Βαθυγαλανη
Εισαγωγή
Η Νύννα κάνει πρόβα σε ένα βαθυγάλανο φόρεμα με τυρκουάζ λουλούδια που αγόρασε από το παζάρι. Μέσα από μονολόγους και σύντομους διαλόγους με τη μοδίστρα, αναστοχάζεται τη ζωή της, τις σχέσεις της και την έννοια της «κανονικής ζωής», ενώ ταυτόχρονα αναδύονται οι αναπάντητες ερωτήσεις που άφησε πίσω μια ιδιαίτερη σχέση.
Νύννα: …Και εκεί που νόμιζες ότι έχεις τις απαντήσεις, η ζωή σου αλλάζει τις ερωτήσεις… Και να ΄ναι οι απαντήσεις σου σωστές! Μπορείς να το φανταστείς; Από πολύ μικρή είχα ασκηθεί στις σωστές απαντήσεις. Στο σπίτι μου, οι απαντήσεις που αφάνιζαν τις ερωτήσεις ήταν περιζήτητες. Οι αναπάντητες ερωτήσεις θεωρούνταν επικίνδυνες, άχρηστες, δαπανηρές.
…Σουρώνει στην κοιλιά. Του άρεσε η κοιλιά μου, επειδή δεν μπορούσες να της προσθέσεις ούτε ένα χιλιοστό χωρίς να την καταστρέψεις. Λεία, απαλή, αρυτίδωτη, σαν λίμνη γαληνεμένη…διάφανη, έλεγε. Το φως τη διαπερνούσε. Παράξενος άνθρωπος, αλλά με έκανε να βλέπω τον κόσμο αλλιώς…
…Κι εδώ που τα λέμε, σε μια κανονική ζωή οι απαντήσεις μετράνε. Οι αναπάντητες ερωτήσεις είναι σαν ανοιχτές πληγές. Δεν ξεμπερδεύεις ποτέ μαζί τους. Αλλά αυτή η ζωή με έμαθε να αγαπώ και τις εικόνες που γεννάει η φαντασία…
…Τα πόδια μου, τα γόνατά μου… Του άρεσαν… Τρεις φορές τον είδα, συνολικά δύο ώρες, και όμως κάθε λέξη του με έκανε να νιώθω ζωντανή. Παράξενος…
Μοδίστρα: Και τώρα πού είναι αυτός ο «παράξενος»;
Νύννα: Έφυγε… Όλα τέλειωσαν τη στιγμή που άρχιζαν. Δεν μπορούσαν να προχωρήσουν. Σε μια κανονική ζωή δεν υπάρχει χώρος για σπόρους που ανθίζουν παράξενα. Όλα πρέπει να είναι απαντημένα, ασφαλή, προβλέψιμα…
Μοδίστρα: Παράξενα μιλάς… Σαν κι αυτόν. Η παραξενιά είναι κολλητική, ξέρεις. Μπαίνει κάποιος από το πουθενά στη ζωή σου, κι εσύ ξαφνικά μιλάς με λέξεις που δεν ήταν δικές σου. Μα πώς μπήκε; Και μετά λες «έφυγε… όλα τέλειωσαν».
Νύννα: Αλλά φαίνεται πως δεν τέλειωσαν. Όλα όσα με έκανε να νιώσω, όλα τα όνειρα και τις εικόνες που κατοικούσα, μένουν… Το βαθυγάλανο φόρεμα με βρήκε στο παζάρι γιατί εκείνος με έκανε να νιώσω βαθυγάλανη λίμνη… Απλή, ήρεμη, που λάμπει στο φως… Πριγκίπισσα των Αζτέκων, νεράιδα, ξέφωτο, πηγή… Ο ήλιος, το κύμα, η ανοιξιάτικη βροχούλα… Κάθε εικόνα του ήταν ένας κόσμος που άνθιζε μέσα μου…
Μοδίστρα: Τελικά, τα μανίκια;
Νύννα: Θα φύγουν. Θέλω να φαίνονται οι ώμοι και ο λαιμός… Αγαπούσε τους ώμους μου. «Αλαβάστρινους» τους έλεγε. Τι παράξενες και ακατανόητες λέξεις που χρησιμοποιούσε… Ακούς εκεί «αλαβάστρινους ώμους…». Αλλά τις έλεγε όμορφα αυτές τις λέξεις κι ας μην τις καταλάβαινα όλες. Τους ονειρεύτηκε πρώτα τους ώμους μου και μετά τους αναγνώρισε σε μένα. Τέτοιες κουβέντες έλεγε… Παράξενος, σου λέω…
Μοδίστρα: Όμορφα όλα αυτά, αν και για μένα ακούγονται ασυνήθιστα και δεν βγάζω νόημα… Δεν μιλάνε έτσι σήμερα οι φυσιολογικοί άνθρωποι… Τρελούτσικος θα ήταν. Το φόρεμα όμως θα γίνει τέλειο. Βαθυγάλανο με τυρκουάζ λουλούδια… Και πάνω σου κάθεται τέλεια. Την άλλη εβδομάδα θα είναι έτοιμο.
Νύννα: Ναι… όλα έγιναν όπως τα ένιωσα. Ακόμα και τώρα, που έφυγε, η ζωή έχει χρώμα, φως και εικόνες… Κι έτσι δεν τέλειωσε τίποτε…
Λίγα λόγια για το κείμενο
Η «Βαθυγάλανη» είναι ένα σύντομο αναγνωστικό θεατρικό κείμενο που εκτυλίσσεται σε έναν χώρο καθημερινό και οικείο, ένα μοδιστράδικο. Καθώς ένα φόρεμα μεταποιείται, μεταποιείται ταυτόχρονα και η μνήμη μιας σχέσης που ο σπόρος της δεν πρόλαβε να βλαστήσει και να καρπορφορήσει ομαλά. Ωστόσο, άφησε βαθύ αποτύπωμα.
Η Νύννα αφηγείται την εμπειρία μιας «παράξενης» αρχής που συγκρούστηκε με τις αυστηρές συντεταγμένες της «κανονικής ζωής» της, δηλαδή τις σωστές απαντήσεις, τα προβλέψιμα δρομολόγια, την ασφάλεια που ακυρώνει το απρόβλεπτο. Απέναντί της, η μοδίστρα λειτουργεί ως αντίβαρο ρεαλισμού και υλικότητας.
Ο απόντας «παράξενος» δεν εμφανίζεται ποτέ, όμως κυριαρχεί ως βλέμμα και ως γλώσσα. Είναι εκείνος που μετονομάζει το σώμα της γυναίκας, που γεννά μέσα της εικόνες, που ανοίγει ρωγμές στον κόσμο του αυτονόητου. Το βαθυγάλανο φόρεμα γίνεται σύμβολο μιας ταυτότητας που γεννήθηκε στιγμιαία και όμως επιμένει, και αρνείται να σβήσει από τη μνήμη.
Το κείμενο κινείται ανάμεσα στον εσωτερικό μονόλογο και τον διάλογο, διερευνώντας το τίμημα της κανονικότητας και τη δύναμη των αναπάντητων ερωτήσεων. Η «Βαθυγάλανη» δεν αφηγείται έναν έρωτα που χάθηκε, αλλά την απώλεια της δυνατότητας να ζήσει κανείς αλλιώς.
Το κείμενο σε εκτενέστερη μορφή γράφτηκε το 2016, σκηνοθετήθηκε από τον Πασχάλη Ξανθόπουλο, Δ/ντή σήμερα του Μεγάρου Μουσικής Κομοτηνής, και εντάχθηκε τότε στη θεατρική παράσταση «Ιστορίες με μια κλωστή» της θεατρικής ομάδας της Φιλοπρόοδης Ένωσης Ξάνθης (Ιούλιος 2016).
*Ο Δημήτρης Βλάχος, είναι φιλόλογος – συγγραφέας, τέως σχολικός σύμβουλος φιλολόγων Ροδόπης.
Δημοσιευμένα κείμενά του στην ιστοσελίδα του: www.dimitrisvlachos.gr
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
