Συμεων Γεκτιδης, «Αν δεν περασει ολη αυτη η εποχη στα ιστορικα βιβλια, οχι μονο θα μεινουν αγνωστα, αλλα θα ξεχαστουν»
«Υπάρχουν κάποια σκοτεινά σημεία της εποχής που οπωσδήποτε πρέπει να ερευνηθούν από ιστορικούς, επιστήμονες», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην «Εμπρός» ο Συμεών Γεκτίδης, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του, με τίτλο «1942-1945: Εθνικαί Ανταρτικαί Ομάδες στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και ο καπετάνιος Μάρκος Γεκτίδης», στην Ξάνθη.
Ο ίδιος ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα πως, αν αυτή η εποχή –όπως και όλος ο εμφύλιος– δεν περάσει μέσα στο σχολείο, θα ξεχαστεί τελείως. «Έψαχνα να βρω και πράγματα γύρω από τον πατέρα μου και τη δράση του, αλλά και γενικότερα, αναφορικά με όσα γινόντουσαν στην περιοχή. Όσα βρήκα, λοιπόν, τα κατέγραψα, με αποτέλεσμα να κάνω αυτό το βιβλίο», όπως είπε ο ίδιος, παρουσιάζοντας στην «Εμπρός» όσα τον ώθησαν στη συγγραφή και όσα διαπίστωσε από την έρευνα.
Χ.Κ.: Ποιοι ήταν οι βασικοί στόχοι των εθνικών αντάρτικων ομάδων στην περιοχή; Πώς θα μπορούσε να συγκριθεί η δράση των αντάρτικων ομάδων της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης με αυτή άλλων περιοχών της Ελλάδας;
Σ.Γ.: Θεωρώ πως αυτές οι ομάδες δεν δημιουργήθηκαν έχοντας κάποιον συγκεκριμένο στόχο. Απεναντίας, προέκυψαν από κάποιους ανθρώπους, αποβλέποντας στο να γλυτώσουν τη ζωή τους. Οι Βούλγαροι τους κυνηγούσαν και αυτοί βγήκαν στο βουνό, αλλιώς θα τους σκότωναν. Με λίγα λόγια, δεν είχαν κάποιον συγκεκριμένο πολιτικό ή στρατιωτικό στόχο. Στην αρχή, αυτές οι ομάδες ήταν ξεκομμένες μεταξύ τους, ήταν μεν στα βουνά, αλλά αυτά της Ροδόπης καταλάμβαναν μεγάλο γεωγραφικό χώρο, με αποτέλεσμα οι αντάρτες της Δράμας να μην έχουν καμία σχέση στην αρχή με τους αντάρτες της Ξάνθης. Αρχές του 1943 υπήρχε μία επαφή από όλες τις ομάδες, μαζεύτηκαν και εξέλεξαν έναν γενικό αρχηγό, τον Αντών Τσαούς και έτσι έκαναν τις εθνικές αντάρτικες ομάδες.
Χ.Κ.: Τι σας υποκίνησε στη συγγραφή του βιβλίου; Πώς ήταν το δικό σας «ταξίδι» ιστορικής έρευνας;
Σ.Γ.: Η αλήθεια είναι πως ο πατέρας μου, όσο ζούσε, δεν μιλούσε πάρα πολύ για αυτά που τράβηξε. Πιο πολύ άκουγα ιστορίες από τον παππού μου, από τη μάνα μου. Όταν εκδόθηκε το βιβλίο του ιστορικού Τάσου Χατζηαναστασίου, για αυτές τις αντάρτικες ομάδες, περίμενα να διαβάσω και το όνομα του πατέρα μου, το οποίο ωστόσο δεν υπήρχε. Αυτό ουσιαστικά μου έδωσε τη «σπίθα», για να ψάξω να βρω πού υπάρχει και το όνομα του πατέρα μου στη βιβλιογραφία. Αν δεν το έκανα εγώ, δεν θα το έκανε κάποιος άλλος, μιας και ο πατέρας μου δεν άφησε κάτι στη βιβλιογραφία, ήταν ουσιαστικά αγράμματος άνθρωπος.
Θα έλεγα πως το δικό μου ταξίδι, ερευνώντας και ψάχνοντας να βρω κάτι για τον πατέρα μου, δεν ήταν και πολύ απλό. Με λίγα λόγια, έψαχνα περίπου δύο χρόνια στο διαδίκτυο. Επιπλέον, οι άνθρωποι που είχαν ζήσει αυτές τις καταστάσεις, γονείς και συγγενείς μου, όλοι έχουν φύγει από τη ζωή. Δεν ήταν εύκολο. Έψαχνα να βρω και πράγματα γύρω από τον πατέρα μου και τη δράση του, αλλά και γενικότερα, αναφορικά με όσα γινόντουσαν στην περιοχή. Όσα βρήκα, λοιπόν, τα κατέγραψα με αποτέλεσμα να κάνω αυτό το βιβλίο.
Χ.Κ.: Η ιστορία της περιόδου του εμφυλίου στην Ξάνθη και την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη παραμένει εν πολλοίς άγνωστη. Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό έως σήμερα;
Σ.Γ.: Έχω κάνει πολλές σκέψεις και έχω καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα. Στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη ισχύει το εξής περίεργο, η αριστερά και η δεξιά δεν μιλούν. Οι περισσότεροι από τους αντάρτες ήταν απλοί άνθρωποι, αγράμματοι, οι οποίοι, μετά τον πόλεμο, πήγαν στα σπίτια και προσπαθούσαν να επιζήσουν. Κάηκαν τα χωριά τους, σκοτώθηκαν, αλλά μονάχα λίγοι αρχηγοί κατάφεραν να εκμεταλλευτούν αυτόν τον αγώνα και να μπουν μέσα σε πολιτικές καταστάσεις, αυτοί κατέληξαν σε ακροδεξιά πολιτικά κόμματα και σήμερα έχουν εξαφανιστεί από την ελληνική κοινωνία. Φυσικά, παραμένουν κάποια στοιχεία, αλλά και αυτοί έκαναν εγκλήματα, για τα οποία δεν θέλει κανείς να μιλά. Από την περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης έφυγαν περίπου 100.000 άνθρωποι, δεν μπορούσαν να αντέξουν τη βουλγαρική κατοχή. Αυτοί που έμειναν, αναγκαστικά πλέον υπέμειναν όσα έγιναν. Αυτούς αργότερα τους κατηγόρησαν ότι ήταν συνεργάτες των Βουλγάρων, τους είπαν βουλγαρογραμμένους. Έχουν γίνει στην Ξάνθη χιλιάδες δίκες, έχουν περάσει χιλιάδες άνθρωποι από τα δικαστήρια με αυτήν την κατηγορία και φυσικά αθωώθηκαν. Είναι μία πολύ περίπλοκη κατάσταση για την οποία δεν θέλει να μιλήσει κανείς.
Χ.Κ.: Ποιοι ήταν μερικοί από τους σημαντικότερους αρχηγούς των εθνικών αντάρτικων ομάδων στην περιοχή;
Σ.Γ.: Τα ονόματα υπάρχουν σχεδόν όλα στο βιβλίο του Αντών Τσαούς, «Εθνική Αντίστασις κατά της βουλγαρικής κατοχής 1941-1945». Έπειτα, ο Τάσος Χατζηαναστασίου είναι ο πρώτος ιστορικός που έχει γράψει για αυτές τις αντάρτικες ομάδες, περιλαμβάνει μάλιστα πάρα πολλούς μεγάλους καπετανέους. Είχαν πέντε αρχηγεία. Τα ονόματα αυτών των αρχηγών είναι γνωστά και τα καταγράφω κι εγώ στο βιβλίο μου.
Χ.Κ.: Ποια ήταν η συμβολή των εθνικών αντάρτικων ομάδων στην απελευθέρωση της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης;
Σ.Γ.: Αυτές οι ομάδες, μετά το φθινόπωρο του 1943 και την έλευση των Άγγλων, «μετρούσαν» σαν να ήταν αποστολή των συμμαχικών δυνάμεων, των οποίων το αρχηγείο ήταν στο Κάιρο. Δέχονταν ρίψεις από αεροπλάνα, ενώ είχαν οργανωθεί με οπλισμό από τους Άγγλους. Έπαιξε μεγάλο ρόλο η εμφάνιση συμμαχικών δυνάμεων στην περιοχή. Όλα αυτά πρέπει να διερευνηθούν από ιστορικούς. Αν δεν περάσει όλη αυτή η εποχή στα ιστορικά βιβλία που διδάσκονται στα σχολεία, έστω στην Γ΄ λυκείου, όχι μόνο θα μείνουν άγνωστα, αλλά θα ξεχαστούν κιόλας.
Χ.Κ.: Πώς αντιμετωπίστηκαν οι αντάρτες μετά την απελευθέρωση; Ποια είναι η ιστορική μνήμη που έχει μείνει σήμερα για αυτούς τους αγωνιστές στην περιοχή;
Σ.Γ.: Η αντιμετώπιση των ανταρτών, μετά την αποκατάσταση της ελευθερίας, ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε να συμβεί, δεν υπήρχε καμία βοήθεια. Επίσης, πολλοί έχασαν τα σπίτια και τις οικογένειές τους. Μερικά πράγματα που έχω διαβάσει στα γενικά αρχεία του κράτους είναι τελείως απαράδεκτα. Βλέπω αυτά που έζησε και ο πατέρας μου, τη φτώχεια, χωρίς να φαίνεται κάποια βοήθεια, ούτε οικονομική αποκατάσταση. Οι Βούλγαροι έκαψαν το χωριό του πατέρα μου, τον Λειβαδίτη, το Καρυόφυτο, σκότωσαν ανθρώπους, έκαναν εγκλήματα και εγκλήματα. Δεν έχω δει κάποια αντιμετώπιση αυτών των ανθρώπων όπως θα έπρεπε.
—Η παρούσα συνέντευξη δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα «Εμπρός» της Ξάνθης, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του κ. Συμεών Γεκτίδη στην πόλη, την Τετάρτη 5 Νοεμβρίου. Ευχαριστούμε θερμά τη φιλόλογο και αρθρογράφο της εφημερίδας κ. Χρύσα Κιατίπη, καθώς και την εκδότρια της εφημερίδας κ. Ελένη Διαφωνίδου. Βλ. σχετικά με την παρουσίαση εδώ.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
