Στα θρανια …ενηλικων της ΝΕΛΕ Ξανθης, διπλα – διπλα μουσουλμανοι και παλιννοστουντες
Τους βρίσκω στο ΚΕΚ της ΝΕΛΕ Ξάνθης, τρία χιλιόμετρα έξω από την πόλη. Βραδάκι. Έχω ακούσει πως εκεί λειτουργούν για πρώτη φορά φέτος δύο πολυπολιτισμικά τμήματα με αντικείμενο την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας σε κατηγορίες του πληθυσμού που δεν την έχουν ως μητρική. Είναι τμήματα ενηλίκων, μη επιδοτούμενα. Αυτό το στοιχείο, προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη αξία σ’ ό,τι γίνεται μέσα στην αίθουσα. Συναντώ την υπεύθυνη του προγράμματος Κλεοπάτρα Πεταλά στο γραφείο των εκπαιδευτών μαζί με τον Ορχάν Αζίζ και τη Ντίνα Γοδοσίδου. Είναι και οι δυο τους φιλόλογοι. Ο μεν Ορχάν έχει αναλάβει το τμήμα αρχαρίων,η δε Ντίνα το τμήμα των προχωρημένων. Οι ‘μαθητές’ την ώρα αυτή έχουν διάλειμμα… Κοιτάζω γύρω και το βλέμμα μου συναντά ανθρώπους ενήλικες… ‘Κλέβω’ λίγο από το χρόνο τους στην τάξη, καθώς συζητώ με τους εκπαιδευτές… Αργότερα θα μπω κι εγώ μέσα στην αίθουσα. Ελπίζω να μου μιλήσουν για την προσωπική του εμπειρία ο καθένας, ελπίζω να μην ‘τρομάξει’ η φωτογραφική μηχανή και το δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι που κουβαλάω υπό μάλης… Η ιδιαιτερότητά τους είναι πασιφανής… Πρόκειται για μεγάλους ανθρώπους, ώριμους, σπουδαγμένους ή μη, που προσπαθούν να γίνουν ένα με τον κοινωνικό ιστό του τόπου τους… Κι αν με αγωνία, επιδιώκουν να κάνουν το όνειρο πραγματικότητα είναι γιατί έχουν νιώσει ως τα τρίσβαθα της ψυχής τους το συναίσθημα της απομόνωσης που γεννά η άγνοια της ελληνικής γλώσσας. Της γλώσσας που μιλιέται γύρω τους αλλά που οι ίδιοι – για χίλιους διαφορετικούς λόγους – δεν μπορούν ή δυσκολεύονται να χρησιμοποιήσουν στην καθημερινή τους επικοινωνία…
Ανοίγω τη συζήτηση με τους εκπαιδευτές, και διαπιστώνω πως δεν αρκεί ο λιγοστός χρόνος που έχουμε στη διάθεσή μας για μου περιγράψουν, ν’ αναλύσουν, όλα όσα αναφύονται ως παράμετροι (θετικοί ή αρνητικοί) του αναλφαβητισμού, της πολυπολιτισμικότητας, της λειτουργικότητας ενός ‘πολύχρωμου’ κοινωνικού συνόλου, όπως είναι αυτό της Ξάνθης. Το μήνυμα που στέλνουν, πάντως, είναι αισιόδοξο, και αυτό μετράει εν τέλει…
Οι εκπαιδευτές…
Ο Ορχάν Αζίζ, κατάγεται από τη Γλαύκη. Εκεί τελείωσε το Δημοτικό, το Γυμνάσιο και το Λύκειο. Έδωσε πανελλήνιες και πέρασε στη Φιλολογική Θεσσαλονίκης. «Ο Ορχάν είναι ο πρώτος εκπαιδευτής που χρησιμοποιείται στην Ξάνθη που είναι μουσουλμάνος κι έχει τελειώσει την ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Εργάζεται για πρώτη φορά εδώ, στα τμήματα ελληνικής γλώσσας της ΝΕΛΕ. Έχει το τμήμα των αρχαρίων όπου δεν μιλούν ελληνικά καλά, κι αναγκάζεται να χρησιμοποιεί και κάποιες τουρκικές λέξεις για να προχωρήσει τη διαδικασία του μαθήματος. Επίσης, επειδή είναι από την ορεινή περιοχή της Ξάνθης ξέρει βουλγαρικά και με κάποιο τρόπο βοηθάει αυτούς που έχουν τη ρώσικη γλώσσα ως μητρική», εξηγεί η κ. Πεταλά.
Φιλολογική Σχολή Θεσσαλονίκης… Δεν είναι σύνηθες! Ήταν επιλογή σου;
…«ήταν μία από τις επιλογές μου αλλά είχα προτιμήσει ξένη φιλολογία. Τελικά έμεινα στην ελληνική. Έμεινα όμως ευχαριστημένος γιατί μου δόθηκε η ευκαιρία να ψάξω περισσότερα πράγματα σχετικά με την εκπαίδευση και τη γλώσσα… Διότι πολλά έχουν ειπωθεί – κι ακόμα λέγονται – άλλωστε είναι ένα θέμα πολύ δύσκολο και πολλοί είναι αυτοί που δεν γνωρίζουν τα πράγματα αλλά ο καθένας λέει και την άποψή του… Φυσικά, δεκτή είναι κάθε άποψη αλλά μη γνωρίζοντας τις ρίζες είναι δύσκολο να βγάλεις θετικά αποτελέσματα για οποιοδήποτε αντικείμενο…».
Ζητάω την άποψή του για τις δικές του γλωσσικές ρίζες…
…«βασικά αυτό που έχω καταλάβει είναι ότι η πομάκικη γλώσσα μπορεί να λένε ότι είναι δάνεια από διάφορες γλώσσες αλλά εγώ πιστεύω ότι η ρίζα της κατάγεται από τη σλαβική γλώσσα – παρόλο που τώρα τελευταία πάει να αποδειχθεί επιστημονικά ότι είναι διάλεκτος βουλγαρικής αλλά δεν μπορεί αυτό επίσημα ν’ αναγνωρισθεί αυτό διότι έχει κάποιους κανόνες οι οποίοι διαφέρουν από τη βουλγαρική γλώσσα…Πάντως είναι η πιο πλησιέστερη γλώσσα που μπορεί να μιλήσει κανείς για τα πομάκικα».
Για τη διδασκαλία της στα σχολειά…
«Είναι πολύ δύσκολο γιατί πρέπει πρώτα να γίνει σωστή καταγραφή της. Έγιναν κάποιες προσπάθειες, οι οποίες όμως είναι επιφανειακές και δεν είχαν γι’ αυτό πιστεύω, απήχηση… Η πομάκικη διαφέρει από περιοχή σε περιοχή και γι’ αυτό το λόγο πρέπει να μελετηθεί σε βάθος και παντού σε όσα σημεία μιλιέται – διότι πομάκικα μέχρι και την Αλεξανδρούπολη μιλιούνται – πριν πούμε ότι μπορεί να διδαχθεί από δασκάλους».
Για την εκπαίδευση που προσφέρει στο πρόγραμμα της ΝΕΛΕ…
…«είμαι πολύ ευχαριστημένος διότι βρέθηκα σε ένα περιβάλλον που ενώ κατά την άποψη πολλών είναι δύσκολο να συμβιώσουν οι μουσουλμάνοι με τους ελληνοπόντιους ή ομογενείς ή όπως αλλιώς τους λένε και κάποιοι τους θεωρούν ξένους – κι εμάς μάς θεωρούν ως ένα βαθμό ξένους… – εμείς έχουμε πετύχει να συμβιώνουμε και να δουλεύουμε μαζί».
Ποιοι είναι αυτοί που σας θεωρούν ξένους;
…«διάφοροι παράγοντες… Στην ουσία ο λαός είναι ίδιος. Κι αυτό κατάλαβα μέσα στην τάξη. Δεν έχω άτομα μέσα που να λένε ‘κοίτα εσύ είσαι μουσουλμάνος, εσύ είσαι Τούρκος ή είσαι Ρώσος’ ή οτιδήποτε. Αντιθέτως πέτυχαν τέτοια συνεργασία που όλοι τους πλέον μπορούν να μιλήσουν μια κοινή γλώσσα και να επικοινωνήσουν με τον ίδιο κώδικα. Και όλα τα υπόλοιπα να τα αφήσουν παρελθόν».
Ποιο είναι το στοιχείο που τους ενώνει;
…«είναι καταρχήν η συμβίωση, η πρώτη ανάγκη που τους οδηγεί και λέει ‘για να ζήσω σε μια περιοχή πρέπει να ξέρω καλά τη γλώσσα για να μπορώ να επιβιώσω’. Και το παίρνουν όχι τόσο από την άποψη των εμπειριών ή γνώσεων αλλά από την ανάγκη να ζήσουν με τις καλύτερες δυνατές συνθήκες και να μπορούν να επικοινωνούν με τους πάντες. Δηλαδή είναι η βασική ανάγκη που τους ωθεί να μάθουν ελληνικά. Και αυτό είναι που μας βοηθάει και εμάς και κάνει πιο εύκολο και το έργο μας. Βλέπω δηλαδή ότι όλοι προσπαθούν να μάθουν για ένα σκοπό τη γλώσσα, γι’ αυτό και σε μας είναι πολύ πιο εύκολο έτσι από το να πείσεις κάποιον ότι πρέπει να το κάνει. ‘Οταν βλέπεις κάποιον να το ψάχνει μόνος του, για μας είναι το μόνο εύκολο μετά, να του το μεταδώσουμε. Κι εκείνο είναι που χαίρομαι διότι υπάρχει η πραγματική θέληση απ’ αυτούς τους ανθρώπους».
Η δική σου ιδιαιτερότητα (το ότι είσαι μουσουλμάνος, πομάκος και …νέος) πώς επηρέασε τη δουλειά σου; Πώς σε πρωτοδέχθηκαν μέσα στην αίθουσα;
…«θα ’λεγα με τις καλύτερες συνθήκες, διότι είδαν και με τα μάτια τους ότι όντως αν προσπαθεί κάποιος δεν έχει σημασία το τι είναι και από πού έρχεται και ποιος είναι και τη στιγμή που βλέπεις όλον τον κόσμο ίδιο και ίσο μεταξύ τους, με ‘δέσανε’ στην ομάδα… Θα ’λεγα ότι δεν με βλέπουν απλά σαν εκπαιδευτή αλλά με βλέπουν και σαν φίλο τους πλέον, γιατί ξέρουν ότι όλοι είμαστε το ίδιο. Διότι και εγώ ξεκίνησα όπως αυτοί. Και βλέπουν ότι τα κατάφερα. Και το παίρνουν και σαν παράδειγμα, θα ’λεγα, ότι κι εμείς όντως αν προσπαθήσουμε μπορούμε να φθάσουμε σε μεγάλους στόχους, να πετύχουμε πολλά πράγματα. Και προσπαθώ αυτό να τους δώσω να καταλάβουν, ότι δεν έχει σημασία από πού έρχεσαι και ποιος είσαι, έχει σημασία το τι θέλεις και το τι πιστεύεις. Ολονών ο στόχος πρέπει να είναι ένας…».
Εσένα πόσο σε διευκόλυνε ή σε δυσκόλεψε το εκπαιδευτικό σύστημα να πετύχεις το στόχο σου; Ξέρεις ότι πολλά παιδιά σταματούν το σχολείο…
…«εγώ δεν πιστεύω ότι μπορεί να οφείλεται στο ότι σε κάποιον δεν άρεσε κάποιος καθηγητής ή το εκπαιδευτικό σύστημα, το γεγονός ότι σταματάει το σχολείο… Είναι οι βιοτικές ανάγκες. Μερικοί δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα, δεν έχουν από κάποιους να βοηθηθούν, δεν έχουν τη συγκοινωνία να πάν κάπου να πάρουν κάποιες επιμέρους κατευθύνσεις και μένει το παιδί πλέον σε ένα σημείο που δεν μπορεί να αντεπεξέλθει και λέει σηκώνω τα χέρια ψηλά και τα παρατάω. Δεν οφείλεται στο εκπαιδευτικό σύστημα καθαυτό, θα ’λεγα, αλλά φταίνε άλλες συνθήκες που είναι οι αντικειμενικές και έχουν να κάνουν με την καθημερινότητα».
Η Ντίνα Γοδοσίδου είναι η εμπειρότερη από τους δύο. Φέτος απασχολείται για δεύτερη συνεχή χρονιά στα τμήματα αυτά της ΝΕΛΕ και γι’ αυτό έχει αναλάβει τους ‘προχωρημένους’.
Πόσο δύσκολο είναι ένας δάσκαλος να χειριστεί ανθρώπους μεγάλης ηλικίας – συνομήλικούς του ουσιαστικά – μέσα σε μια τάξη προσπαθώντας να τους διδάξει κάποια βασικά πράγματα;
…«σίγουρα δεν είναι εύκολο, αρχικά τουλάχιστον, αλλά πιστεύω ότι με τη συνεργασία μας καταφέραμε να πετύχουμε ένα πολύ καλό κλίμα ευνοϊκό… Κατανοώ τις ανάγκες τους και εκείνοι καταλαβαίνουν τη φιλότιμη προσπάθειά μου κι έχουμε φθάσει σε ένα σημείο μιας πολύ καλής αμοιβαίας και φιλικής σχέσης… Θέλω να τονίσω το γεγονός ότι καταβάλλουν φιλότιμη προσπάθεια, είναι πράγματι αξιέπαινη η προσπάθειά τους διότι αφιερώνουν πολύτιμο χρόνο, κάποιοι και από τις δουλειές τους…».
Ο γιατρός στο ίδιο θρανίο με τον αγρότη…
… «ναι! Καταφέρνουν να επικοινωνήσουν πάρα πολύ καλά μεταξύ τους… Έχουν μία σχέση ιδανική θα έλεγα, μέσα στο τμήμα αλλά και έξω από αυτό…».
Τι είναι αυτό που έχει συντελέσει σ’ αυτό το ‘δέσιμο’;
…«ο κοινός στόχος να μάθουν πολύ καλά την ελληνική γλώσσα γιατί τη χρειάζονται για την καθημερινή τους επικοινωνία και φυσικά εκτός του να την κατανοήσουν και να μάθουν να τη μιλούν σε πρώτη φάση, από κει και πέρα στην περαιτέρω καλλιέργειά της, στο να είναι ακόμη πιο άνετοι στις διάφορες ανάγκες τους – τις πρακτικές – της κοινωνικής ζωής, π.χ. να γράψουν ένα βιογραφικό σημείωμα, να συμπληρώσουν μία αίτηση, να βγουν για ψώνια…».
Είχαν ουσιαστικά πρόβλημα επικοινωνίας με τον κοινωνικό τους περίγυρο που κατά βάση είναι ελληνόφωνος…
…«η ανάγκη είναι αυτή που ωθεί τον ενήλικα να λύσει το πρόβλημά του. Άρα εντόπισαν σίγουρα την ανάγκη της θέσης τους της μειονεκτικής, το ότι δεν μπορούν να επικοινωνήσουν μέσα στην κοινωνία στην οποία ζουν ισότιμα. Αυτή η ανάγκη είναι που τους ωθεί να έρθουν εδώ. Και επίσης να πω, ότι για να ‘δέσουμε’ αυτούς τους ανθρώπους που είναι και από διαφορετικό επίπεδο – κοινωνικοοικονομικό και πνευματικό, μορφωτικό, κλπ. – έχουμε διάφορους τρόπους εκτός εκπαιδευτικής διαδικασίας, λόγου χάρη κάναμε συναντήσεις, βγήκαμε έξω, φάγαμε παρέα, κόψαμε πίτα, χορέψαμε, έχουμε σκοπό να κάνουμε μια βραδιά ‘πολυπολιτισμική’ όπως τη λέμε, όπου θα είναι ντόπιος πληθυσμός, παλιννοστούντες, μουσουλμάνοι και λοιποί, και θα φέρουμε διάφορες γεύσεις από παραδοσιακά φαγητά – επρόκειτο να κάνουμε την εκδήλωση την εβδομάδα που ξέσπασε ο πόλεμος αλλά τελικά το συζητήσαμε όλοι μαζί και αποφασίσαμε πως δεν ήταν καιρός για τέτοιες γιορτές, μιλήσαμε για τον πόλεμο, μαζέψαμε χρήματα τα οποία και στείλαμε στη γιούνισεφ, και επειδή μέσα στο χώρο του ΚΕΚ συμβαδίζουν και τμήματα επιδοτούμενα με πληθυσμό ντόπιο, βλέπουμε ότι και με αυτούς συνεργάζονται στα διαλείμματα και μιλάνε και γίνεται έτσι μια φάση ‘μωσαϊκό’, πολυπολιτισμική, που δένει όμως πάρα πολύ όμορφα».
Οι εκπαιδευόμενοι…
Ο Ιμρέν Ογλού Ταλίπ είναι από το χωριό Κύρνος του Δήμου Τοπείρου. Εικοσιπέντε χρονών στην ηλικία. Στην αρχή μού απαντάει μονολεκτικά… Όσο περνά η ώρα ‘χαλαρώνει’…
Τι ήταν αυτό που σε ώθησε να έρθεις εδώ;
…«κοιτάξτε, επειδή εμείς σπουδάσαμε έξω από την χώρα, χρειαζόμαστε τώρα τη γλώσσα της χώρας που μένουμε. Κι επειδή δεν ξέρουμε καλά ελληνικά, εκεί που πήγαμε να σπουδάσουμε δεν είχαμε ελληνικά μαθήματα, δυσκολευόμαστε! Δηλαδή άμα θα’ ρθεί κάτι να γράψουμε, καμιά αίτηση, κάτι τέτοιο, πρέπει να ψάξουμε άτομο».
Σε δυσκολεύει αυτό στην καθημερινή σου επικοινωνία;
…«ε, ναι. Όταν πήγα στο στρατό, όποιος μου μιλούσε, καταλάβαινα τι ήθελε να πει αλλά δεν μπορούσα να εκφραστώ εγώ, δεν μπορούσα να μιλάω».
Αισθανόσουν καταπιεσμένος κατά κάποιον τρόπο…
…«ε, ήταν καταπίεση… Ο άλλος να μού μιλάει και γω να τον κοιτάζω μες τα μάτια. Δεν ήξερα τι να πω. Δηλαδή γνώριζα τι να του πω αλλά δεν μπορούσα να το εκφράσω!».
Ο Ιμρέν χρησιμοποιεί πρώτο πληθυντικό και για τους συμμαθητές του και συνομήλικούς του:
…«είχαμε κάποια θεμέλια από το Δημοτικό, και μετά από το Στρατό γυρίσαμε πίσω και ψάξαμε κανένα σεμινάριο ή κάποιον δάσκαλο που να τον πληρώνουμε εμείς, έστω και λίγο να μάθουμε τα ελληνικά».
Στο χωριό του μού λέει πως έχει μόνο Δημοτικό Σχολείο. Στο κοντινό του χωριό, το Όλβιο, υπάρχει Γυμνάσιο. Όπως και στο Εράσμιο. Τα παιδιά σήμερα πηγαίνουν κανονικά στο σχολείο με το σχολικό λεωφορείο. Λύκειο πάνε στην πόλη της Ξάνθης. Πάλι με το σχολικό. Ο ίδιος τελείωσε τον κύκλο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Τουρκία. Γιατί έφυγε;
…«αυτά καλύτερα να μην τα λέμε… Πάντως δεν υπήρχε οικογενειακό πρόβλημα. Άμα σπούδαζα εδώ θα ήταν καλύτερα για μένα. Δηλαδή τώρα αντί να δουλεύω αριστερά και δεξιά, θα είχα μια καλύτερη δουλειά, μπορεί να σπούδαζα και στο Πανεπιστήμιο…».
Τον ρωτάω με τι ασχολείται τώρα…
«Με αγροτικά, με οικοδομικά, τέτοια…» μού απαντάει με μια υποψία απαξίας στη χροιά της φωνής του.
Του ζητάω να μού μιλήσει για την εμπειρία του μέσα στην ομάδα ελληνομάθειας, ανάμεσα σε παλιννοστούντες, δίπλα στο γιατρό και την ψυχολόγο…
…«δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Δηλαδή, ό,τι είμαι εγώ είναι και ο γιατρός το ίδιο! Άμα ήταν κάτι το διαφορετικό αυτός, δεν θα ’ρχόταν εδώ! Εδώ είμαστε σαν μία οικογένεια. Δεν υπάρχει ανάμεσά μας διάσταση! Το ίδιο επίπεδο είμαστε. Εγώ είμαι στο ‘πάτωμα’ και ο γιατρός είναι στο ‘πάτωμα’ δεν είναι επάνω στο ‘ταβάνι’… Καταλάβατε; Δεν άκουσα, μέχρι σήμερα, να μου πει ‘εγώ είμαι γιατρός, ανώτερο επίπεδο από σένα’… Σαν να έχουμε γνωριστεί εδώ και πολλά χρόνια…».
Το να κάνεις μαθήματα ελληνικής σε βοήθησε καθόλου στην επικοινωνία σου; Βγήκες έξω στον περίγυρο με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση; Ποια πιστεύεις ότι ήταν η εξέλιξή σου;
…«για την εξέλιξή μου, θα πει η δασκάλα μας… Με την επικοινωνία πια δεν έχω πρόβλημα. Εντάξει! Κάνω κάποια λάθη, αλλά επικοινωνώ άνετα… Σκέφτομαι τότε που ήμουν στο στρατό, την πρώτη μέρα που πήγα…πώς ήταν και πώς είναι τώρα! Εκείνη τη μέρα δεν μπορούσα να μιλάω. Τώρα μιλάω άνετα. Και μιλάω και μπροστά σε μαγνητόφωνο!».
Τελειώνοντας από δω, έχεις βάλει κάποιον άλλο στόχο που θέλεις να πραγματοποιήσεις;
…«ναι! Θα δώσω εξετάσεις για να αναγνωρίσει το κράτος το δίπλωμά μου που έχω από το τουρκικό Λύκειο. Να πάρω και ελληνικό. Και μετά, βλέπουμε…»
Ο Καμπά Ριτβάν, είναι 28 χρονών από το χωριό Σήμαντρα κοντά στο Σέλερο. Ο «γιατρός της παρέας» λέω εγώ, «απόφοιτος Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Κωνσταντινούπολης, όχι ακόμα γιατρός!» με διορθώνει ο Ριτβάν. Έχει δώσει εξετάσεις για ν’ αναγνωριστεί το πτυχίο του…
…«εγώ το Δημοτικό δεν μπόρεσα να το τελειώσω στο χωριό μου, γιατί το έκλεισαν. Ήμασταν αρκετά παιδιά… Τώρα, ποιος φταίει, οι οικογένειες στο χωριό, το κράτος, ακόμα δεν κατάλαβα… Πήγα μέχρι την Τρίτη Δημοτικού. Ήταν ωραία χρόνια τα μαθητικά… Μετά, πήγαμε να γραφτούμε σε άλλα σχολειά αλλά δεν μας δέχονταν, δεν ξέρω γιατί… Μετά, νομίζω ‘αναγκαστικά’, όποιος ήθελε να σπουδάσει έπρεπε να πάει στην Τουρκία… Δεν υπήρχε τότε άλλη λύση. Αυτοί που δεν πήγαν τότε στην Τουρκία να σπουδάσουν, έμειναν στο χωριό και τώρα ασχολούνται με αγροτικά. Έμειναν αγράμματοι. Ξεκάθαρα πράγματα. Αυτοί που πήγαν – πήγαμε τότε πολλά άτομα σε μικρή ηλικία, εννιά χρονών – και προσπάθησαν, βγήκαν σπουδαγμένοι. Κι έτσι, τελείωσα εκεί το Δημοτικό, το Γυμνάσιο, το Λύκειο και έδωσα εξετάσεις και πέρασα στην Ιατρική Σχολή…».
Τελειώνεις, λοιπόν, τις σπουδές σου και λες να γυρίσεις στον τόπο σου…
…«που μου αρέσει πολύ, τον γουστάρω! Βέβαια δεν ήξερα ότι θα έχω ΔΙΚΑΤΣΑ και τώρα προσπαθώ γι’ αυτό. Την πρώτη φορά που έδωσα εξετάσεις πέρυσι, δεν ήξερα καθόλου ελληνικά. Πήγα βέβαια να δω πώς είναι. Έγραψα στα λατινικά. Αλλά φυσικά δεν περίμενα να περάσω. Έπρεπε να γράψω στα ελληνικά. Τώρα που ξανάδωσα (σ.σ.: το περασμένο Σαββατοκύριακο) έχω απαντήσει σε πολλές ερωτήσεις στα ελληνικά. Με βοήθησαν πολύ τα μαθήματα εδώ».
Είσαι αισιόδοξος;
…«ναι! Αλλά μπορούσε να γίνει πολύ καλύτερα… Μπορούσαμε να είχαμε μάθει την ελληνική γλώσσα στο Δημοτικό. Αυτή τη στιγμή που εγώ δεν ξέρω ελληνικά, νομίζω ότι φταίει το κράτος ή στο κράτος κάποιοι άνθρωποι. Όλοι ξέρουμε ότι το κράτος είναι για όλους. Αλλά υπάρχουν μερικοί άνθρωποι εκεί μέσα… καταλαβαίνετε τι θέλω να πω… το κάνουν να μην είναι για όλους… Το κράτος έχει τους νόμους αλλά… Εγώ αυτό πιστεύω…».
Νιώθεις πίκρα που έφυγες έξω για να μάθεις γράμματα…
…«ναι. Γιατί, δεν μου έδωσαν την ευκαιρία να μπω όμορφα μέσα στην κοινωνία»
Τον ρωτάω για την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στο χωριό του. Μου απαντάει πως μόνο κάποιες Κυριακές το επισκέπτεται – για βόλτα – και μου περιγράφει τα πράγματα στην εκπαίδευση:
…«τώρα είναι μια χαρά! Το Δημοτικό Σχολείο λειτουργεί, έχει ανοίξει και Νηπιαγωγείο… Τώρα κανένας δεν έχει πρόβλημα με τα γράμματα. Τι άλλαξε δηλαδή! Το ’82 είχε κλείσει και τώρα υπάρχει και νηπιαγωγείο! Δεν μπορούσαν να το ξανανοίξουν και τότε; Φάγαμε όλα μας τα χρόνια έξω! Μακριά από την οικογένεια!».
«Θέλω να σας πω όμως για τα καλά», μου λέει διακόπτοντας απότομα τις αναμνήσεις του…
…«εδώ όλοι είμαστε δεμένοι, σαν μια οικογένεια. Η δασκάλα μας, μάς βοηθάει πάρα πολύ… Προσπαθούμε να μάθουμε σύντομα την ελληνική γλώσσα»
Του ζητάω να σχολιάσει την πρόβλεψη να υπάρξουν σεμινάρια εκμάθησης ελληνικών για ενηλίκους από την εποχή που άρχισαν να έρχονται στην Ελλάδα παλιννοστούντες…
…«νομίζω ότι η προσπάθεια ξεκίνησε επειδή το ζητήσαμε εμείς και μας βοήθησε η κυρία Κλεοπάτρα. Γινόταν …τόννοι από σεμινάρια, αλλά δεν είχαμε χαμπάρι! Όταν πας στον ΟΑΕΔ – άνεργος – και ρωτάς τι υπάρχει να συμμετέχω, κανένας δεν σου λέει τι προγράμματα έχει… Ή μπορεί να βγει ένα πρόγραμμα και να μην το πάρεις είδηση!».
Παρεμβαίνει σ’ αυτό το σημείο η Μαρία Καρυπίδου από την Τασκένδη. Βρίσκεται στην Ελλάδα τρία χρόνια. Είναι παντρεμένη. Να τι λέει η ίδια:
…«κι εγώ πολλές φορές προσπάθησα να μπω σε κάποιο πρόγραμμα, να μάθω περισσότερα ελληνικά, και φέτος προσπάθησα και πέρυσι, αλλά δεν μας είπαν δηλαδή ότι υπάρχουν τέτοια σεμινάρια. Η πρώτη – πρώτη δυσκολία σε μια άλλη χώρα είναι η γλώσσα. Και είναι δύσκολο. Όταν ήρθα, πήγα ρώτησα πού μπορώ να μάθω να μιλάω ελληνικά, αλλά δεν μου απάντησαν να σου πω την αλήθεια… Δεν έχουν τόσο εμπιστοσύνη σε μας που δεν μιλάμε τα ελληνικά…Μάλλον δεν ήρθα σε καλή εποχή… Ήταν πολύ δύσκολα στην αρχή… Έτσι πήρα δασκάλα, έκανα ιδιαίτερα μαθήματα. Αναγκαστικά! Έπρεπε να μάθω! Έπρεπε να ξέρω πώς να πάω να ψωνίσω, πώς να λέγω τα πράγματα…».
Ο Ιμρέν παίρνει το λόγο… Υπάρχει μια άνεση μπροστά στο μηχανηματάκι που καταγράφει όσα λένε… Ο δισταγμός ξεπεράστηκε και ένας ένας ανοίγονται στην κουβέντα…
…«τώρα, στη μειονότητα δεν υπάρχει πρόβλημα με τη γλώσσα. Τα παιδιά τη μαθαίνουν. Το πρόβλημα είμαστε εμείς! Δηλαδή αυτοί που είναι από 25 χρονών και πιο μεγάλοι…».
Ριτβάν…
…«σήμερα υπάρχουν και παιδιά που μαθαίνουν πάρα πολλές γλώσσες… Ακραίες περιπτώσεις είναι βέβαια… Αλλά σε μας δεν δόθηκε η ευκαιρία να μάθουμε στο σχολείο την ελληνική γλώσσα. Έτσι απλά…Τώρα όποιος πάει Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο τη μαθαίνει… Η γυναίκα μου μιλάει τα ελληνικά τέλεια! Δεν μπορείς να φανταστείς πώς τα μιλάει…».
Σε …πειράζει η γυναίκα σου για τα δικά σου ελληνικά;
Χαμογελάει… «δεν με πειράζει. Με βοηθάει… Δηλαδή, έπρεπε να την ξέρουμε τη γλώσσα! Να μην μπορεί κανένας να μας ρωτάει ‘γιατί δεν ξέρεις ελληνικά;’ Δεν είμαστε πέντε χρόνια στην Ξάνθη! Ο παππούς μου πέθανε 105 χρονών, ήταν γεννημένος στην Ξάνθη! Πώς να το πω!».
Ο παππούς σου μιλούσε καθόλου ελληνικά;
…«ούτε τα ελληνικά, ούτε τα τούρκικα ήταν η γλώσσα του».
Πομάκικα;
…«ας το πούμε έτσι… Πάντως, οι παλιοί ήξεραν και μπορούσαν να συνεννοηθούν όλοι μεταξύ τους, και ελληνικά και τούρκικα και πομάκικα. Η μάνα μου δούλευε σ’ ένα εργοστάσιο… Ε, από μένα ξέρει καλύτερα ελληνικά! Τώρα βγάλε συμπέρασμα! Την ‘πατήσαμε’ εμείς δηλαδή… Γεννιέσαι σ’ ένα μέρος, ζεις εκεί, ε, πρέπει να ξέρεις τη γλώσσα οπωσδήποτε…».
Η Αχμέτ Φατμά, τριάντα χρονών, είναι από το Μικρό Δουκάτο της Ροδόπης αλλά μένει στην Ξάνθη όπου και δημιούργησε τη δική της οικογένεια. Είναι πολύ συνεσταλμένη και παρόλο που δεν αρνείται να μιλήσει, έκδηλη είναι η ανάγκη της να κρύψει όσο μπορεί την αδυναμία της με τη γλώσσα.
Μου λέει ότι η Ξάνθη είναι πιο όμορφη πόλη…Η δική της περίπτωση δεν διαφέρει και πολύ από των υπολοίπων:
…«και γω το ίδιο» μου λέει. «Δημοτικό σχολείο τελείωσα στο χωριό μου. Ύστερα πήγα στην Τουρκία. Ήμουν δώδεκα χρονών τότε. Και Πανεπιστήμιο πήγα στην Κωνσταντινούπολη. Σπούδασα ψυχολογία».
Το πτυχίο, φαντάζομαι ότι, το πήρες για να μπορέσεις να εργαστείς στον τομέα αυτό…
…«δεν ξέρω καλά ελληνικά, γι’ αυτό δεν μπορώ να δουλέψω», μού απαντάει. Επιθυμία της πάντως είναι να ανοίξει κάποτε το δικό της γραφείο.
Πώς σε έχουν βοηθήσει τα μαθήματα εδώ;
«Ε, τώρα με τη γειτόνισσά μου πίνω καφέ… Στην αρχή ούτε αυτό μπορούσα να κάνω… Γιατί δεν μιλούσα καθόλου ελληνικά και δεν μπορούσαμε να κουβεντιάσουμε για τίποτα… Τώρα όμως είναι αλλιώς… Καλό δεν είν’ αυτό;».
Επικαλούμαι την επιστημονική της κατάρτιση και της ζητάω να μου ερμηνεύσει τους λόγους που η ιδιόρρυθμη αυτή τάξη λειτουργεί κατά ομολογία όλων τόσο εύρυθμα…
…«ο ένας έχει σεβασμό για τον άλλο. Ο πιο σημαντικός λόγος είναι αυτός. Ο γιατρός έχει σεβασμό για τον αγρότη και ο αγρότης για το γιατρό, παράδειγμα. Το μυστικό είναι εδώ. Στο σεβασμό», μου απαντά αμέσως…
Το πρόγραμμα…
«Το χαρακτηριστικό είναι – το ωραίο χαρακτηριστικό, αυτό που μας αρέσει κοινωνικοεκπαιδευτικά – είναι ότι έχουμε τμήματα που είναι μεικτά δηλαδή εκπαιδευόμενοι είναι μουσουλμάνοι και παλιννοστούντες, μαζί στην ίδια τάξη, κάθονται στο ίδιο θρανίο», είναι η πρώτη κουβέντα της υπεύθυνης του προγράμματος Κλεοπάτρας Πεταλά. Μουσουλμάνοι, παλιννοστούντες, γυναίκες, άνδρες, κάθε μορφωτικού επιπέδου, βρίσκονται τρεις φορές την εβδομάδα για δύο ώρες μέσα στην ίδια τάξη, δίπλα δίπλα στο θρανίο. Δεν …πληρώνονται γι’ αυτό. Αντιθέτως, έχουν οι ίδιοι επωμισθεί τα έξοδα για την αγορά των βιβλίων. «Για πρώτη φορά που εφαρμόστηκε το μεικτό των τμημάτων, νομίζω ότι τα πήγαμε καλά, συζητώντας δηλαδή, βλέπουμε ότι ζούμε σε έναν τόπο όλοι μαζί κι ότι μπορούμε να συμβιώσουμε όλοι μαζί και να καθίσουμε και στο ίδιο θρανίο όλοι μαζί. Γιατί θεωρείται αδύνατο να συμβιώσουμε εκπαιδευτικά! Ακόμη και στην Αθήνα που το ανέφερα, στη Γενική Γραμματεία, το θεωρούν ότι είναι απίθανο να συμβιώσουν σε μία τάξη μέσα, οι παλιννοστούντες με τους μουσουλμάνους», σημειώνει η κ.Πεταλά, προσθέτοντας ότι η πραγματικότητα έχει διαψεύσει περίτρανα τις όποιες επιφυλάξεις είχαν διατυπωθεί από πλευράς αρμοδίων του Υπουργείου Παιδείας.
Οι ηλικίες των εκπαιδευομένων είναι από 18 – 19 μέχρι 35 ετών. Η μέση ηλικία είναι τα 28 – 30 χρόνια. Η κάθε μία από τις δύο κατηγορίες έχει τα δικά της χαρακτηριστικά αλλά και κοινά σημεία με την άλλη: «η κατηγορία των μουσουλμάνων είναι άτομα τα οποία είτε έχουν γεννηθεί εδώ και τελείωσαν μόνο το Δημοτικό ή και μερικές τάξεις απ’ το Γυμνάσιο, εν συνεχεία ολοκλήρωσαν την εκπαίδευσή τους σε διάφορα Λύκεια ή Πανεπιστήμια της Τουρκίας κι επέστρεψαν πίσω οπότε και έγιναν λειτουργικά, σχεδόν αναλφάβητοι στην ελληνική γλώσσα. Και επειδή θα μείνουν μόνιμα εδώ, τους χρειάζεται. Επίσης στην ίδια κατηγορία έχουμε Τουρκάλες υπηκόους οι οποίες είναι παντρεμένες με Έλληνες μουσουλμάνους κατοίκους της Ξάνθης. Στην πλειονότητά τους είναι από τα χωριά του κάμπου, περιοχές Ευλάλου και Λευκόπετρας – Σελέρου.
Το επίπεδό τους είναι από Λύκειο και πάνω. Αρκετοί είναι οι απόφοιτοι Πανεπιστημίων της Τουρκίας και βρίσκονται στη διαδικασία αναγνώρισης των τίτλων σπουδών τους από το ΔΙΚΑΤΣΑ και χρειάζονται την ελληνική γλώσσα.
Οι παλιννοστούντες, πάλι, είναι λιγότεροι από τους μουσουλμάνους. Έχουμε συνολικά, έξι άτομα στα περίπου 25 του προγράμματος, που προέρχονται από τις Δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Έχουν από δύο έως τρία χρόνια που ήρθαν στην Ελλάδα και το εκπαιδευτικό τους επίπεδο είναι ανάλογο με των μουσουλμάνων».
Οι στόχοι…
«Τα προγράμματα θα συνεχιστούν και του χρόνου», τονίζει η κ. Πεταλά, «άλλωστε είναι στόχος και είναι και το κατεξοχήν αντικείμενο της ΝΕΛΕ, η εκπαίδευση δηλαδή ενηλίκων και ειδικά ο ‘αλφαβητισμός’, ο παλιός, που τώρα λέγεται συμπλήρωση βασικής παιδείας στην ελληνική γλώσσα… θέλω να σταθώ ιδιαίτερα στο εξής: στο πρόγραμμα αυτό, υπάρχει ένα επίπεδο στους αρχάριους και ένα δεύτερο στους προχωρημένους. Κατά καιρούς γίνονται διάφορα τεστ για να δούμε σε τι επίπεδο αυτοί οι στόχοι μας πραγματοποιούνται και υπολογίζουμε – με το εκπαιδευτικό υλικό που χρησιμοποιούμε – ότι παίρνει ένα περίπου εξάμηνο για να φθάσουμε στο σημείο που θέλουμε. Όμως δεν απαγορεύει και δεν αποκλείει τίποτε τη συμμετοχή και στο επόμενο εξάμηνο. Εάν δηλαδή θεωρούν ότι θέλουν να έχουν μια επαφή με μια εκπαιδευτική διαδικασία στην ελληνική γλώσσα οι εκπαιδευόμενοι, μπορούν να παρακολουθήσουν και του χρόνου», καταλήγει η κ. Πεταλά.
Στους άμεσους στόχους της ΝΕΛΕ είναι να επιδιωχθεί η λειτουργία ολιγομελών θερινών, εντατικών τμημάτων για τα άτομα εκείνα που θέλουν να δώσουν εξετάσεις ώστε να πάρουν την ισοτιμία του απολυτηρίου του Λυκείου. «Αυτό το ενδιαφέρον από την πλευρά των εκπαιδευόμενών μας, το θεωρούμε πολύ θετικό, γιατί σημαίνει ότι ψάχνουν να βρουν τρόπους κι εργαλεία για να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία», υπογραμμίζει η υπεύθυνη του προγράμματος.
Τα στοιχεία που απεικονίζουν τον αναλφαβητισμό στο Νομό Ξάνθης δεν είναι ενθαρρυντικά: το 20% του πληθυσμού ανήκει στην κατηγορία των ‘λειτουργικά αναλφάβητων’. Αφορά γενικά τις ηλικίες από 18 έως …108 χρονών. Μέχρι τώρα δεν έχει υπάρξει κάποια εξειδικευμένη καταγραφή και κατηγοριοποίηση των προβλημάτων του πληθυσμού αυτού. Είναι άγνωστο πόσοι είναι οι μουσουλμάνοι σαν τον Ριτβάν ή τη Φατμά και τον Ιμρέν που κατά την πλέον παραγωγική τους ηλικία, ξεκινούν από το ‘μηδέν’ για να ενταχθούν ισορροπημένα στον κοινωνικοοικονομικό ιστό του τόπου τους. Είναι άγνωστο πόσοι παλιννοστούντες σαν τη Μαρία, μένουν απομονωμένοι στα σπίτια τους μόνο και μόνο επειδή δεν ανταποκρίθηκε κάποιος αρμόδιος – υπάλληλος ή φορέας – στην ανάγκη τους να μάθουν σωστά την ελληνική γλώσσα (κι όχι απλά να παραλάβουν, μαζί με την χρηματική επιταγή, ένα ‘πιστοποιητικό’ σεμιναριακής κατάρτισης αμφίβολου αξίας). Επίσης, είναι άγνωστο πόσοι, επέστρεψαν στα σπίτια τους για να συντηρήσουν εκεί το όνειρο της ελληνομάθειας, μέχρις ότου βρεθεί φορέας ευαισθητοποιημένος που να παράσχει τη συνδρομή του στην επίλυση του προβλήματος της μετακίνησής τους από τα απομακρυσμένα χωριά όπου ζουν, πρόβλημα, στο οποίο έχουν ‘υποταχθεί’ από αδυναμία να το αντιμετωπίσουν, αρκετοί πρώην ‘συμμαθητές’ του Ριτβάν, της Φατμά, του Ιμρέν και της Μαρίας…
Μαρία Β. Μπόντη
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
