσεων. Επίσης, έχουμε σε δεύτερο επίπεδο την εμβάθυνση του διαχριστιανικού διαλόγου, δηλαδή του διαλόγου της Ορθοδόξου Εκκλησίας – με επικεφαλής το Οικουμενικό Πατριαρχείο που είναι ο συντονιστής των ορθοδόξων θεμάτων και ο εκφραστής της επισήμου θέσεως της Ορθοδόξου εκκλησίας – με τις εκκλησίες ή τις άλλες χριστιανικές ομολογίες. Ένα τρίτο επίπεδο είναι ο διαθρησκειακός διάλογος με το Ισλάμ και τον Ιουδαϊσμό. Σε αυτόν τον διάλογο ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος δίνει ιδιαίτερη βάση, διότι θεωρεί ότι μέσα από το διάλογο και τη συνάντηση των θρησκειών μπορεί να αντιμετωπισθούν πολλά προβλήματα για την αντιμετώπιση της φτώχειας, των ασθενειών, της ενίσχυση των ανθρώπων του Τρίτου Κόσμου, της αντιμετώπισης της ασθένειας του AIDS. Μετά την 11η Σεπτεμβρίου το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανέλαβε πρωτοβουλία και έγινε η συνάντηση των διαφόρων αρχηγών των επιμέρους θρησκειών και κατέληξαν σε βασικές αρχές: πρώτον ότι στο όνομα της θρησκείας δεν πρέπει να γίνεται κανένα έγκλημα και δεν πρέπει να ασκείται βία, δεύτερον ότι κανένα έγκλημα στο όνομα της θρησκείας δεν είναι αποδεκτό, αλλά είναι καταδικαστέο και απορριπτέο, και τρίτον ότι ο κάθε άνθρωπος ελεύθερα μπορεί να επιλέγει τη θρησκεία του. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να καταπιέζεται ούτε να προσηλυτίζεται με τη βία.
Και, βεβαίως, στην αντιμετώπιση των τρομοκρατικών χτυπημάτων και τη χρησιμοποίηση της θρησκείας για την επίτευξη τέτοιων τρομοκρατικών χτυπημάτων, πρωτοστάτησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο και διεθνώς έλαβε τα συγχαρητήρια γι’ αυτές τις πρωτοβουλίες του, που πραγματικά δείχνουν ότι ο Οικουμενικός μας Πατριάρχης και το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο αντιλαμβάνεται τα σημεία των καιρών, αφουγκράζεται τις σύγχρονες ανάγκες και προσπαθεί πάντοτε τη θρησκεία να τη θέσει στην υπηρεσία του απλού ανθρώπου, στην υπηρεσία του μαχόμενου, του πενόμενου, του ασθενή, του κατατρεγμένου, του περιθωριοποιημένου. Γι’ αυτό βλέπετε τη μεγάλη αποδοχή που έχει ο Οικουμενικός Πατριάρχης όχι μόνο στον ορθόδοξο, όχι μόνο στο χριστιανικό, αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο, ο οποίος θρησκεύει σε διαφορετική θρησκεία. Είναι διεθνής η αναγνώριση της προσωπικότητάς του. Μια άλλη πολύ σημαντική πρωτοβουλία είναι οι οικολογικές ανησυχίες του Πατριάρχου. Το 1989 για πρώτη φορά ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Δημήτριος απεφάσισε και με συνολική απόφαση, ορίστηκε η 1η Σεπτεμβρίου – που είναι η πρώτη του εκκλησιαστικού έτους για την Εκκλησία, η Πρωτοχρονιά κατά την εορτή της Συνδίκτου όπως ονομάζεται και εορτάζεται μεγαλοπρεπώς στο Οικουμενικό Πατριαρχείο – ορίστηκε από τη Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως ως ημέρα προσευχής και δεήσεων για τη προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Συνέχισε ο Οικουμενικός Πατριάρχης αυτή την πρωτοβουλία, την εμβάθυνε με τα ετήσια συνέδρια, σεμινάρια που γίνονται στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπου συζητούνται διάφορα ζητήματα οικολογικά, πώς βλέπει η εκκλησία την οικολογία και καταλήξαμε να μιλάμε για Θεολογική Οικολογία ή Οικολογική Θεολογία. Εμπνευστής αυτής ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Και βέβαια τα περίφημα διεθνή εν πλω συνέδρια όπου φιλοξενεί διεθνείς προσωπικότητες όλων των ειδικοτήτων, ωκεανολόγους, βιολόγους, βοτανολόγους, θεολόγους, για κάποια θάλασσα που έχει αντιμετωπίσει ή αντιμετωπίζει ακόμη προβλήματα μόλυνσης… Αυτά τα διεθνή εν πλω συνέδρια έχουν καταξιώσει τον Πατριάρχη και έχουν ανεβάσει το προφίλ του ιδίου, αλλά και έχουν αναδείξει το θεσμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πατριάρχης ονομάζεται «πράσινος Πατριάρχης». Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι τουλάχιστον το Οικουμενικό Πατριαρχείο, σε αντίθεση με την Ελλαδική Εκκλησία, αναλαμβάνει πρωτοβουλίες σε διεθνές επίπεδο. Βλέπουμε τη διαφορά με την ελλαδική εκκλησία, η οποία έχει περιχαρακωθεί στα εθνικά γεωγραφικά όρια της Ελλάδος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που είναι όντως οικουμενικό υπερεθνικό και αγκαλιάζει όλους τους λαούς του κόσμου.
ΠτΘ: κ. Σιδηρά σας ευχαριστούμε πολύ.
Ι.Σ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.
Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
