«Terra incognita: στιχοι (απο)δομησης – Πραξη ΙΙ»: Απο τη Σιωπη στη Δημιουργια

Η Καθηγήτρια στο Τμήμα Ανθρωπιστικών Σπουδών του ΔΠΘ, Μαρία Δημάση, μιλά για την ποίηση ως πράξη (από)δόμησης, αυτογνωσίας και ελευθερίας

—«Η “Alma Libre’’ μου είναι η μικρή μου εγγονή, σε αυτή είναι αφιερωμένο το τελευταίο μου ποίημα, είναι η λύτρωσή μου», όπως τονίζει με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίου της

Μετά από μια δεκαετία σιωπής, η φωνή επιστρέφει όχι απλώς για να ακουστεί, αλλά για να ανασυνθέσει τον εαυτό της. Η Μαρία Δημάση, Καθηγήτρια στο Τμήμα Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, ανοίγει ένα βαθιά προσωπικό και ταυτόχρονα καθολικό ποιητικό σύμπαν μέσα από το έργο της «Terra incognita: στίχοι (από)δόμησης – Πράξη ΙΙ», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης.

Σε μια εποχή κατά την οποία η ταχύτητα απειλεί την ενδοσκόπηση, η ίδια επιλέγει τη συνειδητή κατάδυση: στη μνήμη, στη χαρμολύπη, στις αντιφάσεις που συγκροτούν την ανθρώπινη εμπειρία. Η ποίησή της δεν είναι φυγή, αλλά επιστροφή· δεν είναι διακόσμηση της πραγματικότητας, αλλά εργαλείο αποδόμησης και επαναθεμελίωσης.

Με λόγο που ισορροπεί ανάμεσα στην ακαδημαϊκή πειθαρχία και την εσωτερική έκρηξη, η κ. Δημάση μετατρέπει την προσωπική της διαδρομή σε έναν ανοιχτό διάλογο με τον αναγνώστη. Από την απώλεια και την αναζήτηση, μέχρι τη λύτρωση που φέρει μια νέα ζωή, το έργο της αναδεικνύει τη δύναμη της ποίησης ως πράξη θάρρους: να μοιράζεσαι την ψυχή σου – και να την ξαναχτίζεις από την αρχή.

Μαρία Δημάση, «Ένιωσα έτοιμη, με θράσος, όπως έλεγε ο Ελύτης, να μοιραστώ την ψυχή μου μετά από πάρα πολλά χρόνια»

Χ.Κ.: Στην «Terra incognita: στίχοι (από)δόμησης – Πράξη ΙΙ» ολοκληρώνετε ένα ποιητικό εγχείρημα που ξεκίνησε στην Πράξη Ι. Ποια ήταν η εσωτερική ανάγκη που σας οδήγησε σε αυτήν τη διπλή δομή;

Μ.Δ.: Καταρχάς, αξίζει να σημειώσω πως δεν έγραφα ποίηση εδώ και πολλά χρόνια
–πάνω από δέκα–, διότι είχαν συμβεί διάφορα γεγονότα, άλλα πολύ χαρούμενα, μα και θλιβερά. Με λίγα λόγια, ήμουν σε μία κατάσταση χαρμολύπης που με είχε μπλοκάρει. Οπότε το 2023 βρέθηκα σε μία διαδικασία εσωτερικής αναζήτησης, λόγω των εξελίξεων στο πανεπιστήμιο και της ωριμότητας που πια ήταν προ των πυλών
–με την έννοια της ολοκλήρωσης της ενεργούς θητείας μου στο πανεπιστήμιο, η οποία κλείνει φέτος. Ένιωσα την ανάγκη να εκφραστώ και να μοιραστώ σκέψεις, συναισθήματα, προβληματισμούς, αλλά με μία αίσθηση ανάδυσης και του παρελθόντος, όχι μόνο για τους άλλους, αλλά για εμένα την ίδια.

«Είμαι ένας άνθρωπος διαρκών αναζητήσεων. Ακόμη και σήμερα –αφυπηρετώ τον Αύγουστο– συνεχίζω να μαθητεύω και να φοιτώ στην εκπαίδευση, δηλαδή αυτήν τη στιγμή είμαι υποψήφια μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Τμήμα Ανθρωπιστικών Σπουδών, κάνω τη μεταδιδακτορική μου έρευνα. Με αυτόν τον τρόπο δείχνω ότι η διά βίου εκπαίδευση και μάθηση δεν είναι μεγαλοστομίες, αλλά πράξη. Υπό αυτήν την έννοια, λοιπόν, κάποια στιγμή στην πορεία των φιλοσοφικών αναζητήσεών μου συνειδητά φοίτησα στο Θεολογικό Τμήμα της Θεολογικής Σχολής της Θεσσαλονίκης. Το περισσότερο από το λεξιλόγιο που αυτόματα αναδύεται στην ποιητική μου γραφή προέρχεται από τη θεολογική μου κατάρτιση και κατά δεύτερον από τις παιδαγωγικές μου σπουδές»

Άλλωστε, εκείνοι που ασχολούνται με τη θεωρία της λογοτεχνίας θεωρούν πως, όταν ένας λογοτέχνης κοινοποιεί-δημοσιοποιεί το έργο του, πεθαίνει ως δημιουργός, λειτουργώντας απέναντί του ως αναγνώστης. Ουσιαστικά αυτό ακριβώς μου συνέβη, δηλαδή έγραφα, για να μοιραστώ τη συγκίνησή μου με άλλους ανθρώπους και ταυτόχρονα με τον εαυτό μου ως αναγνώστρια. Κάποτε ο Ελύτης είπε: «έχω το θράσος, μερικές φορές, να μοιράζω την ψυχή μου από ψηλά». Ας το πούμε έτσι, ένιωσα έτοιμη, με θράσος να μοιραστώ την ψυχή μου μετά από πάρα πολλά χρόνια.

Χ.Κ.: Η έννοια της (από)δόμησης διατρέχει το έργο σας. Πώς μεταφράζεται αυτή η διαδικασία σε προσωπικό και ποιητικό επίπεδο;

Μ.Δ.: Την αντιλαμβάνομαι με πολύ απλό τρόπο ως εξής: Γράφοντας, δομούσα το νέο μου πρόσωπο υπό τη μυθολογική του έννοια, του προσώπου ως ολοκληρωμένης οντότητας. Ταυτόχρονα, αποδομούσα στερεότυπα, λύπες, χαρμολύπες, δηλαδή μέσα από την αποσύνθεση «γεννιόταν» η ανασύνθεση μίας νέας πραγματικότητας και προσωπικότητας με κάθε στίχο, λέξη και ποίημα.

Χ.Κ.: Οι έξι σκηνές της Πράξης ΙΙ μοιάζουν με θεατρική σκηνοθεσία ενός εσωτερικού μονολόγου. Πόσο συνειδητή ήταν αυτή η δραματουργική προσέγγιση;

Μ.Δ.: Ήταν πολύ συνειδητή. Έγραφα ενότητες ποιημάτων –δεν έχω πουθενά τίτλους–, μικρές συστάδες ποιημάτων με μία κοινή φιλοσοφία και εστίαση. Η Τζένη Κατσαρή-Βαφειάδη –με την οποία συμπορευόμαστε– τα «βάφτισε» Πράξεις. Στην Πράξη ΙΙ έχω μία διαρκή αναζήτηση των ελάχιστων αναμνήσεων από την παιδική, δύσκολη ηλικία μου, οπότε είναι σαν να κοιτιέμαι στον καθρέφτη μέσα από τον οποίο βλέπω το παρελθόν χωρίς να το φιλτράρω, αλλά μετά εξυγιαίνω τις θλιβερές μου αναμνήσεις, γιατί είμαι κατά βάση αισιόδοξος άνθρωπος. Αυτό θέλω να βγει και στο τέλος. Πράγματι, ο λόγος γίνεται για μία θεατρική υπόσταση, «θεατρινίζουσα» ας πούμε καλύτερα.

«Το περισσότερο από το λεξιλόγιο που αυτόματα αναδύεται στην ποιητική μου γραφή προέρχεται από τη θεολογική μου κατάρτιση και κατά δεύτερον από τις παιδαγωγικές μου σπουδές»

Χ.Κ.: Στο έργο σας συνυπάρχουν η ακαδημαϊκή σκέψη και η ποιητική έκφραση. Πώς επηρεάζει η επιστημονική σας ιδιότητα τη γραφή σας;

Μ.Δ.: Είμαι ένας άνθρωπος διαρκών αναζητήσεων. Ακόμη και σήμερα –αφυπηρετώ τον Αύγουστο– συνεχίζω να μαθητεύω και να φοιτώ στην εκπαίδευση, δηλαδή αυτήν τη στιγμή είμαι υποψήφια μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Τμήμα Ανθρωπιστικών Σπουδών, κάνω τη μεταδιδακτορική μου έρευνα. Με αυτόν τον τρόπο δείχνω ότι η διά βίου εκπαίδευση και μάθηση δεν είναι μεγαλοστομίες, αλλά πράξη. Υπό αυτήν την έννοια, λοιπόν, κάποια στιγμή στην πορεία των φιλοσοφικών αναζητήσεών μου συνειδητά φοίτησα στο Θεολογικό Τμήμα της Θεολογικής Σχολής της Θεσσαλονίκης. Το έκανα αυτό, ενώ ήδη ήμουν διορισμένη εκπαιδευτικός και είχα το πρώτο μου παιδί, γιατί μεγάλωσα με τον παππού μου, που ήταν ιερέας, σε ένα περιβάλλον εντιμότητας, ηθικών αξιών, αλλά και κάποιων άτεγκτων θεωρήσεων. Πήγα στη Θεολογική από «δίψα» να μάθω πράγματα. Το περισσότερο από το λεξιλόγιο που αυτόματα αναδύεται στην ποιητική μου γραφή προέρχεται από τη θεολογική μου κατάρτιση και κατά δεύτερον από τις παιδαγωγικές μου σπουδές· είναι το «ρούχο» μου, το δεύτερο «δέρμα» μου. Δεν ήταν τίτλοι σπουδών που κορνίζωσα και συμβατικά χρησιμοποιούσα διδάσκοντας, ήταν η δεύτερη φύση μου, με την οποία συνεξελίσσομαι.

Επίσης, τα ποιήματά μου δεν τα προετοιμάζω, ακολουθώ τον δρόμο της αυτόματης γραφής. Μερικές φορές σκέφτομαι μήπως η λέξη που αναδύθηκε από το ασυνείδητο είναι έτσι ή αλλιώς. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν διαρκή διάλογο με το ενεργητικό και το παθητικό μου λεξιλόγιο. Άρα, η επιστημονική μου ταυτότητα δρα ως πλαίσιο προικοδότησης του λόγου μου.

Χ.Κ.: Η αναφορά στην “Alma Libre” στο τέλος της συλλογής δίνει μια αίσθηση λύτρωσης. Πρόκειται για ένα προσωπικό καταστάλαγμα ή για μια ανοιχτή πρόσκληση προς τον αναγνώστη;

Μ.Δ.: Εννοείται ότι είναι μία ανοιχτή πρόσκληση στον οποιοδήποτε αναγνώστη που συγκινείται, αλλά η “Alma Libre’’ μου είναι η μικρή μου εγγονή –έξι μηνών. Σε αυτή είναι αφιερωμένο το τελευταίο μου ποίημα, είναι η λύτρωσή μου, γιατί ήθελα πάρα πολύ να γεννηθεί. Έφερε το φως στη ζωή μου και με έκανε να ονειρεύομαι, άρα με αποδέσμευσε ακόμη και από τον φόβο των σβησμένων κεριών.

«Θεωρώ πως σε μια εποχή που γιγαντώνεται ένα τεχνοκρατικό ιδεώδες στην εκπαίδευση, η λογοτεχνία μπορεί να είναι το αντίβαρο»

Χ.Κ.: Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια; Μιλήστε μας για τα επόμενά σας βήματα.

Μ.Δ.: Το «Terra incognita: στίχοι (από)δόμησης – Πράξη ΙΙ» παρουσιάστηκε ήδη  στο Μέγαρο Μουσικής, καθώς είμαι αντιπρόεδρος της Στέγης Πολιτισμού.[…]

Επίσης, είμαι στην ευχάριστη θέση να πω, ότι από την προηγούμενη εβδομάδα μία πρότασή μου για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας έχει βρει τη «στέγη» της, καθώς έχω συντάξει, με δύο συνεργάτες μου, την Ευαγγελία Αραβανή και τον Γιάννη Γκουτσίδη, εγχειρίδιο διδασκαλίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας για την Α΄ Γυμνασίου. Είναι ένα από τα τέσσερα σχολικά εγχειρίδια που είναι αναρτημένο πλέον στο ΙΕΠ και θα προσφέρεται από το φθινόπωρο στους μαθητές και τις μαθήτριες. Μου δίνει πολύ μεγάλη χαρά, καθώς έχω μία ιδιαίτερη φιλοσοφία για τη λογοτεχνία. Πιστεύω ότι η λογοτεχνία δεν υπάρχει για να βάζει τον κόσμο και τη ζωή μας σε πολύχρωμα μπαλόνια, αλλά να μας κάνει να αμφισβητούμε, να σκεφτόμαστε κριτικά, να αντιμετωπίζουμε τη ζωή μας με αισιοδοξία, αλλά και με κριτική σκέψη. Θεωρώ, λοιπόν, πως σε μια εποχή που γιγαντώνεται ένα τεχνοκρατικό ιδεώδες στην εκπαίδευση, η λογοτεχνία μπορεί να είναι το αντίβαρο, υπό την έννοια της τέχνης του λόγου που συγκινεί, προτρέπει, διδάσκει αξίες και εξελίσσει. Υπάρχει τέτοιο βιβλίο στο οποίο έχουμε για παράδειγμα ξένη λογοτεχνία και αφορά δημιουργούς από τις χώρες προέλευσης πολυπληθών ομάδων μαθητών που φοιτούν στα ελληνικά σχολεία. Έχουμε τον «Μικρό Σουκρή» του Λουντέμη, ποιητές και πεζογράφους από τον εθνικό λογοτεχνικό κανόνα, αλλά και σύγχρονους ακριβώς, γιατί η λογοτεχνία δεν πρέπει να «μυρίζει» ναφθαλίνη, αλλά ζωή, γιατί είναι ζωή!

«Πιστεύω ότι η λογοτεχνία δεν υπάρχει για να βάζει τον κόσμο και τη ζωή μας σε πολύχρωμα μπαλόνια, αλλά να μας κάνει να αμφισβητούμε, να σκεφτόμαστε κριτικά, να αντιμετωπίζουμε τη ζωή μας με αισιοδοξία, αλλά και με κριτική σκέψη. Θεωρώ, λοιπόν, πως σε μια εποχή που γιγαντώνεται ένα τεχνοκρατικό ιδεώδες στην εκπαίδευση, η λογοτεχνία μπορεί να είναι το αντίβαρο, υπό την έννοια της τέχνης του λόγου που συγκινεί, προτρέπει, διδάσκει αξίες και εξελίσσει. Υπάρχει τέτοιο βιβλίο στο οποίο έχουμε για παράδειγμα ξένη λογοτεχνία και αφορά δημιουργούς από τις χώρες προέλευσης πολυπληθών ομάδων μαθητών που φοιτούν στα ελληνικά σχολεία. Έχουμε τον “Μικρό Σουκρή” του Λουντέμη, ποιητές και πεζογράφους από τον εθνικό λογοτεχνικό κανόνα, αλλά και σύγχρονους ακριβώς, γιατί η λογοτεχνία δεν πρέπει να “μυρίζει” ναφθαλίνη, αλλά ζωή, γιατί είναι ζωή!»

Σύντομα θα αρχίσουμε να αναρτούμε, σε συνεργασία με τις εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης, και στο Εργαστήριο της Ελληνικής Γλώσσας που έχω την τιμή να διευθύνω, εγχειρίδια –η πρώτη του μορφή είναι ήδη αναρτημένη στις εκδόσεις Παρατηρητής της Θράκης– υπό τον γενικό τίτλο «Ελληνοπερπατήματα», με πολλές γλώσσες διαμεσολάβησης, μέσω των οποίων μετανάστες και πρόσφυγες που μονίμως διαβιούν στη χώρα μας, άνθρωποι που ζουν στο εξωτερικό και θέλουν να μάθουν ελληνικά, μπορούν σε 100 ώρες να επικοινωνούν στην ελληνική γλώσσα. Ήδη η πρώτη μορφή διατίθεται δωρεάν και η επόμενη το ίδιο.

—Η παρούσα συνέντευξη δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα «Εμπρός» της Ξάνθης στις 28/04/2026, με αφορμή την κυκλοφορία της νέας ποιητικής συλλογής της Μαρίας Δημάση, «Terra incognita: Στίχοι (από)δόμησης – Πράξη ΙΙ» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, 2026). Ευχαριστούμε θερμά τη φιλόλογο και αρθρογράφο της εφημερίδας κ. Χρύσα Κιατίπη, καθώς και την εκδότρια της εφημερίδας κ. Ελένη Διαφωνίδου.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.