«Δεν μπορουμε να περιχαρακωνομαστε και να σηκωνουμε τειχη στο ονομα της θρησκειας»
Τον τελευταίο χρόνο η εκκλησία απασχόλησε έντονα τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Άκρως ενδιαφέρουσα λοιπόν μία συζήτηση για θέματα που αφορούν στην εκκλησία έτσι όπως τα αντιλαμβάνεται ο απλός πολίτης. Μία συζήτηση που αναπτύσσεται μέσα από την εκκλησιαστική προοπτική με το λόγο του Ιωάννη Σιδηρά, Θεολόγου- Εκκλησιαστικού Ιστορικού- Νομικού.
Μία προσπάθεια να προσεγγίσουμε θέματα, όπως αυτό του χωρισμού Εκκλησίας-Κράτους, της εκκλησιαστικής περιουσίας, αλλά και του διαθρησκειακού διαλόγου με προσοχή και θεολογική γνώση. Έτσι όπως πρέπει να γίνεται η προσέγγιση και όχι όπως μας βομβαρδίζουν καθημερινώς τα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα…
ΠτΘ:κ. Σιδηρά ένα από τα μεγάλα ζητήματα των ημερών είναι το θέμα του διαχωρισμού εκκλησίας-κράτους. Ως θεολόγος και ως εκκλησιαστικός ιστορικός ποια είναι η άποψή σας και σε ποια επιχειρήματα τη θεμελιώνετε;
Γ.Σ.: Το ζήτημα των σχέσεων εκκλησίας- κράτους, υπό την ευρεία έννοια, ετέθη αμέσως μετά την απελευθέρωση του ελληνικού κράτους. Από την εποχή της Βαυαρικής αντιβασιλείας ετέθη το θέμα αυτών των σχέσεων και συγκεκριμένα ο τρόπος του καθορισμού τους και της συνεργασίας μεταξύ πολιτείας και εκκλησίας. Το ζήτημα αυτό με την πάροδο του χρόνου και με την επικράτηση περισσότερο φιλελευθέρων απόψεων και αντιλήψεων έχει εδραιωθεί σήμερα στη συνείδηση κάποιων ανθρώπων, παρά τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού και της επίσημης διοικούσης εκκλησίας. Προσωπικά πιστεύω ότι είναι περισσότερο ανεκτό να κάνουμε λόγο για τον λεγόμενο επαναπροσδιορισμό των σχέσεων εκκλησίας- πολιτείας και να μη χρησιμοποιούμε αυτό το βάρβαρο, κατά την άποψή μου, όρο, «χωρισμός» εκκλησίας –πολιτείας, γιατί, αυτή η έννοια και ιστορικά, για παράδειγμα στη Γαλλία, έχει συνδεθεί με την πλήρη αποχριστιανοποίηση κάποιων εκφάνσεων και εκδηλώσεων του δημοσίου βίου από θρησκευτικά γεγονότα και τελετές. Εάν η ελληνική πολιτεία κρίνει ότι πρέπει να ρυθμιστούν κάποια ζητήματα που προκαλούν αντιδράσεις, αντιρρήσεις, συγκρούσεις και έντονες διαμαρτυρίες από κάποιους μη κυβερνητικούς φορείς μπορεί να το κάνει, σε συνεργασία όμως με την εκκλησία. Η εκκλησία αυτή τη στιγμή δεν αισθάνεται την ανάγκη, διότι δεν υπάρχει αντικειμενικός λόγος να προβεί σε αυτή τη βίαιη, όπως θα λέγαμε, απομάκρυνσή της από το χώρο του δημοσίου βίου, όχι υπό την έννοια της παρουσίας της σε ζητήματα πολιτικής ή κομματικής δράσης. Η εκκλησία επιζητεί καλύτερη διαρρύθμιση των σχέσεων. Η έννοια του χωρισμού υποκρύπτει μία κίνηση αποχριστιανοποίησης ή αλλιώς περιθωριοποίησης του ρόλου της εκκλησίας μέσα στο κοινωνικό σύνολο, στην ελληνική κοινωνία. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι η εκκλησία μπορεί να είναι κατά κάποιο τρόπο κρατικό ίδρυμα, να έχει για παράδειγμα ανάμειξη στην πολιτική ή στα κόμματα. Αλλά σε πολλές περιπτώσεις το αλάτι και το πιπέρι της ελληνικής κοινωνίας είναι η εκκλησία. Δίνει ένα χρώμα, ένα τόνο μέσα σε μία εποχή καταναλωτική και ατομικιστική. Νομίζω λοιπόν ότι καλύτερη συνεργασία, διαρρύθμιση με σεβασμό στους ρόλους του κάθε φορέα, από τη μια της ελληνικής πολιτείας και από την άλλη της ορθόδοξης ελληνικής εκκλησίας, μπορεί να υπάρξει, αλλά ο διαχωρισμός με τον τρόπο που προβάλλεται από κάποιους μη κυβερνητικούς φορείς ή μεμονωμένα πρόσωπα δημιουργεί τη φοβία στον ελληνικό λαό, και όχι τόσο στην ιεραρχία, μήπως αυτό είναι ένα προάγγελμα, μία προανάκρουση πλήρους απομάκρυνσης και περιθωριοποίησης της εκκλησίας.
ΠτΘ:. Πιστεύετε ότι είναι αρνητικό για την ορθοδοξία και ότι κινδυνεύει να χάσει την υπόστασή της αν απουσιάζει από τη δημόσια ζωή, έστω και σε επίπεδο τελετών;
Μη ξεχνάμε ότι πολλές φορές μας αποδίδεται και ο χαρακτηρισμός του φονταμενταλιστικού κράτους…
Γ.Σ.: Η ορθόδοξη εκκλησία δεν κινδυνεύει, δεν φοβάται ότι θα χαθεί η υπόστασή της, η φύση της, το ιδιαίτερο εσωτερικό βιωματικό της περιεχόμενο. Δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει ότι η εκκλησία έζησε σε δυσχείμερους καιρούς κατά την περίοδο της οθωμανικής τυραννίας. Η εκκλησία θα λέγαμε ότι είναι περισσότερο βιωματική, εμπειρική, εσώτατη κατάσταση ψυχής. Δεν έχει ανάγκη των νόμων της πολιτείας και δεν έχει ανάγκη την κρατική υποστήριξη, υπό την έννοια ενός καισαροπαπικού συστήματος διοικήσεως και πατροναρισμού της από την πολιτεία. Από την άλλη χρησιμοποιήσατε τον όρο φονταμενταλισμός τον οποίο πιστεύω ότι προσδίδουν τις περισσότερες φορές αδίκως στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος ή ακόμη και στο ελληνικό κράτος. Η εκκλησία μας δεν έχει ακραίες εκδηλώσεις φανατισμού απέναντι σε άλλες ομολογίες και θρησκείες. Η δε κάλυψη της ορθοδόξου εκκλησίας με συνταγματική ισχύ και κύρος, με βάση το Σύνταγμά μας, ήταν και είναι η έκφραση της αγάπης και του σεβασμού της ελληνικής πολιτείας, η οποία αναγνώρισε,- και αυτό είναι δεδομένο και κάθε ιστορικός που σέβεται τον εαυτό του πρέπει να το παραδεχθεί-, την προσφορά της εκκλησίας και σε εθνικοαπελευθερωτικούς και σε κοινωνικούς αγώνες αλλά και σε φιλανθρωπικό έργο. Δεν πιστεύω ότι πήρε συνταγματική ισχύ η ορθόδοξη εκκλησία μόνο και μόνο επειδή φοβάται μήπως κάτι υποστεί. Έζησε κάτω από απηνείς διωγμούς και παρόλα αυτά επιβίωσε και ανθοφόρησε και στα γράμματα και στην παιδεία και στην τέχνη. Βέβαια, είναι ζήτημα κατά πόσο μπορούμε σε μία σύγχρονη εποχή να θέλουμε μία εκκλησία που να στηρίζει το είναι της και το ρόλο της στο Σύνταγμα ή τους νόμους του κράτους. Από την άλλη πλευρά όμως θα επαναλάβω ότι η εκκλησία δεν επιθυμεί να έχει κρατική δύναμη και ισχύ, ούτε καλύπτεται από τη συνταγματική κατοχύρωση του ρόλου της. Φοβάται όμως πολλές φορές ότι κάποιοι προσπαθούν με νομοθετικές ρυθμίσεις να τη θέσουν στο περιθώριο και κυρίως να θεσμοθετήσουν νόμους οι οποίοι έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τη διδασκαλία της και έχουν άμεση πνευματική επίπτωση στον ελληνοορθόδοξο τρόπο ζωής των Ελλήνων. Η εκκλησία είναι της άποψης ότι πρέπει όλες οι χριστιανικές ομολογίες και άλλες θρησκείες, -ζούμε σε μία πολυπολιτισμική κοινωνία είτε αρέσει σε κάποιους είτε όχι-, να έχουν ίσα δικαιώματα και ίσες υποχρεώσεις. Αρκεί να μην υπάρχουν κινήσεις προσηλυτισμού, γιατί υπάρχουν επικίνδυνες θρησκευτικές ομάδες που προσηλυτίζουν, αποπροσανατολίζουν και οδηγούν σε ψευδείς και ουτοπικούς παραδείσους τη νεολαία μας. Εκεί έχει ρόλο η εκκλησία να διαδραματίσει και εκεί πραγματικά θα δείξει ποιος είναι ο σύγχρονος ρόλος και λόγος της. Τελειώνοντας πρέπει να πω ότι σε κάποιες εκδηλώσεις της πολιτείας καλείται η εκκλησία, όπως λέμε στην γλώσσα μας, κατ’ έθος και κατά παράδοση. Η παρουσία της σε κάποιο αγιασμό ή στην ορκωμοσία είναι άραγε το πρόβλημα; Μάλλον άλλες σκοπιμότητες υποκρύπτονται στην προσπάθεια ορισμένων να θέσουν εκποδών την εκκλησία για να διαμορφώσουν ένα λαϊκό, άθρησκο κράτος, όπως είναι το λαϊκό κεμαλικό κράτος της Τουρκίας, όπου η θρησκεία είναι ιδιωτική υπόθεση. Εκεί θα καταντήσουμε;
ΠτΘ: Γιατί η εκκλησία από μόνη της δεν θέτει αυτά τα ζητήματα; Γιατί τελικά η εκκλησία φαίνεται να έχει αυτή την άσχημη συνδιαλλαγή και συνδιατριβή με την πολιτεία και με τα κόμματα; Γιατί να υπάρχει φόβος από τους πολιτικούς και κανακεύσουν την εκκλησία; Τι κερδίζει η εκκλησία από αυτό το θέμα;
Γ.Σ.: Συμφωνώ απόλυτα μαζί σας και σ’ αυτό το ζήτημα βέβαια πρέπει να είμαστε απολύτως ξεκάθαροι και σαφείς. Η εκκλησία δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να κομματικοποιείται και να πολιτικοποιείται, να παρεμβαίνει στις σχέσεις ανάμεσα στα κόμματα, δεν πρέπει να έχει κομματικό λόγο, ούτε διχαστικό, ούτε διαιρετικό. Σε καμία περίπτωση η εκκλησία δεν πρέπει να έχει πολιτικό χρώμα. Πρέπει να έχει όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Πρέπει δηλαδή να εγκολπώνει μέσα της το σύνολο του ελληνικού λαού, χωρίς να κρίνει το κάθε πρόσωπο με βάση τις πολιτικές και κομματικές του απόψεις. Προσωπικά είμαι της άποψης, ότι καλό θα ήταν κάποιοι εκπρόσωποι της ελλαδικής εκκλησίας, κυρίως σε ανώτατο επίπεδο, να μιμηθούν το παράδειγμα του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, με την οικουμενική, την ακομμάτιστη, την υπερεθνική, την πανανθρώπινη αποστολή του, και βεβαίως και τον Αρχιεπίσκοπο Τιράνων και πάσης Αλβανίας, κ. Αναστάσιο. Είμαι κάθετα αντίθετος με την κομματικοποίηση της εκκλησίας, με την προσπάθεια κάποιων αρχιερέων να προσεγγίσουν συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα και κόμματα, προκειμένου είτε να αυτοπροβληθούν, είτε να έχουν τα οποιαδήποτε οφέλη ή την οποιαδήποτε ικανοποίηση συμφερόντων τους. Είμαι κάθετα αντίθετος σ’ αυτό γιατί κυρίως αυτό βλάπτει την Ορθοδοξία, πέφτει στα μάτια του χριστεπώνυμου πληρώματος και δείχνει ότι η ελλαδική εκκλησία είναι μία κρατικοδίαιτη εκκλησία η οποία θέλει να έχει ρόλο και θέλει να έχει περίβλημα, θα λέγαμε κρατικής υποστήριξης από το εκάστοτε κόμμα που κυβερνά. Όλα αυτά πιστεύω ότι δεν αγγίζουν ούτε τους νέους, ούτε δείχνουν την καλή εικόνα της εκκλησίας, το ρόλο και τη δράση της. Σήμερα η εποχή μας χρειάζεται μια εκκλησία που θα καταργεί τα διαχωριστικά τείχη του παρελθόντος. Πρέπει να είναι πραγματικά φως Χριστού που φέγγει για όλους τους ανθρώπους. Είναι όμως λάθος τα λάθη του αρχιεπισκόπου ή κάποιου μητροπολίτου ή και απλού ιερέα πολλές φορές ο λαός να τα ταυτίζει με το Σώμα της Εκκλησίας που είναι Σώμα Ζώντος Χριστού. Αυτό πρέπει να το αντιληφθεί και το πλήρωμα της εκκλησίας, γιατί σε πολλές περιπτώσεις το τελευταίο χρονικό διάστημα οι δηλώσεις, η στάση, οι κινήσεις και γιατί όχι οι προκλήσεις της εκκλησιαστικής ηγεσίας, έχουν εκθέσει το θεσμό. Τούτο όμως δε συνεπάγεται ότι ευθύνεται η εκκλησία ως θεανθρώπινος θεσμός αλλά τα μεμονωμένα πρόσωπα. Γι’ αυτό καλό θα ήταν να κάνουμε την αυτονόητη διευκρίνιση ότι άλλο πράγμα η εκκλησία ως θεσμός, ως Σώμα Ζώντος Χριστού, στο οποίο ανήκουμε όλοι, και άλλο πράγμα η διοικούσα εκκλησία, δηλαδή το σύνολο της ιεραρχίας.
ΠτΘ:Εκείνο το οποίο λαμβάνει ο απλός λαός ως αποδέκτης των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης είναι ότι υπάρχουν δύο ρεύματα. Η μεγάλη μορφή του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου και του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου και από την άλλη η ταύτιση της εκκλησίας με την εξωτερική πολιτική. Εσείς ως εκκλησιαστικός ιστορικός ποια άποψη έχετε;
Γ.Σ.: Από ιστορικής άποψης, αν μελετήσουμε την εκκλησιαστική ιστορία κυρίως του ελεύθερου βίου της πατρίδας μας, υπήρχαν πάντοτε αυτά τα δύο ρεύματα. Πάντοτε υπήρχαν οι άνθρωποι που ήθελαν να είναι συνεχιστές της λεγόμενης εθναρχικής ιδεολογίας. Η εθναρχούσα εκκλησία, εκφραστής της παραπάνω ιδεολογίας, υπήρξε πραγματικά ζωντανός φορέας αυτής της άποψης την περίοδο της τουρκοκρατίας. Δηλαδή στο πρόσωπο των αρχιερέων υπήρχε και η θρησκευτική και η πολιτική αποστολή και διακονία, διότι εξέλιπε η πολιτική εξουσία, το κράτος κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Αυτή η εθναρχική ιδεολογία παρήλθε και δεν υφίσταται πλέον από τη στιγμή που έχουμε οργανωμένο κράτος και πολιτική ηγεσία. Αυτή η εθναρχική ιδεολογία όμως έχει ποτίσει τόσο πολύ την εκκλησιαστική ιεραρχία, ώστε ακόμη κάποιοι θεωρούν ότι είναι φορείς της εθναρχούσης ιδεολογίας που είχε η εκκλησία την περίοδο της τουρκοκρατίας. Είμαι της άποψης ότι πάντοτε σε αυτό τον κόσμο υπάρχουν άνθρωποι που με τη σιωπή, το παράδειγμά τους, με τη βιωματική τους εμπειρία στο επίπεδο της ορθόδοξης πνευματικότητας σαγηνεύουν τα πλήθη χωρίς να έχουν την ανάγκη να είναι φορείς και επιπλέον εξωτερικών πολιτικών αρμοδιοτήτων και εξουσιών. Γιατί οι άνθρωποι αυτοί είναι αδάμαντες και η πνευματική λάμψη τους δεν μπορεί να κρυφθεί. Και υπάρχουν κάποιοι άλλοι οι οποίοι είναι περισσότερο εξωστρεφείς και ξεπερνούν πολλές φορές τα όρια και προσπαθούν να αποκτήσουν ρόλο, λόγο για να αυτοεπιβεβαιωθούν μέσα δυστυχώς από τέτοιες εξάρσεις και εναγκαλισμούς με το κράτος. Αναφερθήκατε στο παράδειγμα του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου και του αρχιεπισκόπου Αλβανίας και Τιράνων κ. Αναστασίου. Αυτές οι δύο μορφές έχουν κερδίσει τις ψυχές των ανθρώπων όχι μόνο των Ελλαδιτών και ευρύτερα του απόδημου Ελληνισμού αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο είναι προσωπικότητες που αναγνωρίζονται και γίνεται αποδεκτή η εν γένει δράση τους. Κατ’ αρχήν ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος υπήρξε και υποψήφιος για το Νόμπελ Ειρήνης. Δεν είναι τυχαίο. Και δεν έχει σημασία ότι δεν το πήρε, σημασία έχει ότι προτάθηκε, γιατί εργάζεται και υπέρ των μουσουλμάνων και υπέρ των καθολικών με φιλανθρωπικά και άλλα κοινωφελή ιδρύματα στην Αλβανία. Αυτά δείχνουν ότι η Ορθοδοξία είναι πέραν και μακράν εθνικιστικών, ρατσιστικών και φυλετικών διακρίσεων. Αυτό αποδεικνύεται ότι πράγματι έτσι είναι στο πρόσωπο και του Οικουμενικού Πατριάρχου, Βαρθολομαίου.
ΠτΘ: Συμφωνείτε με τις πρωτοβουλίες του Οικουμενικού Πατριάρχου για το διαθρησκειακό διάλογο;
Γ.Σ.: Όσον αφορά στο διαθρησκειακό διάλογο κάποιοι τον πολεμούν. Ο διαθρησκειακός διάλογος δεν αποτελεί το δούρειο ίππο για να «ξεπουλήσει» και να προδώσει ο Οικουμενικός Πατριάρχης την Ορθοδοξία όπως πολλοί φανατικοί υποστηρίζουν. Γίνεται και σε επίπεδο θεολογικό αλλά και σε επίπεδο συνεργασίας για πανανθρώπινα ζητήματα που απασχολούν τον κόσμο, ανεξαρτήτως θρησκείας, όπως είναι η φτώχεια, οι ασθένειες, το AIDS. Υπάρχει μία μεγάλη πρωτοβουλία του πατριάρχου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής που συνεργάζεται με όλους τους εκπροσώπους των θρησκειών για να γίνει μία καμπάνια με σκοπό τη μείωση των περιπτώσεων μεταδόσεως του AIDS στη μαύρη ήπειρο. Όλα αυτά γίνονται σε πνεύμα συνεργασίας, αγάπης και αρμονικής συνύπαρξης όλων των θρησκειών. Δεν μπορούμε να περιχαρακωνόμαστε και να σηκώνουμε τείχη στο όνομα της Θρησκείας. Με αφορμή τις τρομοκρατικές επιθέσεις που συνέβησαν πριν λίγα χρόνια ο Οικουμενικός Πατριάρχης συγκάλεσε διεθνούς επιπέδου συνάντηση των θρησκειών προκειμένου να διακηρυχθεί η επίσημη θέση των εκπροσώπων των διαφόρων θρησκειών ότι η θρησκεία δεν μπορεί να καλύπτει τρομοκρατικές ενέργειες. Ο διαθρησκειακός διάλογος διακήρυξε με πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριάρχου ότι κάθε έγκλημα το οποίο γίνεται στο όνομα της θρησκείας είναι απαράδεκτο, κατακριτέο και καταδικαστέο. Οι θρησκείες πρέπει να ενώνουν τους λαούς και όχι να τους οδηγούν σε διχασμούς, ρατσισμούς και φυσικά σε βίαιο θάνατο μέσα από θρησκευτικές μισαλλοδοξίες και θρησκευτικούς φονταμενταλισμούς, απ’ όπου κι αν προέρχονται αυτοί.
ΠτΘ: Πώς συμβαίνει εδώ και δύο χρόνια να έχει τεθεί το θέμα του μουσουλμανικού νεκροταφείου και τεμένους στην Αθήνα και η εκκλησία να παίρνει θετική θέση μόλις τώρα;
Γ.Σ.: Πρέπει να καταλάβουμε ότι οι καιροί άλλαξαν και ότι ζούμε σ’ ένα ευρωπαϊκό χώρο, σε μια πολυπολιτισμική και πολυθρησκευτική κοινωνία. Συμφωνώ μαζί σας ότι έστω και αργά η ελλαδική εκκλησία κατάλαβε ότι πρέπει να δει διαφορετικά τα πράγματα μέσα στο πλαίσιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ελευθεριών γενικότερα του ανθρώπου, όπως ορίζονται στη Συνθήκη της Ρώμης. Η θρησκευτική ελευθερία κάθε ανθρώπου θα πρέπει να είναι σεβαστή. Συνεπώς ορθά η Εκκλησία της Ελλάδος παραχώρησε τριάντα στρέμματα για την ίδρυση μουσουλμανικού νεκροταφείου στην περιοχή της Αττικής. Νομίζω ότι είναι μία επαινετή πράξη η οποία αναγνωρίστηκε μετ’ επαίνων και από την επίσημη πλευρά των μουσουλμάνων στην Αθήνα.
ΠτΘ:Πολύς λόγος γίνεται και για την εκκλησιαστική περιουσία. Αυτή υπάρχει και είναι αμύθητη;
Γ.Σ.: Ιστορικά είναι αποδεδειγμένο ότι η τεράστια εκκλησιαστική περιουσία είναι μύθος. Θα αναφέρω ένα μεγάλο ιστορικό, τον αείμνηστο Απόστολο Βακαλόπουλο, ο οποίος στα ιστορικά του συγγράμματα αναφέρεται στην περιουσία της εκκλησίας διαχρονικά. Ένα μεγάλο μέρος της εκκλησιαστικής περιουσίας ουσιαστικά δημεύτηκε ή απαλλοτριώθηκε κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα. Σταδιακά η εκκλησία με απαλλοτριώσεις και δημεύσεις έχανε και άλλη περιουσία. Και αυτή η περιουσία δεν ήταν κλεμμένη αλλά υπό την μορφή της δωρεάς του ελληνικού λαού και των πιστών. Κανείς δεν μπορεί να απαγορεύσει ένα πιστό να διαθέσει την περιουσία του στην εκκλησία. Σήμερα η εκκλησιαστική περιουσία είναι ελαχιστότατη. Και αυτό είναι γεγονός Υπάρχει μία άποψη ότι η εκκλησία έχει τεράστιες εκτάσεις. Γνωρίζω περιπτώσεις μικρών και πτωχών μητροπόλεων, όπως των Κυθήρων, που κυριολεκτικώς δανείζεται από πλούσιους επιχειρηματίες για να συντηρήσει τα ιδρύματά της. Είναι ένας μύθος η εκκλησιαστική περιουσία και δεν πρέπει να λησμονούμε την ιστορική αλήθεια. Τη δεκαετία του 50 και 60 κατόπιν συνεννοήσεως της ελλαδικής εκκλησίας με την πολιτεία παραχωρήθηκαν τεράστιες εκτάσεις γης και ακινήτων μέσα στις πόλεις προκειμένου η πολιτεία να εξασφαλίσει το μισθό του απλού παπά, ό οποίος ως επαίτης περιφερόταν από δρόμο σε δρόμο για να πάρει ένα τενεκέ σιτάρι προκειμένου να συντηρήσει την οικογένειά του. Και με πονά ιδιαίτερα η περίπτωση αυτή των ιερέων. Θλίβομαι όταν κάποιοι δήθεν προοδευτικοί απαιτούν να μην καταβάλλει η πολιτεία αλλά η εκκλησία τους μισθούς των ιερέων. Αυτοί δεν είναι παιδιά του ελληνικού λαού; Δεν έχουν οικογένειες, παιδιά, δεν πληρώνουν τους φόρους τους; Γιατί να γυρίσουμε πενήντα χρόνια πίσω; Οποιοσδήποτε εχέφρων άνθρωπος θα αισθάνονταν άσχημα να βλέπει στη σημερινή εποχή τον παπά, ο οποίος επειδή δεν μπορεί να ανταπεξέλθει οικονομικά, να γίνεται επαίτης στα μάτια του ποιμνίου του. Πρέπει δηλαδή να τους βάλουμε σε μία διαδικασία να γίνουν οι τελευταίοι στην κοινωνία; Και δεν παίρνουν παχυλούς μισθούς. Άλλοι δυστυχώς στο ελληνικό κράτος παίρνουν τους μεγάλους μισθούς.
ΠτΘ: κ. Σιδηρά σας ευχαριστούμε πολύ.
Γ.Σ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.
Τ.Β.-Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
