Στο σκοταδι της Darktown: Δυο κοσμοι, μια αδικια που διαρκει
«Εξετάζοντας σε βάθος το 1948 και τα επόμενα 15-20 χρόνια, μπορώ να κατανοήσω καλύτερα τον κόσμο που κληρονόμησα και εκείνον με τον οποίο όλοι ερχόμαστε αντιμέτωποι σήμερα», εκμυστηρεύεται ο Αμερικανός συγγραφέας Thomas Mullen σε μια από τις συνεντεύξεις του.[1] Οι λέξεις του έρχονται να υπογραμμίσουν τη σπουδαιότητα της ιστορικής μνήμης, τη σημασία τού να στρέφουμε το βλέμμα πίσω, για να κατανοούμε το σήμερα και, ταυτόχρονα, τη δυσκολία –ή ίσως την αδυναμία– της λήθης, σε μια εποχή όπου πολλά από τα τραύματα τού χθες αναδύονται ξανά.
Ο Thomas Mullen επέστρεψε μερικά δεκάδες χρόνια παλαιότερα για τις ανάγκες του μυθιστορήματός του “Darktown”, που πρωτοεκδόθηκε το 2016 –χρονιά έντονων πολιτικών ζυμώσεων, προεκλογικών εκλογών στις ΗΠΑ και παράλληλων διαδηλώσεων για την αστυνομική βία–, ενώ κυκλοφόρησε στα ελληνικά γράμματα τη φετινή χρονιά, από τις εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση της δεινής μεταφράστριας Χίλντας Παπαδοπούλου –ασχολείται με τη μετάφραση για πάνω από τρεις δεκαετίες– και την επιμέλεια του Σταμάτη Θοδωρή.
Μπορεί το “Darktown” να επικεντρώνεται στα μέσα του 20ού αι., λίγο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και σε μια αμερικανική πολιτεία, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, αλλά στον πυρήνα του πολλά είναι αυτά που θα προβληματίσουν και θα αφυπνίσουν, ενδεχομένως, και τον Έλληνα αναγνώστη. Ένα μυθιστόρημα που ταυτόχρονα ψυχαγωγεί και εκπαιδεύει, τέρπει και προβληματίζει, συνδυάζει νουάρ αλλά και ιστορικά στοιχεία, ένα μυθιστόρημα το οποίο εμπνεύστηκε ο συγγραφέας του διαβάζοντας το έργο τού Gary Pomerantz, “Where Peachtree Meets Sweet Auburn” (1996)[2] –στο μυθιστόρημα αυτό επίσης πρωταγωνιστεί η Ατλάντα των ΗΠΑ και οι «δύο κόσμοι» της, των λευκών και των μαύρων, η συνοικία Peachtree και η συνοικία Sweet Auburn.
Ας «ξεφυλλίσουμε» όμως τις 454 σελίδες του μυθιστορήματος, για να γνωρίσουμε τα πρόσωπα της αφήγησης. Η Ατλάντα, μια πόλη που είχε γνωρίσει αξιοσημείωτη ανάπτυξη ήδη από τον 19ο αιώνα, αποτελεί το κέντρο της δράσης. Η πληθυσμιακή της αύξηση συνοδεύτηκε, ωστόσο, από την ενίσχυση των φυλετικών διακρίσεων και την εγκαθίδρυση αυστηρών κανόνων ανάμεσα στις συνοικίες. Σε αυτό το περιβάλλον ηθικής διάβρωσης και αξιακής παρακμής μάς μεταφέρει ο Mullen, προβάλλοντας ως θύματα όχι απλώς μεμονωμένους ανθρώπους, αλλά ολόκληρες κοινότητες που παλεύουν να επιβιώσουν.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, και σε μια προσπάθεια –φαινομενικά προοδευτική, στην ουσία όμως απολύτως ελεγχόμενη– να περιοριστούν οι φυλετικές διακρίσεις, η Αστυνομική Διεύθυνση της Ατλάντας υποχρεώνεται να προσλάβει οκτώ Αφροαμερικανούς αστυνομικούς. Ανάμεσά τους βρίσκονται οι Λούσιους Μπογκς και Τόμι Σμιθ, οι οποίοι από την πρώτη στιγμή συναντούν την απροκάλυπτη εχθρότητα των λευκών συναδέλφων τους. Παρότι φορούν πλέον τη στολή, η ιδιότητά τους υπονομεύεται διαρκώς: δεν επιτρέπεται να προσάγουν λευκούς υπόπτους, δεν τους δίνεται περιπολικό, ούτε έχουν πρόσβαση στα κεντρικά της υπηρεσίας. Είναι αστυνομικοί «περιορισμένης εμβέλειας», μια τραγελαφική και συνάμα επικίνδυνη πραγματικότητα, που αποκαλύπτει τον βαθύτατο θεσμικό ρατσισμό.
Αντίβαρο στους δύο Αφροαμερικανούς αστυνομικούς αποτελεί το δίδυμο του βίαιου λευκού αστυνομικού Ντάνλοου και του νεαρού συνεργάτη του, πρώην βετεράνου, Ρέικστροου. Ο Ντάνλοου ενσαρκώνει τον πιο ωμό και διαβρωμένο τύπο αστυνομικής αυθαιρεσίας, ενώ ο Ρέικστροου κινείται ανάμεσα στη δική του ηθική πυξίδα και την ανάγκη επιβίωσης σε ένα σώμα όπου η βία θεωρείται αυτονόητη επαγγελματική «δεξιότητα». Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου αποκαλύπτει τη σκληρότητα της καθημερινότητάς τους: ξυλοδαρμοί, χειραγωγημένες καταθέσεις, χρηματισμοί, όλα μέρος της «κανονικότητας» με την οποία ο νεαρός αστυνομικός Ρέικστροουκαλείται να συμβιβαστεί: «Τρεις εβδομάδες μετά την ορκωμοσία του, ο Ρέικ είχε δει τον Ντάνλοου να δέρνει τουλάχιστον καμία δεκαριά άντρες (συνήθως νέγρους) αντί να τους συλλάβει, τον είχε δει να δασκαλεύει μερικούς άλλους τι να πουν όταν και εάν πότε χρειαζόταν να καταθέσουν ως μάρτυρες σε κάποια δίκη, και τον είχε δει να παίρνει κάμποσα φακελάκια από λαθρέμπορους αλκοόλ, τζογαδόρους παράνομων στοιχημάτων και ιδιοκτήτριες οίκων ανοχής. […] Πίσω στην Ατλάντα όμως, δυσκολευόταν περισσότερο να ορίσει το δίκαιο και το ηθικό. […] Γι’ αυτό ο Ρέικ προσπαθούσε να χωριστεί στα δύο. Ο μισός θα κρατιόταν γερά από τις ηθικές αρχές του, εκείνο το μικρό κι ασταθές πραγματάκι που τον εμπόδιζε να δέρνει αγνώστους χωρίς λόγο. Ο άλλος μισός θα μάθαινε όλα όσα μπορούσε από τον Ντάνλοου και τους συναδέλφους του, τις ανέλπιστες και συχνά παράλογες συμβουλές για το πώς να επιβιώσει στην Ντάρκταουν» (σ. 25).
Κατά τη διάρκεια της «προσαρμογής» τους στο σώμα, οι Μπογκς και Σμιθ βρίσκουν νεκρή μια μαύρη κοπέλα, τη Λίλι Έλσγουορθ, την οποία είχαν δει πρόσφατα στο αυτοκίνητο ενός λευκού, με τις ενδείξεις να τους οδηγούν σε λευκούς «συναδέλφους» τους. Η έρευνά τους θα τους φέρει αντιμέτωπους με τον βίαιο Ντάνλοου, ο οποίος αστυνομεύει το μαύρο κέντρο της πόλης σαν να είναι τσιφλίκι του. Στο πρόσωπο του νεαρού εκπαιδευόμενου υπάρχει μια ελπίδα για συνεργασία, όμως δεν μπορούν να είναι σίγουροι αν ο Ρέικστροου θα τολμήσει να αψηφήσει τα φυλετικά σύνορα και να συνάψει συμμαχία με μαύρους συναδέλφους του. Κυκλοφορώντας ανάμεσα σε άθλιους λαθρεμπόρους αλκοόλ, διπρόσωπες ιδιοκτήτριες οίκων ανοχής, διεφθαρμένους νομικούς, και με περιορισμένη ελευθερία κινήσεων, ο Μπογκς και ο Σμιθ θα ρισκάρουν τη νέα τους δουλειά, ακόμα και τη ζωή τους, προσπαθώντας να τα βγάλουν πέρα σ’ έναν επικίνδυνο κόσμο στο μεταίχμιο μεγάλων αλλαγών.
Το “Darktown”, με άρτια δομημένη πλοκή, θέτει επί τάπητος κρίσιμα ηθικά και κοινωνικά ζητήματα, ανατέμνοντας τις διαχρονικές πληγές της φυλετικής καταπίεσης, της αστυνόμευσης και της άνισης απονομής δικαιοσύνης. Ο Mullen δεν επιχειρεί να ωραιοποιήσει τίποτα. Αντίθετα, μεταφέρει ωμές εικόνες, στιγμές που λειτουργούν σαν γροθιά στο στομάχι. Εικόνες μιας άλλης εποχής που, δυστυχώς, δεν μας είναι τόσο ξένες όσο θα θέλαμε. Κι αν οι φυλετικές διακρίσεις αποτελούν τον βασικό άξονα του έργου, το μυθιστόρημα θέτει στο επίκεντρό του και πιο ευρείες ανθρωπιστικές αξίες: την ηθική ακεραιότητα, το δίκαιο, τον σεβασμό, τα κοινωνικά δικαιώματα, αξίες που σήμερα απειλούνται όσο ποτέ, με την εκάστοτε πολιτεία να σιωπά ή να αδρανεί.
Ίσως, λοιπόν, η λογοτεχνία να είναι ένας ακόμη τρόπος να αντισταθούμε, να κατανοήσουμε καλύτερα τον κόσμο γύρω μας, να σταθούμε ξανά απέναντι στην αδικία.
Γιάννης Καφάτος, «Ο συνδυασμός της δράσης με εκείνη την ντροπή για τον ανθρώπινο πολιτισμό εποχή τού άκρατου ρατσισμού στην Αμερική κάνουν το βιβλίο σπουδαίο»
Ο δημοσιογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός Γιάννης Καφάτος μοιράζεται τη δική του πρόσληψη στο συγγραφικό έργο του Mullen, στον πολιτιστικό ιστότοπο “Viewtag – View of Life”. Μεταξύ άλλων, σημειώνει: «Σήμερα που η Αμερική υπό την επικίνδυνα αλλοπρόσαλλη μπακέτα του Τραμπ, αλλά και ο υπόλοιπος πλανήτης κάνει στροφή στη συντήρηση, οι περιγραφές του Mullen για τον τρόμο που βίωναν οι μαύροι συγκλονίζουν κάθε σκεπτόμενο και σε εγρήγορση αναγνώστη.
Διάβαζα το βιβλίο και από τη μια θαύμαζα το ύφος του συγγραφέα κι από την άλλη σφιγγόταν το στομάχι μου από τα αποτρόπαια εγκλήματα εις βάρος των μαύρων. Εγκλήματα που φυσικά έμεναν ατιμώρητα. Το κλίμα φόβου των μαύρων στη μανία των λευκών ρατσιστών/εν δυνάμει δολοφόνων, αλλά και το κλίμα της αντίδρασης που είχε αρχίσει σιγά σιγά να καλλιεργείται αποδίδεται από τον συγγραφέα με έναν εξαιρετικό τρόπο.
Το μυθιστόρημα είναι ένα κλασικό νουάρ, με καταιγιστικό ρυθμό, με ροή και μια ειλικρίνεια πέρα από “κανόνες” δημιουργικής γραφής (που συχνά αποστεώνουν ωραίες ιστορίες). Έχει χαρακτήρες πλήρεις, ολοζώντανους, που ξεπερνάνε το τυπωμένο χαρτί και τους βλέπεις μπροστά σου είτε να ξεχειλίζουν από μίσος, είτε να ντρέπονται, είτε να εξεγείρονται.
Το “Darktown” του Thomas Mullen είναι το βιβλίο που πρέπει να διαβάσει κάθε λάτρης του κλασικού νουάρ. Ατμόσφαιρα, ήρωες, ανατροπές και δράση που καθηλώνουν σε κάθε σελίδα! Ο συνδυασμός της δράσης με εκείνη την ντροπή για τον ανθρώπινο πολιτισμό εποχή τού άκρατου ρατσισμού στην Αμερική κάνουν το βιβλίο σπουδαίο».
Thomas Mullen, ο δημιουργός της «νουάρ» Ατλάντας
Ο Thomas Mullen, γεννημένος το 1974 στο Rhode Island των ΗΠΑ, είναι συγγραφέας οκτώ νουάρ και ιστορικοπολιτικών μυθιστορημάτων. Το “Darktown”, πρώτο μέρος της βραβευμένης τριλογίας του, έφτασε στις τελικές υποψηφιότητες των “Los Angeles Times Book Prize”, “Southern Book Prize” και “Indies Choice Book Award”. Βιβλία του έχουν, επίσης, συμπεριληφθεί στις ετήσιες λίστες κορυφαίων έντυπων και διαδικτυακών εφημερίδων, όπως των “The Chicago Tribune”, “USA Today”, “The Atlanta Journal-Constitution”, “The Irish Times”, “Kirkus Review” κ.ά.
[1] K. Perkins, “Interview: Thomas Mullen”, http://midwestgothic.com/2017/06/interview-thomas-mullen/
[2] M. Daryl, “Interview With an Author: Thomas Mullen”, https://www.lapl.org/collections-resources/blogs/lapl/interview-author-thomas-mullen
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
