Τα γιαταγανια

Short Story

[Ο Πασχάλης Κατσίκας, βιβλιοθηκονόμος του Τμήματος Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, ανάμεσα στα ράφια και στις σιωπές των βιβλίων, έμαθε να αφουγκράζεται τον παλμό της γλώσσας και να δίνει μορφή στο άρρητο, συνδέοντας το όνομά του με την τέχνη του λόγου και τη δεξιοτεχνία των λέξεων. Δεινός «κολυμβητής» στα απέραντα κύματα της λογοτεχνίας, κινείται με άνεση τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία, υφαίνοντας κείμενα που αφουγκράζονται το σήμερα αλλά και το χθες.

Ο Πασχάλης Κατσίκας είναι συντάκτης στα περιοδικά «Εξιτήριον» και «Λογοτεχνικό Δελτίο», μέλος του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος, ενώ ποιήματα και διηγήματά του έχουν βρει στέγη σε λογοτεχνικά περιοδικά, στην εφημερίδα «Παρατηρητής της Θράκης», σε ανθολογίες, αλλά και σε άλλες γλώσσες, «ταξιδεύοντας» στα ισπανικά, ιταλικά, γερμανικά και αγγλικά.

Η ποιητική του διαδρομή αποτυπώνεται, εκδοτικά, στις συλλογές: «Τεταρτημόρια» (Παρατηρητής της Θράκης, 2019), «Ρετάλια» (Γράφημα, 2020), «Το κοιμώμενο τσίρκο» (Εξιτήριον, free e-book, 2021 & ιδιωτική έκδοση), «Τα κόκκινα πουλιά» (Δρόμων, 2022) και «Νήσος Κίρκη» ((Δρόμων, 2024). Ιδιαίτερη στάση σε αυτήν τη διαδρομή αποτελεί η ανθολογία του «Σπίρτα στο σκοτάδι» (“Cerillas en la oscuridad”), που κυκλοφόρησε το 2025 στη Σεβίλλη, από τις εκδόσεις Padilla Libros, σε μετάφραση του Jose Antonio Moreno Jurado.

Παράλληλα, ο Πασχάλης Κατσίκας δεν διστάζει να βαδίσει και σε πιο πεζολογικά μονοπάτια. Στα αφηγήματά του συναντώνται εικόνες των πολλαπλών του πατρίδων, της Κίρκης του Έβρου και της Κομοτηνής, ως τόποι μνήμης και επιστροφής, αλλά και άλλων τόπων της βόρειας Ελλάδας, όπως η Θεσσαλονίκη στο παρόν.  

Με αφορμή τις γιορτές, ο κ. Κατσίκας μάς προσφέρει ένα αφήγημα σαν δώρο τυλιγμένο σε λέξεις, ένα κείμενο που αγγίζει το σκίρτημα του έρωτα, την ανάγκη της συντροφικότητας και τη σκιά της μοναξιάς.

Έτσι, μέσα στο φως των Χριστουγέννων, η γραφή του μάς υπενθυμίζει ότι, ακόμη κι όταν ο δρόμος είναι δύσβατος, αξίζει να επιμένουμε στην αγάπη και να κρατάμε συντροφιά στους συνανθρώπους μας, με τη ζεστασιά της παρουσίας, ή και των λέξεών μας.]

——-

Ο χρόνος σταμάτησε κι εκείνος έμεινε αποσβολωμένος να κοιτά την οθόνη του υπολογιστή. Οι τρίχες στα χέρια του σηκώθηκαν όρθιες. Άσπρες μεν, αλλά ακμαίες, σε αντίθεση με άλλα πιο χρήσιμα όργανα. Είχε ανοιχτό τον λογαριασμό του στο Facebook. Στη σειρά όπου ήταν παραταγμένες οι φωτογραφίες των προτεινόμενων φίλων διέκρινε το όνομά της, Δήμητρα Γιαταγάνη. Ήταν μια κοπέλα γύρω στα τριάντα, μελαχρινή με σπαστά μαλλιά –πιέτες εβένινου μεταξωτού υφάσματος που κυμάτιζαν. Τα μαύρα μάτια της, όπως δυο ελιές πάνω στο κατάλευκο σαν χιόνι δέρμα, και ένα χαμόγελο που μύριζε μυγδαλιά, τον έκαναν να νιώσει για άλλη μια φορά, μετά από σαράντα χρόνια, πως η άνοιξη περιμένει στη γωνία.

Έτσι ακριβώς ένιωθε όταν εκείνη, η δική του Δήμητρα, του χαμογελούσε. Μα τέτοια ομοιότητα και ίδιο ονοματεπώνυμο; Να ήταν άραγε η κόρη της ή μήπως η ίδια και είχε απλώς ανεβάσει για εικόνα προφίλ κάποια φωτογραφία από τα νιάτα της;

Το παλιό εκκρεμές που είχαν αγοράσει οι γονείς του σε ένα ταξίδι τους στο εξωτερικό, με εκείνα τα χρυσαφί κυλινδρικά βαρίδια, που έφεραν πάνω τους σημάδια τριβής
–όταν ήταν νεαρός τα χρησιμοποιούσε ως αλτηράκια για να κάνει μπράτσα–
χτύπησε δώδεκα φορές. Ύστερα, επανήλθε η απέραντη ησυχία της μοναξιάς του. Με τρεμάμενα χέρια άρπαξε το ποντίκι. Έσυρε τον κέρσορα πάνω στο κουτάκι «αίτημα φιλίας». Μια θέρμη ένιωθε από τα σωθικά του να ανεβαίνει προς τον λαιμό. Η αναπνοή κοβόταν και μια σταγόνα ιδρώτα κύλησε από την κορυφή της κεφαλής στο φαλακρό του μέτωπο. Μη βρίσκοντας ιδιαίτερη αντίσταση, προσγειώθηκε στα γυαλιά πρεσβυωπίας. Σαστισμένος, πάτησε το κουμπί και το αίτημα εστάλη. Πετάχτηκε, στριφογύρισε δυο φορές γύρω από τον άξονά του και ανεβοκατέβασε τα χέρια, χαστουκίζοντας τον αέρα. Σκέφτηκε να αρχίσει τα μπινελίκια, το συνήθιζε άλλωστε με το παραμικρό, έτσι ξέσπαγε και εκτονωνόταν υπό πίεση, αλλά ήταν πια αργά. Η ζημιά είχε γίνει. Το αίτημα είχε ήδη φτάσει στην οθόνη του υπολογιστή της. Φαινόταν να είναι ενεργή, οπότε αν το ακύρωνε ίσως τα έκανε χειρότερα.

Κατέβασε με δύναμη το καπάκι-οθόνη του φορητού υπολογιστή. Συμμάζεψε νευρικά τα βιβλία και τα χαρτιά που ήταν σκόρπια πάνω στο γραφείο και σηκώθηκε να πάει για ύπνο. Συνήθως στο δωδέκατο χτύπημα του εκκρεμούς είχε ήδη χωθεί κάτω από τα σκεπάσματα. Ο Μορφέας δεν αργούσε να τον επισκεφθεί και να τον μεταφέρει στη Λήμνο. Ο ίδιος περηφανευόταν πάντα στον καφενέ πως: «τον ύπνο τον είχε στο τσεπάκι, όπως όλοι όσοι έχουν τη συνείδησή τους ήσυχη». Γύρισε πλάγια στα αριστερά, όπως κάθε βράδυ –ανάσκελα δεν μπορούσε να κοιμηθεί από τότε που παρουσίασε μια ελαφρά καρδιακή ανεπάρκεια. Περίμενε μερικά λεπτά να κουραστεί το σώμα του σε αυτήν τη στάση, αφού πλάκωνε την καρδιά, για να γυρίσει κατόπιν από την άλλη, με τα γόνατα να έρχονται στο στέρνο, τη δεξιά παλάμη κάτω από το μαξιλάρι και την αριστερή ανοιγμένη και πάνω στο πρόσωπο.

Απόψε όμως ο Μορφέας φαίνεται πως ήταν αλλού απασχολημένος. Η μάνα του, η Νύχτα, δεν έδινε δεκάρα για τον Γρηγόρη και ο χρόνος κυλούσε το ίδιο για όλους, είτε είχαν ταραγμένη συνείδηση είτε όχι. Το ρολόι ακούστηκε ξανά, βαθιά από το σαλόνι, που χτύπησε μία και μοναδική φορά. Αναστατωμένος, γιατί όλα προμήνυαν πως θα ήταν μια διαφορετική βραδιά, γύρισε πλευρό για να επαναλάβει το τελετουργικό, όπως κάνουμε με τις προσευχές που δεν ευοδώθηκαν. Δύο έγιναν σε λίγο τα χτυπήματα και όταν ακούστηκαν τρία βρισκόταν πια ανάσκελα, με τα μάτια ανοικτά στο σκοτάδι, να αναπολεί τα νιάτα του.

Σε μια από τις διαδρομές που έκανε με το λεωφορείο του ΟΣΕ από την Κομοτηνή προς τη Θεσσαλονίκη, ως φοιτητής στο Τμήμα Πληροφορικής του ΤΕΙ, την είδε για πρώτη φορά. Ήταν ολόιδια όπως στην αποψινή φωτογραφία. Το λεωφορείο πηγαινοερχόταν μισογεμάτο, γιατί οι περισσότεροι προτιμούσαν του ΚΤΕΛ. Έτσι ο ίδιος και όλοι οι μοναχικοί επιβάτες επέλεγαν να καθίσουν σε ένα διθέσιο, δίχως να έχουν άλλον πλάι τους. Από την πρώτη στιγμή μαγνητίστηκε. Δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην αύρα της και κάθισε στην πίσω, από αυτήν, θέση.

Στο διάστημα που ακολούθησε ως τη συνηθισμένη στάση στη Νέα Καρβάλη, στου Χρυσανθίδη, στο μέσον περίπου της διαδρομής για τη Θεσσαλονίκη, χάζευε τα γυαλιστερά σαν ιστό αράχνης μαλλιά της να πηγαινοέρχονται ανάμεσα στα καθίσματα. Τα λίκνιζε το απαλό αεράκι από το παράθυρο. Το είχε ανοίξει δυο εκατοστά για να μην την πάρει χαμπάρι ο οδηγός ότι άναψε τσιγάρο. Έβλεπε την καύτρα από το κατοστάρι Slim να πυρώνει σε κάθε ρουφηξιά και να φωτίζει τα λεπτά της δάχτυλα. Ο ίδιος ήταν άκαπνος –σε πολλά ακόμη στη ζωή– και παρόλο που δεν άντεχε τη μυρωδιά του τσιγάρου, δεν διαμαρτυρήθηκε. Αντιθέτως, για πρώτη φορά την έβρισκε ελκυστική. Τέντωνε τα ρουθούνια μήπως μαζί με τον καπνό φτάσει η εσάνς από τις μπούκλες της ως τα πνευμόνια του.

Στο καφέ-ζαχαροπλαστείο του Χρυσανθίδη, στο δεκάλεπτο διάλειμμα που είχαν στη διάθεσή τους οι επιβάτες, την παρατηρούσε διακριτικά. Περπατούσε τόσο ανάλαφρα, μια μπαλαρίνα που σχεδόν ίπταται. Αφού πέρασε από το ταμείο, διάλεξε ένα γωνιακό τραπέζι μπροστά στην τζαμαρία και ήπιε σκέτο φραπέ, απολαμβάνοντας ακόμη ένα τσιγάρο. Πλατάγιζε τη γλώσσα σε κάθε γουλιά και εκπνοή καπνού με ευχαρίστηση, αφού τώρα δεν ήταν υποχρεωμένη να το κρύβει. Σήμερα, έχοντας αποκτήσει πια ο Γρηγόρης αρκετές εμπειρίες, θα την έλεγε έκδηλη ηδονή. Κάποια στιγμή η ματιά της συναντήθηκε με τη δική του. Αυτός δοκίμασε να προσποιηθεί πως κοιτά έξω. Η Δήμητρα, βρίσκοντας χαριτωμένο τον δισταγμό του, χαμογέλασε. Η καρδιά κέρδισε άλλη μια νίκη επί του μυαλού, αφού ξέχασε στο δευτερόλεπτο τα λόγια της μάνας του: «Γυναίκα που πίνει τον καφέ της σκέτο, μην την εμπιστεύεσαι, έχει συνηθίσει στο φαρμάκι και φαρμάκι θα σε ποτίσει».

Από τα μεγάφωνα κάλεσαν να επιβιβαστούν όσοι ταξίδευαν από Κομοτηνή για Θεσσαλονίκη. Εφοδιασμένοι με κουραμπιέδες και πάστες σχημάτισαν δύο ουρές μπροστά από τη μεσαία και την μπροστινή πόρτα, πριν αρχίσουν να χώνονται ένας ένας στην κοιλιά του κήτους. Προς στιγμήν την έχασε από τα μάτια του μέσα στον αναβρασμό. Μόλις όμως ανέβηκε τα σκαλοπάτια και πάτησε στον διάδρομο του λεωφορείου, να την μπροστά του. Καθόταν στη θέση της, πλάι στο παράθυρο και κοιτούσε έξω. Ακριβώς πίσω της, τον δικό του χώρο είχε καταλάβει κάποιος άλλος, μια που τα εισιτήρια δεν ήταν αριθμημένα, ώστε να αντιστοιχούν σε συγκεκριμένη θέση. Ένιωσε τόσο να απειλείται από το αντίπαλο αρσενικό, που κάθε δισταγμός εξανεμίστηκε. Στριμώχτηκε με ορμή στη θέση δίπλα της. «Συγγνώμη που σας ξεβολεύω, κάποιος άλλος κάθισε στη θέση μου», είπε, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια να διατηρήσει στο ίδιο επίπεδο τον τόνο της φωνής του για να κρύψει την ταραχή.

Τον κοίταξε αδιάφορα και γύρισε ξανά προς το παράθυρο δίχως να αποκριθεί. Εκείνος, αφού είχε κάνει το πρώτο βήμα, ένιωθε υπέρμετρα αισιόδοξος, σαν να είχε κερδίσει τη σημαντικότερη μάχη από την οποία εξαρτιόταν η έκβαση του πολέμου, συνέχισε: «Πάτε κι εσείς στη Θεσσαλονίκη;» «Δεν πάμε, πάω», του απάντησε πρόσχαρα, «σπουδάζω νοσηλευτική και όπως βλέπω είμαστε συνομήλικοι, οπότε ας ξεχάσουμε τον πληθυντικό». Αφού έσπασε ο πάγος, η συζήτηση συνεχίστηκε ομαλά ως τον σιδηροδρομικό σταθμό του ΟΣΕ. Μια συζήτηση από εκείνες τις τυπικές, αναγνωριστικές, που ξεκινούν με τις συστάσεις: «Είμαι ο Γρηγόρης, είμαι η Δήμητρα» κι ακολουθεί μια χειραψία. Προχωρούν με αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων, συνεχίζουν με χαλαρό ρυθμό γύρω από τα ενδιαφέροντα, χόμπι, σπουδές, μουσικές προτιμήσεις και καταλήγουν με αστειάκια για τα ζώδια.

Οι επόμενες δύο ώρες κύλισαν γρήγορα. Το νεαρό ζευγάρι ήταν τόσο απορροφημένο στην προσπάθεια να κερδίσουν ο ένας τον άλλο στις εντυπώσεις, που ούτε κατάλαβε πως το όχημα έφτασε στον προορισμό του, μέχρι που ο οδηγός γκάρισε: «Να κατεβαίνουν οι τελευταίοι, έχουμε και σπίτι». Κοκκίνησαν αμφότεροι, συνειδητοποιώντας τι διαμείφθηκε. Έπειτα κατρακύλησαν από τις σκάλες, αφήνοντας πίσω τους γελάκια που εκνεύρισαν ακόμη περισσότερο τον αγωγιάτη.

Είχε σκοτεινιάσει. Τα ταξί εξαφανίστηκαν από την πιάτσα του σταθμού και τα αστικά δεν κυκλοφορούσαν πια γιατί ήταν περασμένες δώδεκα. Οι δυο τους, έχοντας από μια βαλίτσα στο χέρι, κοιτιόντουσαν αμήχανα. «Μένω στην Άνω Πόλη, στο ύψος της Κόκκινης Βρύσης», πρόλαβε να ψελλίσει εκείνος, «λέω να το κόψω από εδώ με τα πόδια, δεν θα είναι άλλωστε η πρώτη φορά». «Στην ίδια κατεύθυνση πάμε. Εγώ λίγο πιο χαμηλά, σε ένα στενό κάθετο στην Κασσάνδρου, πίσω από την εκκλησία του Αγ. Δημητρίου. Αν θέλεις έρχομαι μαζί σου, κάνεις μια στάση στο σπίτι μου, πίνεις κάτι να δροσιστείς, να γνωρίσεις τη συγκάτοικό μου και μετά συνεχίζεις για το δικό σου. Έτσι θα ολοκληρώσουμε και την κουβέντα μας».

Το δώρο ήταν αναπάντεχο. Δεν πίστευε στην καλή του τύχη! Τόσο ενθουσιάστηκε που, για να δείξει χαρακτήρα, φορτώθηκε και τις δυο βαλίτσες μετά το άγαλμα του Πλαστήρα, στον Βαρδάρη. Δεν ήταν από εκείνες τις τροχήλατες που υπάρχουν σήμερα. Απόψε, που το σκεφτόταν πιο ψύχραιμα, κατάλαβε πως από την αρχή έδωσε την εικόνα ενός γαϊδάρου, πρόθυμου να την υπηρετήσει.

Η βραδιά ήταν μαλακή και ο καιρός, ακόμη, θερμός στα μέσα του Οκτώβρη. Εκείνος ίδρωνε και ξανά ίδρωνε όσο ο δρόμος γινόταν ολοένα και πιο ανηφορικός. Τα χέρια του δεν τα ένιωθε, αλλά «τα αγαθά κόποις κτώνται», έλεγε ο υδραυλικός πατέρας του, που δεν χαμπάριαζε από σκληρή δουλειά. Έτσι, αδιαμαρτύρητα, συνέχισε ως το κατώφλι της, για να κάνει τον πρόγονό του υπερήφανο. Η στάση διήρκησε, όλο κι όλο, πέντε λεπτά. Ήπιε μονορούφι μια δροσερή λεμονάδα, έγιναν οι τυπικές συστάσεις με τη συγκάτοικο: «Αυτός είναι ο Γρηγόρης, ο κομπιουτεράς, κι από δω η Νανά, φοιτήτρια Θεολογικής». Δεν του φάνηκε και πολύ του κατηχητικού. Αντιθέτως, πεταχτούλα θα την έλεγε, αλλά δεν τον ένοιαζε, είχε στοχεύσει στη Δήμητρα. Του έδωσε το τηλέφωνό της, σταθερό εννοείται –το κινητό τότε ανήκε στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας– και συνέχισε τον δρόμο του. Τώρα που τα ξαναέφερνε όλα στο μυαλό του, την ίδια ταραχή είχε εκείνη τη νύχτα και δεν έκλεισε μάτι, όπως απόψε.

Άφησε να περάσουν τρεις ημέρες, για να μην φανεί λιγούρης, και την τέταρτη της τηλεφώνησε. Κλείστηκε το πρώτο ραντεβού. Η συνάντηση θα γινόταν στην Καμάρα, φυσικά. Εκείνη εμφανίστηκε με μια φίλη και συμφοιτήτριά της, τη Γεωργία. Ίσως για να μην του δώσει θάρρητα, σκέφτηκε τότε. Να μην θεωρηθεί πραγματικό ραντεβού, αλλά φιλική συνάντηση. Στο δεύτερο πάλι με τη φίλη της ήρθε, στην Αριστοτέλους, μπροστά στον κινηματογράφο «Ολύμπιον», για να ακολουθήσει ένας καφές στου Τόττη, στην παραλιακή. Η συζήτηση περί ανέμων και υδάτων. Όσο ήταν μαζί και η Γεωργία, δεν τολμούσε να τη φλερτάρει. Στο τρίτο, επιτέλους, βρέθηκαν οι δυο τους στον κινηματογράφο «Βακούρα», για να δουν την ταινία: «Μόνος στο σπίτι». Πώς να φλερτάρεις όμως μέσα σε τέτοια θύελλα από γέλια; Η μισή αίθουσα κυλιόταν στο πάτωμα και η άλλη μισή ήταν έτοιμη να κατουρηθεί πάνω της. Άλλη μια «αποτυχημένη», κατά το ήμισυ, έξοδος, αφού τουλάχιστον διασκέδασαν μέχρι δακρύων. Το αξιοπερίεργο, σε όλο αυτό, ήταν πως η Δήμητρα κάθε Σαββατοκύριακο έφευγε στην Κομοτηνή, οπότε οι συναντήσεις γίνονταν πάντοτε μεσοβδόμαδα.

Δεν είχε ξαναγνωρίσει κοπέλα στην ηλικία του που να έχει τέτοιο δέσιμο με τους γονείς και να επιστρέφει τόσο συχνά στο προγονικό σπίτι για να τους βοηθήσει. Ο ίδιος μια φορά την εβδομάδα, και αν, τηλεφωνούσε στη μάνα του, αφού το διαμέρισμα που του νοίκιασαν δεν είχε γραμμή τηλεφώνου. Τα καρτοτηλέφωνα δεν είχαν φτάσει εκεί ψηλά, μετά την εκκλησία των Ταξιαρχών που ήταν το σπίτι του. Έτσι, είχε βρει μια χαρά δικαιολογία. Δεν ήταν εύκολο από την Άνω Πόλη να κατεβαίνει συχνά στο κέντρο για να επικοινωνεί μαζί της από το κατάστημα του ΟΤΕ, στη γωνία Ερμού με Καρόλου Ντηλ. Πόσο να περίμενε εκεί στην ουρά; Δεκάδες φοιτητές και φοιτήτριες συνέρρεαν για να καλέσουν τους δικούς τους, δεν μπορούσε να χάνει πολύτιμο χρόνο από το διάβασμα. Στο άκουσμα και μόνο της λέξης «διάβασμα», υποχωρούσε η μάνα και σταμάταγε η γκρίνια.

Βεβαίως, ο πονηρός είχε βρει τον τρόπο να επικοινωνεί με τους φίλους. Απέναντι από το σπίτι, στο παντοπωλείο του κυρ Πέτρου, υπήρχε τηλέφωνο με μετρητή. Σαν ένας από τους καλύτερους πελάτες που ήταν, του επέτρεψε ο μπακάλης να δώσει το νούμερο ώστε να τον καλούν. Εκείνος έπειτα τον φώναζε, όταν τον γύρευαν στο τηλέφωνο, μιας και το μπαλκόνι του στον πρώτο όροφο βρισκόταν ακριβώς απέναντι. Κάθε φορά για να ξεχρεώσει τη χάρη όλο και κάτι ψώνιζε. Ωστόσο, η Δήμητρα σπανίως τον καλούσε, συνήθως εκείνος ήταν που της ζητούσε να συναντηθούν. Η επικοινωνία μεταξύ τους και οι συνευρέσεις ήταν αραιές, συνήθως μία ή δύο φορές μέσα στη βδομάδα. Τα καθημερινά εργαστήρια που έπρεπε να παρακολουθούν στις σχολές τους, μαζί με το φευγιό της κάθε Σαββατοκύριακο, δυσχέραιναν ακόμη περισσότερο την κατάσταση.

Το επόμενο ραντεβού κλείστηκε Κυριακή μεσημέρι, στις δύο, στην Πλατεία Ελευθερίας, μπροστά στο εστιατόριο του Ρογκότη, με τα φημισμένα κιμπάρικα σουτζουκάκια. Δίπλα ακριβώς βρισκόταν η αφετηρία του αστικού Νο 24, για να της προτείνει μετά μια βόλτα στο Σέιχ Σου. Τίποτα δεν άφησε στην τύχη. Ήταν το πρώτο Σαββατοκύριακο μετά από τρεις μήνες που εκείνη δεν θα πήγαινε στην Κομοτηνή. Θα ήταν επιτέλους μόνοι τους, τα δυο τους. Όλη την εβδομάδα κατέστρωνε σχέδια μάχης, πώς να της εξομολογηθεί τα αισθήματά του. Με τι λεπτούς, διπλωματικούς χειρισμούς, γαλιφιές, ακόμα και απαγγελία ποιημάτων, θα κατάφερνε να την παρασύρει για να ομολογήσει κι αυτή τα δικά της. Ανυπομονούσε να ξεκινήσει επιτέλους η σχέση τους, για να πάρει το πρώτο του φιλί.

Η εκδρομή θα περιλάμβανε φαγητό, καφέ και βόλτα στον ζωολογικό κήπο. Ξυρίστηκε, αρωματίστηκε, φόρεσε τα καλά του –μπλου τζιν Levi’s 501 με καρό πουκάμισο–, γυάλισε τα παπούτσια και ξεκίνησε. Τέτοια πρεμούρα είχε να φτάσει στην ώρα του, που πήρε πρώτη φορά ταξί για να κατέβει από την Άνω Πόλη στο κέντρο. Τις περισσότερες φορές έκανε με τα πόδια την απόσταση. Του ήταν εύκολο να κατηφορίζει, στην επιστροφή μόνο χρησιμοποιούσε το λεωφορείο Νο 23, που έκανε στάση τριάντα μέτρα από το σπίτι του. Για ταξί ούτε να ακούσει. Τα απέφευγε, και για οικονομικούς λόγους, αλλά κυρίως για πολιτικούς. Εννιά στις δέκα φορές κατέληγε να καυγαδίσει με τους ταρίφες, που ήταν όλο συμβουλές και εξυπνακισμούς της πιάτσας. Σήμερα όμως έκανε μια εξαίρεση, αποφάσισε να μην του χαλάσει τίποτα το κέφι. Πήρε ταξί και στις δύο παρά πέντε βρισκόταν έξω από του Ρογκότη, στη γωνία Καλαποθάκη με Βενιζέλου.

Η ώρα περνούσε και η καλή του δεν έλεγε να φανεί. Γκρίζα σύννεφα έκαναν την εμφάνισή τους στο βάθος του ορίζοντα, πίσω από το παλιό τελωνείο Θεσσαλονίκης, που πύκνωναν ολοένα. Βημάτιζε νευρικά από τη μια γωνία του τετραγώνου ως την άλλη και έριχνε αμήχανες ματιές προς όλες τις κατευθύνσεις. Εκείνη την εποχή, που δεν υπήρχε η δυνατότητα επικοινωνίας με κινητό τηλέφωνο, το μισάωρο στήσιμο σε ραντεβού ήταν μέσα στα αποδεκτά όρια. Μπορούσε να σου τύχει οποιαδήποτε στραβή και δεν ήταν δυνατό να ενημερώσεις. Κόντευε τρεις, ο ίδιος κόντευε να ανοίξει αυλάκι στο πεζοδρόμιο, πηγαίνοντας πέρα δώθε στην ίδια ευθεία, και τα σύννεφα κόντεψαν πάνω από την πόλη.

Με την πρώτη σταγόνα που βρήκε στο μανίκι του μπουφάν του, αποφάσισε πως το σχέδιο για βόλτα στο δάσος και ξεμονάχιασμα είχε αρχίσει να μπάζει νερά. Χώθηκε στο εστιατόριο και αμέσως κάθισε σε ένα τραπέζι μπροστά στο παράθυρο, που έβλεπε στην Πλατεία. Μόλις έκανε την εμφάνισή της, θα πεταγόταν από την καρέκλα και θα της έκανε νόημα να έρθει μέσα. Παρήγγειλε μια μπύρα στο γκαρσόνι που του έφερε το μενού, αφού εξήγησε πως περιμένει παρέα. Έγλυφε λίγο λίγο την μπύρα από το ποτήρι, για να μην αναγκαστεί να πάρει δεύτερη όταν έρθει εκείνη. Δεν ήταν σίγουρος ότι άντεχε η τσέπη του να την κεράσει σε ένα τέτοιο μαγαζί, όπου όλο αστούς και φίρμες της πόλης έβλεπε να συχνάζουν.

Ένα ολοστρόγγυλο ρολόι στον τοίχο έδειχνε τρεισήμισι. Λες και το είχαν τοποθετήσει επίτηδες απέναντι. Το κίτρινο ανθρωπάκι στο καντράν, που είχε καταπιεί ένα κλειδί, χαμογέλαγε και τον εκνεύριζε περισσότερο. «Τώρα θα σου δείξω εγώ», μουρμούρισε. Χωρίς να λογαριάζει πια τίποτα, φώναξε τον σερβιτόρο και παρήγγειλε μια Μαλαματίνα, μια μερίδα από τα κιμπάρικα, ρώσικη σαλάτα και πατάτες φούρνου. Θα τσίμπαγε αργά αργά με τη συνοδεία της ρετσίνας, όσο θα επινοούσε λόγους για τους οποίους είχε καθυστερήσει η Δήμητρα: τράκαρε το λεωφορείο, τρύπησε ο θερμοσίφωνας και πλημμύρισε το σπίτι, κόπηκε το νερό και έμεινε μες στο μπάνιο με τις σαπουνάδες, έπεσε, έσπασε το χέρι της η Νανά και την έτρεχε στο νοσοκομείο… Τον διέκοψε το γκαρσόνι που, στις τέσσερις ακριβώς, τον ρώτησε: «Να κεράσουμε γλυκάκι;» Πριν προλάβει εκείνος να απαντήσει, χώθηκε στην κουζίνα και επέστρεψε με μια κρεμ καραμελέ. «Φιλαράκι, δεν θα έρθει. Σε έστησε! Ορίστε για να πάνε κάτω τα φαρμάκια», του είπε, με ένα σαρδόνιο χαμόγελο.

Κατέβασε λαίμαργα τις τελευταίες μπουκιές φαγητό, ήπιε σφηνάκι την υπόλοιπη ρετσίνα, ενώ άφησε ανέγγιχτο το γλυκό. Ακούμπησε τα χρήματα στο τραπέζι. Δεν άντεχε να ξαναδεί την ειρωνεία στη μούρη του νεαρού σερβιτόρου. Σηκώθηκε απότομα και με μια δρασκελιά βρέθηκε έξω. Η δυνατή βροχή είχε κοπάσει. Αραιά και πού, τον έβρισκαν ψιχάλες, όταν δεν υπήρχαν μπαλκόνια να τον προστατεύσουν. Δίχως να το καλοσκεφθεί, σχεδόν ασυναίσθητα, πήρε τη Βενιζέλου και ανέβαινε προς τον Αϊ-Δημήτρη. Έσερνε το βήμα, βαριανασαίνοντας όπως οι σφουγγαράδες στον βυθό, με εκείνο το βαρύ σκάφανδρο. Απορροφημένος στις σκέψεις του, με μάτια θολωμένα, διέσχιζε τους δρόμους δίχως να λογαριάζει την κίνηση. Από τα διερχόμενα αυτοκίνητα, συχνά πυκνά, ακουγόταν: «Ξύπνα καημένε!» ή «Γύρνα στο χωριό σου, ρε Καραγκιόζη!», με τους περαστικούς γύρω του να γελούν.

Η όρασή του επανήλθε τη στιγμή που έπρεπε να της χτυπήσει το κουδούνι και δεν δίστασε καθόλου. Μετά από μια μπύρα και μια ρετσίνα, ένιωθε άτρωτος. Του απάντησε η Νανά στο θυροτηλέφωνο και του άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος. «Μήπως είναι εδώ η Δήμητρα;» είπε σαστισμένος μπροστά στο θέαμα. Η ώρα ήταν έξι και η μέλλουσα θεολόγος έστεκε μπροστά του φορώντας ένα σιθρού μπέιμπι ντολ, χωρίς σουτιέν. Όλος ο εσωτερικός της κόσμος είχε έρθει στην επιφάνεια. «Ξεκουράζεστε; Μήπως ενοχλώ;» Κοκκίνησε από ντροπή και έριξε το βλέμμα του κατάχαμα. «Πέρασε μέσα. Από εδώ, δεξιά, πάμε στο δωμάτιό μου», αποκρίθηκε εκείνη και τον έσπρωξε με το χέρι της, μην τυχόν και πάει προς την άλλη κατεύθυνση. Τον κάθισε στο κρεβάτι κι έκλεισε την πόρτα πίσω της. Εμφανώς ταραγμένη, αναμαλλιασμένη και ροδαλή από τον ύπνο, στάθηκε όρθια απέναντί του. «Τώρα θα έρθει και η Δήμητρα», διευκρίνισε, γιατί είδε ότι ο Γρηγόρης αγχώθηκε με την περιβολή της.

Στο βάθος του διαμερίσματος, από τα άλλα δωμάτια ακουγόταν ένα ποδοβολητό. «Θα το ξέχασε», σκέφτηκε, «την ξύπνησα και τώρα τρέχει να ντυθεί, μην παρουσιαστεί μπροστά μου νεγκλιζέ, για να μου ζητήσει συγνώμη». Πριν καλά καλά ολοκληρώσει τη σκέψη του, άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε η Δήμητρα αναψοκοκκινισμένη. Πίσω της στεκόταν ένας δίμετρος σαραντάρης και βιάστηκε να κάνει τις συστάσεις: «Από δω ένας συμφοιτητής της Νανάς, ο Γρηγόρης, κι από δω το αγόρι μου, ο Βαγγέλης. Είναι αστυνομικός, υπηρετεί στην Κομοτηνή και κατάγεται από τη Θεσσαλονίκη». Δεν ξανασήκωσε τα μάτια του από το ξύλινο πάτωμα. Έψαχνε χαραμάδα να πέσει μέσα να κρυφτεί. Ένιωθε μικρότερος κι από μερμήγκι. «Να φτιάξω καφέ;» πρότεινε η Νανά, αλλά εκείνος αρνήθηκε με τη δικαιολογία πως δεν είχε πολύ χρόνο. Ήταν απλώς περαστικός, πήγαινε στον κινηματογράφο να δει την ταινία «Συρανό Ντε Μπερζεράκ» με τον Ζεράρ Ντεπαρτιέ και σκέφτηκε να τους προτείνει να τον συνοδεύσουν.

Η βροχή, εν τω μεταξύ, είχε ξαναδυναμώσει. Ο Βαγγέλης, με γνήσια απορία στα μάτια, τον ρώτησε: «Καλά βρε παλικάρι, με τέτοιον καιρό βγήκες χωρίς ομπρέλα; Μείνε λιγάκι μέχρι να κοπάσει τουλάχιστον. Τι είσαι, παπί;» Έμεινε για κάνα δεκάλεπτο, για ξεκάρφωμα. Δεν είπε κουβέντα όσο οι άλλοι τρεις μιλούσαν για τις ομορφιές της Σαλονίκης και τις περισσότερες ευκαιρίες που προσφέρει για διασκέδαση, σε σχέση με την Κομοτηνή. Άξαφνα πετάχτηκε πάνω και, με τη φράση: «Πρέπει να προλάβω την προβολή των επτά», σχεδόν έτρεξε προς την πόρτα. Βροχή-ξεβροχή άλλο δεν άντεχε. Με τον Βαγγέλη να τον κυνηγάει ως την εξώπορτα της οικοδομής, φωνάζοντας: «Στάσου, ομπρέλα!», σε ένα εντελώς σουρεάλ σκηνικό, βγήκε στον δρόμο κι εξαφανίστηκε δίχως να κοιτάξει πίσω του.

Κατηφόρισε με κατεύθυνση προς την Αλεξάνδρου Σβώλου. «Ο βρεγμένος τη βροχή δεν τη φοβάται», επαναλάμβανε. Αποφάσισε να πάει στ’ αλήθεια στην προβολή της ταινίας, στον «Έσπερο». Πότε μπήκε, πότε έκοψε εισιτήριο, πότε τέλειωσαν τα προσεχώς και άρχισε το έργο, δεν καλοθυμόταν. Αυτό που έμεινε ανεξίτηλο στη μνήμη του και τον συνόδευσε σ’ όλη του τη ζωή, ήταν εκείνος ο ανεκπλήρωτος έρωτας, του ήρωα Γασκόνου, για την τρυφερή Ρωξάνη.

Το εκκρεμές χτύπησε επτά φορές. Το θαμπό φως από τις γρίλιες έπεφτε στον απέναντι μουχλιασμένο τοίχο. Παραμέρισε τα σκεπάσματα και σηκώθηκε με δυσκολία από το διπλό κρεβάτι, το οποίοαπέτυχε να μοιραστεί με κάποια Ρωξάνη. Κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Ένιψε το πρόσωπό του και κατόπιν πήγε στο γραφείο. Άνοιξε τον υπολογιστή. Κανένας καινούριος φίλος, καμία αποδοχή. Έκανε μεταβολή και στάθηκε μπροστά στο τζάκι. Από πάνω είχε κρεμάσει ένα διακοσμητικό γιαταγάνι που αγόρασε στην Κομοτηνή από τις αντίκες του Ναούμ, στην Ορφέως. Έσκυψε, καθρεφτίστηκε στη λάμα και έμεινε εκεί να χαζεύει τη μεγάλη μύτη του, όπως έκανε κάθε πρωί.

.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.