Το ταξιδι της χαμενης ταυτοτητας

«Σκαρφαλώνοντας λέξεις»

Basim Khandaqji, «Μια μάσκα στο χρώμα του ουρανού», Πέρσα Κουμούτση, Βίκυ Μπούτρη (μτφρ.), εκδόσεις Σάλτο, Αθήνα 2024, σ. 204

Το μυθιστόρημα του Μπασίμ Χαντακτζί δεν είναι σημαντικό μόνο γιατί έχει κερδίσει το Διεθνές Βραβείο Αραβικής Λογοτεχνίας το 2024 (το λεγόμενο Booker των αραβικών χωρών, που θεσπίστηκε το 2007, αναγνωρίζοντας την αριστεία στη σύγχρονη αραβική λογοτεχνία και προωθώντας ένα παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό αραβικών λογοτεχνικών έργων), αλλά γιατί όντως είναι ένα σπουδαίο βιβλίο από αυτά που ανήκουν στην παράδοση της αραβικής λογοτεχνίας. Όχι επειδή αποτελεί μια ιδιαίτερη κατηγορία –και γιατί να είναι εξάλλου; Ποιος είναι ο κανόνας που θα διαχώριζε αυτήν από την παγκόσμια λογοτεχνία;–, αλλά, πρωτίστως, εξαιτίας τού πολύ ιδιαίτερου τρόπου γραφής του –τουλάχιστον από αφηγηματικής άποψης–, και μάλιστα κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες. Γιατί ο Μπασίμ Χαντακτζί ήταν έγκλειστος στις ισραηλινές φυλακές από το 2004 και για είκοσι χρόνια, όταν συνελήφθη για «τρομοκρατικές δραστηριότητες», σε ηλικία 21 ετών. Καταδικάστηκε τρεις φορές από στρατιωτικό δικαστήριο, με την ποινή του να καταλήγει σε ισόβια κάθειρξη, για «σχεδιασμό και συνέργεια σε επίθεση βομβιστή-καμικάζι» στο Τελ Αβίβ, με τρεις νεκρούς.

Ο Χαντακτζί όμως, μέσα στη φυλακή, κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές του στις Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αλ-Κουντς, εκπονώντας κατόπιν διδακτορική διατριβή στις Ισραηλιτικές Σπουδές. Ταυτόχρονα, δεν σταμάτησε λεπτό να γράφει ποίηση και πεζά, τα οποία, με ευφάνταστους τρόπους, κατάφερνε να προωθήσει εκτός φυλακής, ώστε να εκδοθούν. Η τελετή απονομής του IPAF πέρυσι συνέπεσε με τον καταστροφικό πόλεμο στη Λωρίδα της Γάζας, με έναυσμα την πολυαίμακτη επίθεση του στρατιωτικού βραχίονα της Χαμάς στο νότιο Ισραήλ, την 7η Οκτωβρίου 2023. Σήμερα, ο Μπασίμ Χαντακτζί απολαμβάνει ανέλπιστα  την ελευθερία του, αφού είναι ένας από τους 1968 Παλαιστινίους κρατούμενους που αφέθηκαν ελεύθεροι από το Ισραήλ, στο πλαίσιο της πρώτης φάσης της συμφωνίας εκεχειρίας στη Μέση Ανατολή. 

Η υπόθεση του βιβλίου έχει ως εξής, τουλάχιστον όπως περιγράφεται στο οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης:

«Ο Noυρ, ένας Παλαιστίνιος αρχαιολόγος που ζει σε έναν προσφυγικό καταυλισμό στη Ραμάλα, υιοθετεί την ταυτότητα του κατακτητή σε μια προσπάθεια να κατανοήσει τη σιωνιστική νοοτροπία, αλλά και να παρεισφρήσει σε μια ομάδα Ισραηλινών αρχαιολόγων που θα πραγματοποιήσει ανασκαφές σε έναν από τους εποικισμούς. Έτσι, ενώ του αποκαλύπτεται το θαμμένο πτώμα της ιστορικής Παλαιστίνης, ο πρωταγωνιστής και αφηγητής της ιστορίας θα βιώσει το ψυχολογικό και, κυρίως, το συναισθηματικό “χάσμα” που προκύπτει ανάμεσα στις δύο προσωπικότητες τις οποίες πλέον έχει. Άραγε, θα καταφέρει ο Νουρ να “πετάξει” το προσωπείο, τη μάσκα, που αρχίζει σιγά σιγά να κυριαρχεί πάνω του και τον δυναστεύει;»

Θα πρόσθετα στις πληροφορίες αυτές ότι η αρχική πρόθεση του Νουρ ήταν η συμμετοχή του στην ομάδα των Ισραηλινών αρχαιολόγων, εξαιτίας της μεγάλης του ανάγκης να διεξάγει λεπτομερή κι επιτόπια έρευνα, προκειμένου να καταφέρει να ολοκληρώσει την προεργασία για το μυθιστόρημα που προτίθεται να συγγράψει και το οποίο αναφέρεται στο πρόσωπο της Μαρίας Μαγδαληνής και στη σχέση της με τον Ιησού και τους Αποστόλους. Για να παρεισφρήσει όμως στην ομάδα αυτή, έπρεπε να υιοθετήσει μια νέα ταυτότητα. Και το κάνει. Τον βοηθά σ’ αυτό η τύχη, αφού βρίσκει την ταυτότητα ενός Ισραηλινού άντρα, περίπου στην ηλικία του, και τη χρησιμοποιεί καθώς τα δικά του εξωτερικά χαρακτηριστικά, που πάντα ήταν αιτία εκφοβισμού από τους συνομήλικους του Παλαιστίνιους, κάνοντάς του τη ζωή δύσκολη, συνάδουν με αυτά ενός καθαρόαιμου Ασκενάζι, Εβραίου δηλαδή ευρωπαϊκής καταγωγής. Αυτή η «μπλε ταυτότητα», λοιπόν, στο χρώμα του ουρανού είναι το διαβατήριό του στο ταξίδι για την πραγμάτωση των ονείρων του. Στο ταξίδι αυτό, εμείς οι αναγνώστες, όντας συνταξιδιώτες, γινόμαστε αυτόπτες μάρτυρες της παλαιστινιακής τραγωδίας, που επί της ουσίας τραυμάτισε τον Νουρ, καθώς τον απογύμνωσε από την ταυτότητά του και τον αποσύνδεσε από τον πραγματικό του εαυτό. Αυτόν που απεγνωσμένα αναζητά.

Ο Χαντακτζί, χρησιμοποιώντας πολύ ευρηματικά την επιθυμία του Νουρ να γράψει ένα μυθιστόρημα, εγκιβωτίζει στην κεντρική αφήγηση, με ένα ξεχωριστό και καινοτόμο αφηγηματικό στυλ, τις ηχητικές εγγραφές του πρωταγωνιστή, βοηθητικές για τη συγγραφή του βιβλίου του. Έτσι, ο αναγνώστης είναι σαν να διαβάζει ταυτόχρονα δυο βιβλία, το μυθιστόρημα του Χανταντζί και το μυθιστόρημα του Νουρ. Αυτή η πειραματική και πολυεπίπεδη αφήγηση έχει ως στόχο να ανακτήσει στοιχεία της ιστορίας, αλλά και τη μνήμη τόπων με ζωντανό και αξιομνημόνευτο χαρακτήρα. Γράφοντας ο Νουρ για τη Μαρία Μαγδαληνή, αναζητά την καταγωγή της, ερευνά την ιστορία της, ακολουθεί τα ίχνη της στη γη των πολιτισμών και των θρησκειών, στο χωνευτήρι που λέγεται Παλαιστίνη. Και δεν επιλέγει τυχαία ο συγγραφέας να έχει ο Νουρ ως θέμα του βιβλίου του την ιστορία της Μαρίας Μαγδαληνής και πρότυπό του τον «Κώδικα Ντα Βίντσι» του Νταν Μπράουν∙ είναι πασιφανές ότι ο Χαντακτζί απαντά έτσι στον δυτικό τρόπο θέασης της Παλαιστίνης και του βίου της Μαρίας Μαγδαληνής, που εμφορείται ξεκάθαρα από τον οριενταλισμό, την αποικιοκρατική αντίληψη για την Ανατολή.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη, ίσα μοιρασμένα μεταξύ τους. Το πρώτο μέρος τιτλοφορείται «ΝΟΥΡ» κι αρχίζει ήδη από τις πρώτες σελίδες να ξετυλίγει το νήμα της προσωπικής του ιστορίας, της οικογενειακής και ατομικής, θέτοντας αμέσως τα κεντρικά θέματα του μυθιστορήματος, που είναι πρωτίστως η έννοια της ταυτότητας, αλλά και οι ρίζες του καθενός, καθώς και η πατρίδα. Τρία πρόσωπα κυριαρχούν στην αφήγηση, ο πατέρας του Νουρ, ένας άνθρωπος απογοητευμένος από τους παλιούς συντρόφους του, που έχασε τον εαυτό του στα χρόνια που θυσίασε την προσωπική του ευτυχία μέσα στη φυλακή, για το όραμα μιας ελεύθερης πατρίδας, αντιστεκόμενος στις συμφωνίες του Όσλο και εγκατέλειψε για πάντα την ταυτότητά του. Κι ο Μουράντ, ο παιδικός φίλος του Νουρ, που συνελήφθη αναίτια ένα βράδυ κατά τη διάρκεια της βόλτας τους και πολεμά, μέσα από τη φυλακή, την κατοχή, προσπαθώντας να ξεσκεπάζει τα ψεύδη της. Ο Μουράντ, που, μολονότι είναι βουβό πρόσωπο, περισσότερο έχει τον ρόλο του αποδέκτη όλων των σκέψεων, των αμφιβολιών και των εξομολογήσεων του Νουρ στις μαγνητοφωνήσεις του και μπορεί να είναι το alter ego τού ίδιου του Χαντακτζί, είναι η φωνή της συνείδησης του πρωταγωνιστή, ίσως να είναι και η φωνή ενός ολόκληρου λαού. Και είναι κι ο ίδιος ο Νουρ, που υπομένει την απώλεια της ταυτότητάς του, του πνεύματος, της γης του, της πατρίδας του. Και τώρα ψάχνει τον τρόπο να την ανασυστήσει. Οικειοποιούμενος μια ξένη ταυτότητα, του εχθρού, μια μάσκα, η χρήση της οποίας γίνεται σύμβολο, για να μπορέσει να αποκαλύψει την αλήθεια κι όχι ως είθισται να την κρύψει.

Στο δεύτερο μέρος με τον τίτλο «ΟΥΡ», το όνομα που δανείζεται δηλαδή, εξερευνά κι άλλα θέματα, ίσως αμφιλεγόμενα για τους Παλαιστίνιους, όπως για παράδειγμα τις μορφές αντίστασης που επιλέγει ο καθένας, για να αντιμετωπίσει τον εχθρό.  Καταφέρνει, υπερβαίνοντας τις παλαιστινιακές ιδιαιτερότητες, να νοηματοδοτήσει την παγκόσμια ιδέα της αντίστασης στην κατοχή, μέσω της τέχνης και, κυρίως, της λογοτεχνίας. Ο Νουρ συστήνει έναν νέο τρόπο αντίστασης:  την ιστορική έρευνα και την τεκμηρίωση. Συνάμα η συνάντησή του στον τόπο των ανασκαφών με την Ιγιάλα, μια περήφανη Εβραία της Ανατολής, αναδεικνύει και το θέμα του ρατσισμού στην κοινωνία των Εβραίων. Οι Εβραίοι της Ανατολής υποφέρουν από τις διακρίσεις των Ασκενάζι.

Στο τρίτο μέρος, «ΣΑΜΑ» το ονομάζει, από την Παλαιστίνια κοπέλα από τη Χάιφα που συναντά στην ανασκαφή κι επιδεικνύει σε κάθε ευκαιρία περήφανα την παλαιστινιακή της ταυτότητα, ενώ αρνείται να αναγνωρίσει το Ισραήλ, παρόλη την ισραηλινή της υπηκοότητα. Σε αυτό το μέρος του μυθιστορήματος ο Νουρ παλεύει ανάμεσα σε δύο ταυτότητες, βιώνει έντονα κρίση του εαυτού του –είναι κρίμα να σας αποκαλύψω αν θα τα καταφέρει τελικά να αυτοπροσδιοριστεί, αξίζει να το διαβάσετε. Θαρρώ, όμως, πως η συνάντηση με τη Σάμα είναι καταλύτης για την πορεία του Νουρ.

Ο Χαντακτζί, με μια τριτοπρόσωπη αφήγηση, που ακολουθεί την πορεία του Νουρ, αλλά και με τις πρωτοπρόσωπες ηχητικές καταγραφές, εν είδει εσωτερικού μονολόγου, φωτίζει ολόπλευρα την ψυχή του ήρωά του. Και σε έναν πολύ συμβολικό αφηγηματικό χρόνο,αφού όλα τα γεγονότα διαδραματίζονται κατά τη διάρκεια του μήνα του Ραμαζανιού του 2021, εν μέσω κλιμακούμενων διαμαρτυριών κατά της απόφασης των ισραηλινών δικαστηρίων να κατασχεθούν σπίτια Παλαιστινίων στη συνοικία Sheikh Jarrah, για να υπάρξει χώρος για Εβραίους εποίκους. Αποφάσεις που η Διεθνής Αμνηστία χαρακτήρισε με τη φράση «Αυτό είναι Απαρτχάιντ».

Ο Χαντακτζί γράφει ένα σπουδαίο βιβλίο –ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει και στα διακείμενά του: Εντουάρντ Σαΐντ, Μπιλ Άσκφορντ, Φράνσις Φανόν, Ελιάς Χουρί, Μαχμούντ Νταρουίς είναι κάποιοι μόνο από τους σημαντικούς λογοτέχνες που αναφέρονται, μαζί με τη Βίβλο, το Κοράνι, την Καινή διαθήκη και τα Γνωστικά Ευαγγέλια– και προλογίζεται από τον πρόεδρο της Επιτροπής των Αραβικών Βραβείων, Ναμπίλ Σουλεϊμάν, ως εξής, αιτιολογώντας το πρώτο βραβείο: «Το μυθιστόρημα ανατέμνει την περίπλοκη, πικρή πραγματικότητα της διάλυσης οικογενειών, του εκτοπισμού, της γενοκτονίας και του ρατσισμού».

Εγώ θα πω –αν μου επιτραπεί– πως το βιβλίο μάς διδάσκει και κάτι πολύ σπουδαίο, πως η ιστορία, ακόμα κι αν πλαστογραφηθεί, ποτέ δεν θα σβήσει.

*Η Ρένα Σαμαρά-Μάινα είναι φιλόλογος, διοργανώνει και συντονίζει τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας Κομοτηνής και επιμελείται τη ραδιοφωνική εκπομπή «Με αφορμή ένα βιβλίο», στην ΕΡΤ Κομοτηνής. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς ιστότοπους. Ο τίτλος της στήλης, «Σκαρφαλώνοντας λέξεις», προέρχεται από τον στίχο του Γιώργου Σεφέρη, «σκαρφαλώνοντας λέξεις με μια ανεμόσκαλα».

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.