«Το παρελθον, που ανασυρεται μεσα απο καθε στιγμη του παροντος, οικοδομει τα ορια του κοσμου και της ανθρωπινης ζωης»
Η Ελένη Σκάβδη μας παρουσίασε το δεύτερο βιβλίο της, στο οποίο, ενώ καινοτομεί μορφολογικά, περνώντας από το μυθιστόρημα στο διήγημα, διατηρεί ακέραιες και συναρπαστικές τις θεματολογικές της επιλογές: ταξίδια αναπόλησης ενός παρελθόντος γεμάτου με τόπους, χρώματα, ήχους, μυρωδιές, διάφανα σπίτια, γεμάτα ανθρώπους, με ευάλωτα σώματα, που έρχονται και φεύγουν, χαίρονται και πικραίνονται, ερωτεύονται κι απογοητεύονται, αλλά παραμένουν συνεχώς ζωντανοί και παλλόμενοι από μνήμες κι αισθήματα.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό αλλά και δηλωτικό των συγγραφικών διαθέσεών της είναι ο τίτλος και η φωτογραφία του εξωφύλλου: ροζ και γκρίζο χρώμα και στο βάθος μία αχνή γυναικεία μορφή με μισάνοιχτα χείλη έτοιμα να μιλήσουν∙ όπως λέει και η ίδια «μεγαλώνοντας είχα αποθέματα χρωμάτων να διαλέξω τις στιγμές που μου χρειαζόταν». Το γιατί διάλεξε το ροζ και το γκρίζο φανερώνεται στο γλυκόπικρο αλλά αισθαντικό και, τελικά, αισιόδοξο περιεχόμενο των διηγημάτων της. Είναι γοητευτική αυτή η ερεθιστική αμφισημία του τίτλου και της εικόνας του εξωφύλλου. Το ροζ και το γκρίζο οριοθετούν τον κλαυσίγελω του βιούμενου χώρου και χρόνου των ανθρώπων, που παλινδρομούν ανάμεσα στα βιώματα και τις μνήμες τους και ξαναζωντανεύουν μπροστά μας, με την τέχνη τους, τα γεγονότα που όρισαν τη ζωή τους, όσα τους πόνεσαν κι όσα τους έδωσαν χαρά, «η τέχνη είναι χρυσούν βραχιόλιον…» που έλεγε και ο Βιζυηνός, όπως μας τον ξαναθυμίζει η Ελένη. Περιδιαβάζοντας μνημονικά στους τόπους που σημάδεψαν τη ζωή της, αναζητά, στα σημεία του χώρου, στα λόγια των ανθρώπων και στη ροή των γεγονότων, τα ίχνη της δικής της πορείας μέσα στον χρόνο και τον χώρο –η ιστορία γίνεται βίωμα και μνήμη, το «σώμα» των τόπων που έζησε ταυτίζεται με την πορεία του δικού της σώματος!
Η Ελένη επικεντρώνεται με έντονη έμφαση στη λεπτομερή περιγραφή του υπαίθριου χώρου αλλά και του κατοικημένου τόπου –πρόκειται για μία συναισθηματικά βιωμένη χωροταξία. Η αφήγησή της διακρίνεται από έναν πηγαίο αυθορμητισμό, ζωντανεύει τις λεπτομέρειες της καθημερινότητας, βιώνει και απομνημονεύει την ιστορία της μετακινούμενη μέσα στον χώρο και τον χρόνο, καθώς αλλάζουν οι πατρίδες, οι κατοικίες, οι ηλικίες, τα σώματα και τα αισθήματα των πρωταγωνιστών της: πρόκειται για μια ιστορία μετακινήσεων και συνασθηματικών μεταπτώσεων, καθώς η μικρο-ιστορία των ανθρώπινων περιστατικών αποτελεί ψηφίδα στο μωσαϊκό της μεγάλης ιστορίας του ευρύτερου κοινωνικού και γεωγραφικού χώρου. Η ματιά της συγγραφέως λειτουργεί σαν μεγεθυντικός φακός πάνω στα καθημερινά γεγονότα που συγκροτούν το πρακτικό, ιδεολογικό και συναισθηματικό σύμπαν της κεντρικής ηρωίδας.
Η αφήγησή της είναι αισθαντική, σχεδόν προφορική, αν και ετεροδιηγητική. Το παρελθόν ανασύρεται μέσα από κάθε στιγμή του παρόντος, για να οικοδομήσει τα όρια του κόσμου και της ανθρώπινης ζωής. Όπως η ίδια εξομολογείται στο βιβλίο της «ήθελα να τα δω όλα από απόσταση φευγιού… Πάντα έφευγα. Στα όψιμα πια επιστρέφω κανονικά. Ταξίδια με εισιτήριο τις λέξεις…», ενώ μας έχει προειδοποιήσει για την πορεία της αυτή ήδη από το προηγούμενο έργο της «Εκείνη η πόλη», όπου δήλωνε χαρακτηριστικά «από όποιον σταθμό κι αν ξεκινήσω πάντα η ίδια αίσθηση…».
Το έργο της αποτελεί ένα ταξίδι επιστροφής στους τόπους που έζησε, στους ανθρώπους που αντάμωσε, στα ρούχα που φόρεσε, στις εικόνες που τη γοήτευσαν, στα χρώματα που τη μάγεψαν, στις μυρωδιές που την ξεσήκωσαν, στα αισθήματα που τη σημάδεψαν: ο παρελθών χρόνος εκτυλίσσεται στον ενεστώτα –όπως λέει και ο Εliot «ο παρών χρόνος και ο παρελθών χρόνος είναι ίσως και οι δύο παρόντες στο μέλλοντα χρόνο και ο μέλλων χρόνος περιέχεται στον παρελθόντα χρόνο. Ό,τι θα μπορούσε να συμβεί και ό,τι συνέβη δείχνουν σ’ ένα τέλος που είναι πάντοτε παρόν».
H Ελένη ταξιδεύει, μέσα από τις περιπέτειες της ζωής «με εισιτήριο τις λέξεις, τα λόγια», συνθέτοντας ένα εγχειρίδιο μνήμης μιας ζωής που πέρασε αλλά δεν έφυγε, είναι διαρκώς παρούσα κι αναπλάθεται μέσα από τα λόγια μιας γοητευτικής αφήγησης, που συνεχώς την ανατέμνει σε μια προσπάθεια μιας ύστερης κατανόησης. Γι΄ αυτό είναι ευλογία οι λέξεις, με όλες τις μεταμορφώσεις τους, και ευλογημένοι όσοι μπορούν να πλέκουν τις λέξεις σε έναν αποκαλυπτικό λόγο. Μέσα από τα λόγια αναδύονται, γοητευτικά παλλόμενα, τα τυραννισμένα σώματα με «τα σκοτεινά βλέματα, τα μισά χαμόγελα, τα ρυτιδωμένα πρόσωπα, τις διπλωμένες ράχες και τις χαλαρωμένες κοιλιές» που κρατούν όμως πάνω τους «ζωντανές τις μυρωδιές των ερώτων» που πέρασαν αλλά δεν πέθαναν και άφησαν πίσω τους αισθήματα εμποτισμένα από πτυχές μνήμης βιωμένης με οδύνη. Είναι οι μνήμες που στοιχειοθετούν τη ζωή μας και συντηρούν τις αντοχές και τις ελπίδες μας ή, με τα δικά της λόγια, «οι εποχές αλλάζουν, οι άνθρωποι αλλάζουν και χάνονται… μένουν όμως σκαρφαλωμένοι στη μνήμη, αγκιστρωμένοι λες για να υπομνηματίζουν ολόκληρες ζωές. Δικαιωμένες ή αδικαίωτες».
Όπως σου είπα και την άλλη φορά, Ελένη μου, τελικά, η αφήγηση είναι μια θεραπευτική διαδικασία –βιογραφούμε για να αυτοβιογραφηθούμε…
*Η Χριστίνα Βέικου, γνώριμη στη Θράκη καθώς υπηρέτησε ως μέλος ΔΕΠ – με γνωστικό αντικείμενο την Κοινωνική Ανθρωπολογία– στο Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, έχει στραμμένο το ερευνητικό της ενδιαφέρον στη συμβολική ανθρωπολογία, στην ανθρωπολογία της εκπαίδευσης και στη διαπολιτισμική αγωγή.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
