Το σερβιτσιο
Πρέπει να ήταν στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ή στις αρχές του ’60.
Τον πατέρα τον βλέπαμε στο μαγαζί. Γαλατάδικο, απ’ τον παππού κιόλας. Από παλιά.
Παλιό μαγαζί.
Ξύλινος πάγκος, βαρύς, πάνω μάρμαρο, κάτω στο βάθος, σφιχτά αρμοσμένα στο σελάχι τα όπλα του παππού. Μπιστόλες και μαχαίρι.
—Γιατί τα έχουμε εδώ παππού;
—Καλά είναι, μη ρωτάς.
Τσιγκελωτά άσπρα μουστάκια ο παππούς.
Νύχτα στο μαγαζί, στις έντεκα ή στις εντεκάμιση, ο πατέρας πίσω απ’ τον πάγκο, κρατώντας το κατάστιχο. Γράφει βερεσέδια.
—Τι είναι βερεσέδια;
—Όσοι δεν έχουν να πληρώσουν.
Κάπου στα μισά της δεκαετίας του ’70 φτάνει στο καινούριο σπίτι το σερβίτσιο. Εκθαμβωτικά πλούσιο. Ογδόντα κομμάτια και βάλε! Αλπακάς ή ένα τέτοιο περίεργο όνομα για το μέταλλο. Μερικά με χρήση άγνωστη. Πιρούνια για ψάρι, μαχαίρια για ψάρι!
—Από πού ήρθε; Τι είναι;
—Βερεσέδια. Ο φίλος μου ο χρυσοχόος, ο Μωυσής, που τον ξέρεις, δεν μπορούσε να πληρώσει αλλιώς. Χρόνια βερεσέδια.
Συντροφεύοντας χαρές και λύπες της οικογένειας, μικρές και μεγάλες γιορτές, πένθη και πάρτυ, πάνω στον χρόνο, το σερβίτσιο έφτασε ως εδώ.
Οξειδώνεται και το βάζω πια στο πλυντήριο πιάτων.
Το ξανάβαλα σήμερα δυο φορές.
Πρόβλεψη για τους αρραβώνες των παιδιών.
*Η Βασιλική Κοντογιάννη είναι Ομ. Καθηγήτρια του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του ΔΠΘ και ποιήτρια, με πιο πρόσφατη συλλογή της τα «Σημεία πορείας» (εκδ. Librofilo & Co, 2024).
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
