Ταξιδι στης μνημης τους σταθμους

Ελένη Σκάβδη, «Ροζ και Γκρίζο – Διηγήματα», εκδ. Πρόκνη, Αλεξανδρούπολη 2024, σ. 125

Έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία των διηγημάτων και έχοντας διαβάσει δυο φορές το βιβλίο, την πρώτη κάτω από δύσκολες συνθήκες στο σαλονάκι μιας πολυκλινικής, έρχομαι να μιλήσω για τούτο το ταξίδι στης μνήμης τους σταθμούς, της μάγισσας της πένας, δημοσιογράφου και συγγραφέα Ελένης Σκάβδη.

Ένα ταξίδι στους μαχαλάδες της καρδιάς, από εκείνα που, όσες φορές και να τα κάνουμε, πάντα το ίδιο θα μας συγκινούν κι ας μη γνωρίζουμε καμιά γωνιά της πόλης που περιδιαβαίνουμε. Ένα ταξίδι στον βορρά, ως την Αλεξανδρούπολη, που μέσα από τις λέξεις, τις εικόνες, το βαθύ συναίσθημα της συγγραφέα και το τρυφερό της κοίταγμα πίσω, θα γνωρίσουμε τις γειτονιές και τους ανθρώπους της. Η συγκίνηση θα τυλίξει από την αρχή εκείνον τον αναγνώστη που έχει δεσμούς ζωής με τα τραίνα, τις ράγες, τους σταθμούς των αποχωρισμών και των καλωσορισμάτων. Τα τραίνα γραμμένα με «αι», έτσι που να παραπέμπουν σε πολλά βαγόνια, έτσι όπως τόσο όμορφα λέει χαρακτηριστικά ο αγαπημένος της καρδιάς μου Δάσκαλος.

Οι εικόνες των διηγημάτων θα αρχίσουν να ξετυλίγονται καρέ καρέ στην αφήγηση, σαν ασπρόμαυρη λαϊκή κινηματογραφική ταινία του ’60. Με λεπτομέρειες προσεγμένες ως την τελευταία. Δοσμένες με τρυφερότητα, νοσταλγία, σκανδαλώδη αθωότητα. Τα τραίνα πάντα σε πρώτο πλάνο πάνε… έρχονται… Παίρνουν και ξαναφέρνουν στους μαχαλάδες της καρδιάς τη μάγισσα των λέξεων συγγραφέα, πάντα βιαστική, πάντα κοκέτα, με την τονισμένη φιλάρεσκα περισπωμένη των χειλιών της, πάντα πολιτικοποιημένη, ανθρώπινη, όμορφα μοιρασμένη.

Μια Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων της αγάπης και των θαυματοποιών της «άγιας ουτοπίας». Μια Αλίκη απαστράπτουσα, όχι μόνο του ροζ αλλά και του γκρίζου, για να ’ναι όλα πάντα σε ισορροπία. Ταξίδι στο ροζ των παιδικών αναμνήσεων, τότε που η… οτομοτρίς, έφερνε την… Αλίκη πίσω στην τρυφερή αγκαλιά του Παντελή της, στο Φωφάκι, στο Λεμονάκι, μαζί με τα φαντάρια τα αλλοτινά, στα στενά κουπέ… Όχι τα σημερινά μισθοφορικά ΝΑΤΟϊκά…

Δυνατές περιγραφές για τα πασάγια, τα βαγόνια, τις γραμμές, τα δρομολόγια, που συγκινούν τον αναγνώστη, εμπλέκοντάς τον συναισθηματικά σε τούτο το ταξίδι, αν όλα τούτα τα αναγνωρίζει σαν και το πατρικό του σπίτι. Τούτα τα διηγήματα δεν έχουν μόνο εικόνες. Έχουν ψυχή, που κάποτε είναι βαθιά και κάποτε φτάνει και ως το στόμα. Έχουν άρωμα, σαν το παλιό «Fougère». Έχουν γεύση, σαν του υποβρύχιου που συνόδευε το δροσερό νερό μας τα καλοκαίρια. Έχουν και στιλιστική πανδαισία σχεδίων και χρωμάτων, μνήμες της παλιάς “Burda”. Κόκκινα κοτλέ παντελόνια με χοντρή ρίγα… Το κρυφό όνειρο των κοριτσιών, κόκκινα λουστρίνια, παπούτσια με λεπτούς δερμάτινους φιόγκους… Άσπρο φουρό και δαντελωτά γάντια. Γυαλιστερά γαλάζια κομπινεζόν, στηθόδεσμους και νάιλον κάλτσες με ραφή, μακριές ροζ καπιτονέ ρόμπες και πασουμάκια με τακουνάκι και ροζ φούντα…

Ο Άη Λευτέρης και οι συνοικίες της Αλεξανδρούπολης

Το ταξίδι συνεχίζεται και πάντα σε πρώτο πλάνο οι γραμμές του τραίνου… Υποσυνείδητα τυραννικά ζωντανό το όνειρο του φευγιού, μα και τ’ όνειρο του γυρισμού. Στην παιδική ηλικία; Στην αθωότητα, που βάναυσα παραμερίζει η ενηλικίωση; Ποιος ξέρει; Και ξεδιπλώνονται οι μυρωδιές…, οι γεύσεις…, οι αναμνήσεις… Από σπίτια που μιλάνε τις νύχτες, ψιθυρίζουν, γελούν, κλαίνε, βήχουν, βρίζουν και οργίζονται, με τα ξύλινα τραπέζια τους, το κλαρωτό κάλυμμα του νεροχύτη, τη σαρακατσάνικη κουβέρτα της βλάχας στο κρεβάτι, τις αξεπέραστα αγέραστες μηχανές “Singer” και τα καλοραμμένα σκουτιά. Και το ταξίδι συνεχίζεται…

Οι όμορφες συνοικίες της Αλεξανδρούπολης ξεδιπλώνονται μέσα στη γραφή και τις γνωρίζουμε μία μία με τ’ όνομά τους. Κι ο Άη Λευτέρης με τον γυναικωνίτη του και τους ψαλμούς του, που γίνονταν νανούρισμα σαν οι Μεγάλες Παρασκευές έρχονταν, οι κυριολεκτικές, με τη Σταύρωση και την Ανάσταση, αλλά κι εκείνες, οι άλλες, οι μόνιμα Μεγάλες Παρασκευές, που μόνο Σταύρωση είχαν, μα ποτέ Ανάσταση, όταν οι άνθρωποι αποχωρίζονταν διά παντός τους ανθρώπους της καρδιάς τους.

Εκείνες τις άλλες Μεγάλες Παρασκευές του θρήνου, που τα κορίτσια κλαίνε ένα όμορφο παλληκάρι πάνω στον γυναικωνίτη, καθώς φεύγει πρόωρα και το φευγιό τού Ίκαρου «δικαιώνει την έφηβη λαχτάρα των κοριτσιών για δάκρυα». Κι όσο το ταξίδι συνεχίζεται, όλοι μα όλοι βρίσκουν τη θέση τους σε τούτη τη νοσταλγική «τσάρκα». Ο μπαρμπα-Θανάσης ο παγωτατζής…, ο Αγροφύλακας…, ο Ανδρόνικος ο καντηλανάφτης…, ο Αδριανουπολίτης που έψελνε και Τουρκικά και Γαλλικά και Αδριανουπολίτικα… και βέβαια ο τσαγκάρης! Ο τσαγκάρης που θα μετατρέψει τα αγέρωχα κόκκινα λουστρίνια σε συμβιβασμένα μαύρα, όπως ακριβώς ο πανδαμάτωρ χρόνος μετατρέπει το ροζ της αθωότητας σε γκρίζο της υποψίας για το πώς δομείται κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά και ηθικά η ταξική μας κοινωνία.

Το γκρίζο της υποψίας…

Και ενώ το ταξίδι συνεχίζεται, το γκρίζο πια παραμονεύει πάντα… Το γκρίζο του Πέτρου, του όμορφου χτίστη, που μια βραδιά αποφράδα η σκιά με τη ρεπούμπλικα και μια φαλτσέτα κοφτερή τού πήρε τη ζωή, ορφανεμένη αφήνοντας την Αννούλα του, «ανάμεσα στις μαυροντυμένες γυναίκες των συνόρων, που δύσμοιρες και σκοτεινές στήνουν στην αυλή της τα καζάνια τους, για να βάψουν μαύρα τα μελλούμενα προικιά της» κι η Άννα του Πετρή να κλείσει μια για πάντα τα παραθύρια της, ώσπου μια βραδιά, το τραίνο των ονείρων, «το τραίνο των οκτώ να περάσει αργά και σταθερά πάνω από το ρημαγμένο της κορμί».

Κόντρα στο γκρίζο τούτο, οι γραμμές θα φέρουν κάποτε και τον Μάνο. Τον Μάνο «που έφευγε ισορροπώντας πάνω στις γραμμές, ίδιος συρμός κι αυτός, χανόταν δίχως φως μες στο σκοτάδι έτσι όπως ερχόταν. Ερχόταν για να φύγει». Κι ενώ τα τραίνα ταξιδεύουν μέσα από τις λέξεις, τις ιστορίες, τα ροζ και τα γκρίζα, η ηρωίδα μας «έρχεται κοντά με την αγιοσύνη της φτώχιας, τα γεράματα και τις μυρωδιές των προσφύγων από την Ανατολή», για να εκπληρωθεί αργότερα η προφητεία –τίνος προφήτη άραγε;– «και απεκτήθη ταξική συνείδησις»!

Μέρος του ταξιδιού και ο Ιορδάνης ο ζαβός, με τη βαριά τη χλαίνη… Και ο Ζαφείρης με τα κοντά παντελονάκια και τα γρατζουνισμένα γόνατα. Με τα σημάδια εκεί στο κουρεμένο του κεφάλι, που πλήρωνε την εκδικητική μανία μιας προδομένης αγάπης, μα που ονειρευόταν έναν άλλο κόσμο, επαναστατημένο και δίκαια μοιρασμένο, όπως αυτόν που μολογούσε ο Νικόλας, «απ’ το πάνω χωριό του Έβρου, ο παλιός αντάρτης που συμμορίτη τον έλεγαν στη γειτονιά…», Μεγάλος Ζευγάς ο Νικόλας! Από κείνους που αγαπούσαν το κελί τους, τρώγαν το φαγί τους και διάβαζαν πολύ… και ο μικρός Ζαφείρης, η νια σπορά του. «Ο Νικόλας που μετά το ’49 τον πήραν εξορία κι όταν γύρισε πίσω μήτε σπίτι βρήκε μήτε οικογένεια». Η αγάπη όμως έχει τη δύναμη να κάνει το γκρίζο κατακόκκινο, όπως και οι επαναστάσεις. Όπως «το φθινόπωρο του ’62, που ο Κάστρο έκανε τον κόσμο άνω κάτω».

Κι ενώ το ταξίδι συνεχίζεται, μυείται η μικρή Αλίκη μας σε μιας άλλης χώρας τα θαύματα. «Εκεί όπου όλοι φορούσαν το χακί. Εφ’ όπλου λόγχη, για την πατρίδα. Μια κουτσουλιά πατρίδα στη μύτη της Αμέρικας!». Δεν καταλάβαινε πολλά, αλλά θαύμαζε πολύ. Και το γκρίζο γινόταν πάλι ροζ, αυτήν τη φορά όχι της αθωότητας, μα της ουτοπίας. Και κάπως έτσι, σ’ αυτό το ταξίδι των θαυμάτων, που εναλλάσσεται το ροζ με το γκρίζο, μπλέκονται γλυκά ο Κάστρο και η επανάσταση, οι Ρώσοι και ο κυρ Μανόλης, που ψάχνει απελπισμένα κι εκδικητικά τη Μικρασιάτισσα συμβία του, τη Μερόπη.

Και τα τραίνα έρχονται και φεύγουν κι ενώ ριζώνει η επανάσταση στην Κούβα, ο νεαρός Ζαφείρης παίρνει το τραίνο για τη Γερμανία, μέσα στον σορό της μετανάστευσης, και η μικρή μας ηρωίδα θα πάρει ένα ξημέρωμα ένα άλλο τραίνο μέσα στη Χούντα και θα κατέβει στην πρωτεύουσα, με μια αφίσα του Κάστρο, που θα στολίζει τους τοίχους μιας γκαρσονιέρας και θα τη βγάλει τελικά στις σπουδές, στη ζωή, στην πάλη. Στην καινούργια ζωή της θα μπουν το χρυσόψαρο ο Φιντέλ, ο πιστός σύντροφος σκύλος Τσε Γκεβάρα, οι συνελεύσεις, οι κομματικές ολομέλειες και «κάποτε κάποτε, σαν ερωτευόταν μες στ’ αχανή σεντόνια της αριστεροσύνης της» και τα ποιήματα κι οι εισηγήσεις και, βέβαια, οι συζητήσεις για λούμπεν και ρεφορμισμό. Όλα τούτα τα θαυμαστά στη ζωή της και μέσα στο ταγάρι της «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους» του Φ. Ένγκελς και «Η πρωτόγονη κοινωνία» του J. Morgan.

Στα χείλη της η καλοσχηματισμένη πάντα περισπωμένη, ο Θεοδωράκης και το «Αβάντι πόπολο, άλα ρισκόσα παντιέρα ρόσα». Εντωμεταξύ ο Ρο θα έρχεται και θα φεύγει… Ο Γκρίζος θα σημαδεύει… και η ταχεία Έβρος θα την παίρνει και θα τη φέρνει πίσω στην Αλεξανδρούπολη, όπου το γκρίζο θα έχει πια βάψει τα πάντα…

Ο έρωτας θα φοράει στολή υπολοχαγού, μα θα ’ναι απαγορευμένος για την αγαπημένη γαζέλα φίλη της, που είχε θείο στο παραπέτασμα κι ένα ξεθυμασμένο άρωμα “Dior” θα ενώσει τις θύμισες χρόνια μετά, μαζί με το «Ασφαλώς και δεν πρέπει», από τη φωνή της Βίκυς Μοσχολιού, σαν επικήδεια ψαλμωδία μιας φακελωμένης, διαχωριστικής και απάτριδης αγάπης.

Και το ταξίδι πλησιάζει στο τέλος του, με τη Μαρία, την Ίρμα και τον Πελοποννήσιο φαντάρο, που κάθε τρεις και λίγο τον έβγαζαν στην αναφορά γιατί, αντί για το «Πάτερ ημών», τους έψελνε το «Παντιέρα ρόσα». Με την κρυμμένη «Κυρά των Αμπελιών» του Ρίτσου στο εξώφυλλο από τα ποιήματα του Σααντί και τη γλυκιά ανάμνηση του περιγραφικότατου προφιτερόλ του ταλαντούχου κ. Κωνσταντίνου και τους ξεσηκωμένους φοιτητές του πολυτεχνείου.

«Όμως, οι εποχές αλλάζουν, οι άνθρωποι επίσης αλλάζουν και χάνονται, οι στιγμές μένουν μονάχα σκαρφαλωμένες στη μνήμη, αγκιστρωμένες λες για να υπομνηματίζουν ολόκληρες ζωές. Δικαιωμένες ή αδικαίωτες». Και κάπως έτσι, ένα τραίνο θα φέρει τη συγγραφέα από τη μακρινή Αλεξανδρούπολη εδώ στον νότο, ακολουθώντας τις προσταγές της καρδιάς. Εδώ, στην κίτρινη πόλη, την Αμαλιάδα, για να την τραγουδήσει, να την αγαπήσει, να τη μνημονεύσει σε πολλά πονήματα, να την κατακτήσει. Και μαζί και τους αδιάφορους και δύσκολους κατοίκους της. Να μας ζήσει, να μας μιλήσει με την καρδιά, να μας αγαπήσει, να μας συντροφέψει, να μας κερδίσει, με την ευγένεια, την αφοσίωση, τη συμπαράσταση και το πλατύ της χαμόγελο, αναγκάζοντάς μας, εμάς, που έχουμε περί πολλού τους γιους μας και καμιά ξένη νύφη δεν θεωρούμε άξια για τα παλληκάρια που μεγαλώνουμε, σαν νύφη της καρδιάς μας να την καταγράφουμε.

Εκλεκτή κ. Σκάβδη,

τρυφερή μας κυρα-Λένη,

νύφη της καρδιάς αγαπημένη,

ήταν τιμή μου.

—Μπορείτε να προμηθευτείτε τη συλλογή διηγημάτων της Ελένης Σκάβδη, «Ροζ και Γκρίζο» (εκδ. Πρόκνη, 2024) είτε από την ιστοσελίδα των εκδόσεων Παρατηρητής της Θράκης paratiritisbooks.gr, είτε τηλεφωνικά στο 25310 72486, είτε στα βιβλιοπωλεία.

*Η Σταυρούλα Γ. Κουγιουμτσιάδη, με καταγωγή από την Αμαλιάδα ν. Ηλείας, αγαπά να εξερευνά τον κόσμο των βιβλίων και να μοιράζεται στον προσωπικό της λογαριασμό στο Facebook τις εντυπώσεις και τα συναισθήματά της από κάθε ανάγνωση. Από εκεί προέρχεται και το παρόν κείμενο και αναδημοσιεύεται με την έγκρισή της. Οι μεσότιτλοι προστέθηκαν για διευκόλυνση στην ανάγνωση.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.