Στολιδια αναμνησεων
Ανοίγεις το κουτί που κρατάς όλα τα στολίδια σου… να τραβήξεις προσπαθείς ένα, να ξεπλέξεις.
Χάντρες που γυαλίζουν και σου θυμίζουν Χριστούγεννα παλιά. Στόλιζες το δένδρο στο πατρικό το σπίτι πάντα παραμονή, γιατί μόνο δώδεκα νύκτες έπρεπε να μείνει «σαν νυφούλα». Δώδεκα νύκτες και δεκατρείς μέρες το φτωχικό –συγκρινόμενο με τα σημερινά– δένδρο. Έβαζες στα κλαδιά βαμβάκι –λες κι ήταν άσπρα μανικάκια στα χεράκια– και το χιόνιζες από επάνω με αυτό που αποκαλούσαν αράχνη. Και ήταν εκείνη η χρονιά που σας έφεραν από τη Γερμανία κεραμικά φωτάκια, που κάθε ένα απεικόνιζε κι ένα διαφορετικό σπιτάκι… και ήταν κάτι διαφορετικό, κάτι πιο όμορφο κι από όμορφο, κάτι πραγματικά μοναδικό. Καθόσουν ώρες και τα κοίταζες ν’ αναβοσβήνουν κι έκανες όνειρα ότι βρισκόσουν από μέσα και έπλαθες με τη φαντασία σου σκηνές χριστουγεννιάτικες.
Τραβάς και προσπαθείς να ξεμπλέξεις… Πιάνεις αναμνήσεις που μοσχοβολάν κανέλα και γαρύφαλλο και κακουλέ και μαχλέπι. Τέτοιες μέρες θα κοπάνιζες το καρύδι στο γουδί, που ήρθε από την «πατρίδα» –άγνωστο βλέπεις ακόμη το multi– και πού να αγοράσεις έτοιμη ψίχα. Άλλωστε, η καρυδιά μας μάς έδινε τους καρπούς της άφθονους. Θ’ ανακάτευες ζάχαρη και μυρωδικά, κι άλλοτε θα βοήθαγες να στρωθεί το σαραγλί κι άλλοτε ο μπακλαβάς. Ρολάκι στο σαραγλί η γέμιση και με το σπίρτο για μέτρο θα το έκοβες, κι ήταν το φύλλο Βηρυτού από τον Βασδέκη, και θα χτένιζες το κανταΐφι να κάνεις φωλίτσες, να κλείσεις μέσα καρύδι και κανελογαρύφαλλο. Θα σιροπιάζατε και δεν έπρεπε να ζαχαρώσει το γλυκό. Γέμιζαν οι πιατέλες και δίπλα εκεί, να και το λευκό το «όρος», σε στοίβες οι κουραμπιέδες, αυτούς με τη συνταγή της κυρίας Λαμπρινής· χτυπάς στο χέρι το φρέσκο βούτυρο με την άχνη ζάχαρη πρώτα, ν’ αφρατέψουν –τους κουραμπιέδες που μαρτυρούν όταν τους τρως καθώς αφήνεις την άχνη πίσω σου. Και τα μελομακάρονα σε λόφο που τα μετράς να μη τελειώσουν γρήγορα και καταλάβει η μαμά πως δεν σταμάτησες στο ένα.

Τραβάς και προσπαθείς να σταματήσεις τη μουσική. «Χριστούγεννα πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου» και μετά «Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία» και κλείνει το βινύλιο με το «Σήμερα τα φώτα κι οι φωτισμοί». Κάθε χρόνο ίδιο τελετουργικό. Να σφίγγεις το κασκόλ στον λαιμό και να φοράς τον σκούφο –όλα χειροποίητα, πλεκτά στο χέρι από μαλλί που αγοράστηκε από την Ερμού–, σε χρώμα συνήθως κόκκινο και ασορτί τα γάντια. Πρωί πρωί να βγεις στη γειτονιά, πόρτα πόρτα: «Να τα πούμε;». Αναμονή αιώνια να σκέφτεσαι, καθώς τραγουδάς τα κάλαντα, πόσα θα σου δώσει; Η κυρα-Κούλα, η κυρία Μαρίκα, στην απέναντι γωνία η κυρία Έλλη, οι αδελφές Μαριάνθη και Ελισάβετ με τις πάπιες. Μετράτε και, παρόλο που τα χέρια παγώνουν, προχωράτε, γιατί θα πάρετε από τα «σκεπαστά», τη Νιόβη και τη Νάταλι, του χρόνου τα κουζινικά, γιατί οι άσπρες μπότες –τελευταία λέξη της μόδας, το είδαμε στο σινεμά– που θέλετε να πάρετε δώρο στη μαμά είναι ακριβές. Και ναι! Δραχμή δραχμή, τάλιρα, δίφραγκα, όλα στο πορτοφολάκι και είναι πια βράδυ. Όμως, πάτε σινεμά και στο τέλος τέλος, εκεί στο “the end”, που λες «και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα»… δυστυχώς δεν ήταν καλό, γιατί εκεί είναι κάποιο χέρι που σου έχει αρπάξει μέσα στο σκοτάδι τα χρήματα από την τσέπη του παλτό… «Δεν πειράζει, δεν τις είχαμε και πέρσι» σκέφτεσαι, «ίσως του χρόνου. Ίσως το χέρι που τα πήρε τα είχε περισσότερο ανάγκη, ίσως ήμασταν γι’ εκείνο τα δικά του Χριστούγεννα».
Ξαναβάζεις το χέρι, τραβάς… μαύρο, ψυχρό, γιατί υπήρχαν γιορτές που ο άνεμος λυσσομανούσε, που χτυπούσαν με δύναμη τα παραπόρτια, που ανοιγόκλειναν τα παντζούρια και νόμιζες ότι θα γινόντουσαν φτερό στον άνεμο, που τα εναέρια καλώδια της ΔΕΗ, πάνω σε κείνες τις καφέ ξύλινες κολώνες κοβόντουσαν, και τα Χριστούγεννα ήταν σκοτεινά. Καλά που άναβε η μασίνα και υπήρχε ζέστη και το φαγητό ψηνόταν στον φούρνο και την άλλη μέρα είχαμε… δόξα τον Θεό.
Και κει που λες πως αυτό που έπιασες είναι μαλακό σαν ζυμάρι, θυμάσαι τις νύκτες που περίμενες κρατώντας παρέα στη μαμά –αλλά και για «να μαθαίνεις» κατά το πώς έλεγε εκείνη– να φουσκώσει η μαγιά, να γίνει διπλό το ζυμάρι, να το ξαναζυμώσετε και μετά, κατά το πρωί, να αρχίσετε να ψήνετε τις βασιλόπιτες· «να μην ξεχάσουμε τη δραχμή», γιατί όλα αυτά… της εποχής της δραχμής είναι φυσικά.
Τραβάς, βλέπεις γυαλάκια και δεν είναι παρά τα παγωμένα νερά που, όταν πατάς πάνω τους, τρίζουν πάντα την Πρωτοχρονιά σαν πήγαινες στην εκκλησία και έκρυβες στην τσέπη το ρόδι, που μετά, σαν θα γυρνούσες στο σπίτι, έπρεπε να το σπάσεις με δύναμη και να σκορπίσουν τα σπόρια του όσο πιο μακριά μπορούσαν, γιατί λέει έτσι θα είχαμε πιότερη ευημερία τη νέα χρονιά. Εκεί, λοιπόν, μετά βίας σου έμενε χώρος να χώσεις τις χούφτες σου να τις ζεστάνεις. Αλλά και τα Θεοφάνεια… νερά παγωμένα. Παρακαλούσες να μην είχες ξεχάσει τα γάντια σου και χουχούλιαζες τα χέρια σου, που κρατούσαν εναλλάξ το κανατάκι με τον αγιασμό. Και μετά, ξαφνικά, τελείωναν όλα… με το μπακιράκι ο παπάς να περάσει να φωτίσει. Δεν το κουνούσαμε ρούπι κι έπρεπε να ήταν όλα στρωμένα χωρίς ανακατλίκια όταν θα έρθει να αγιάσει, μα και γιατί την άλλη μέρα ξημέρωνε του Αη-Γιαννιού!

Κι ύστερα, ήρθαν τα Χριστούγεννα της Παγκοσμιοποίησης. Χριστούγεννα που σήμαιναν διακοπές και όχι εορτές, που στόλιζαν τα μπαλκόνια, αλλά τα σπίτια ήταν σκοτεινά, που σταμάτησαν να γιορτάζουν στο σπίτι· «ο κύριος Χ δεν θα δεχτεί επισκέψεις για την ονομαστική του εορτή».
Καλά Χριστούγεννα!
Κι αν δεν στολίσατε, δεν πειράζει, αρκεί να στολίσατε την ψυχή σας.
Αρκεί να γίνετε εσείς τα Χριστούγεννα για τους αγαπημένους σας.
*Η Μαίρη Ι. Κοσμίδου είναι Αναπληρώτρια Περιφερειακή Διευθύντρια ΑΜΘ, Διδακτόρισσα του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης και συγγραφέας του βιβλίου «Η αστική αποκατάσταση των προσφύγων στη Ροδόπη – Τα “προσφυγικά” και οι σχολικές υποδομές της Κομοτηνής – Κωδικοποίηση Νομοθεσίας για τη Στεγαστική Αποκατάσταση των προσφύγων» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2019).
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
