Στα χναρια της εξουσιας, της ιδεολογικης κυριαρχιας, της βιας και της εργατικης πρωτοποριας

Προδημοσίευση αποσπασμάτων του νέου «επαναστατικού» πονήματος του Αντώνη Ε. Χαριστού

Αντώνης Ε. Χαριστός, «Η επαναστατική αντι-βία στην ανατομία τού δικαίου: Ε.Λ.Α.-17Ν, η ταξική ανάλυση μιας προέκτασης – κοινωνικοοικονομική και πολιτική μελέτη», Ευστράτιος Τζαμπαλάτης (εισαγωγή), εκδ. Υψικάμινος, Αθήνα, σ. 1232, υπό έκδοση

Λίγο πριν εκπνεύσει ο Νοέμβριος, θα έχουμε τη χαρά να εντρυφήσουμε σε μια ανατομία του δικαίου, σε μια ογκώδη και εμβριθή κοινωνικοοικονομική και πολιτική μελέτη, που πρόκειται να ξεπεράσει τις 1200 σελίδες. Συγγραφέας αυτής ο άοκνος φιλόλογος, δημοσιογράφος, συγγραφέας, αρχισυντάκτης στο τριμηνιαίο «Λογοτεχνικό Δελτίο» και η «ψυχή», μεταξύ άλλων, του Φιλολογικού Ομίλου Θεσσαλονίκης κ. Αντώνης Ε. Χαριστός, που πάντοτε μας εκπλήσσει με την ευρύτητα των συγγραφικών του αντικειμένων, αλλά και την ικανότητά του να ελίσσεσαι από αυστηρά φιλολογικά είδη σε ιστορικές μελέτες αλλά και σε πολιτικά δοκίμια, πάντοτε με την ίδια επιμέλεια και οξύνοια.

Έτσι, λοιπόν, σε λίγες εβδομάδες πρόκειται να κυκλοφορήσει η νέα του μελέτη με τίτλο «Η επαναστατική αντι-βία στην ανατομία τού δικαίου: Ε.Λ.Α.-17Ν, η ταξική ανάλυση μιας προέκτασης – κοινωνικοοικονομική και πολιτική μελέτη», από τις εκδόσεις Υψικάμινος. Την εισαγωγή της έκδοσης υπογράφει ο καθηγητής και συγγραφέας Ευστράτιος Τζαμπαλάτης, ο οποίος μάλιστα ανέλαβε και τον σχεδιασμό του εξωφύλλου.

Στη νέα αυτή μελέτη του κ. Χαριστού τίθεται επί τάτηπος το ζήτημα των αιτιών που οδήγησαν το πρωτοπόρο τμήμα της εργατικής τάξης να αναμετρηθεί ένοπλα με το καπιταλιστικό σύστημα, σε οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, ξεγυμνώνοντας τον ρόλο του μονοπωλιακού κεφαλαίου στις σχέσεις εξάρτησης της Ελλάδας από το δυτικό κεφάλαιο, και ειδικότερα το αμερικανικό, τον βαθμό διείσδυσης των μηχανισμών εξουσίας στην καθημερινή αναπαραγωγή του κυρίαρχου λόγου, τη σημασία που απέκτησε η κατασκευή του ενδιάμεσου χώρου των μικροαστών, τόσο ως νοοτροπίας όσο και ως οικονομικού πεδίου αναφοράς για τη στερέωση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης σε όλο το φάσμα τής συλλογικής ζωής.

Παράλληλα, εξετάζεται ο συμβιβαστικός ρόλος των συνδικαλιστικών ηγεσιών και η προδοσία των Κομουνιστικών Κομμάτων (ΚΚ, ΚΚΕ – «Κ»ΚΕ Εσ.) στην απονεύρωση του διεκδικητικού κινήματος στα χρόνια της μεταπολίτευσης, οι εξαγγελίες, πράξεις και τα έργα του ΠΑΣΟΚ, όχι μόνο στη διαταξική ενσωμάτωση των αιτημάτων της «αλλαγής», αλλά ιδιαίτερα στον τρόπο με τον οποίο ποδηγετήθηκε μία ολόκληρη προοπτική μεταβολής στα όρια του αστικού συστήματος δεσμεύσεων. Τέλος, εξετάζεται το κρατικό μονοπώλιο της βίας, όχι μόνο στη φυσική του παρουσία, όπως για παράδειγμα, την «παραστρατιωτική» οργάνωση της αστυνομίας (ΜΑΤ), αλλά στη μετατροπή του ριζοσπαστικού λόγου σε φιλολογικού τύπου αντιστοιχίες, δίχως πρακτικές εφαρμογές, διαμορφώνοντας ένα πρότυπο συλλογικής συνείδησης πλήρως νομιμοποιημένο στο νομικό οπλοστάσιο του αστικού κράτους, καλύπτοντας ταυτόχρονα, μέσω της επαναστατικής φρασεολογίας, την απαραίτητη ενσωμάτωση των συλλογικών διεκδικήσεων στην ύπαρξη των ιδεολογικών αιτιών ύπαρξης των ίδιων αυτών συλλογικοτήτων.

Η επαναστατική αντι-βία δεν υπήρξε αυθόρμητη έκφραση απονενοημένων πράξεων ανθρώπων του περιθωρίου, όπως επιθυμούσε να κατασκευάσει ο κυρίαρχος λόγος των ΜΜΕ, ούτε ετεροπροσδιορισμένη αναφορά μυστικών υπηρεσιών και ξένων κέντρων, αναδεικνύοντας ενδογενείς αντιθέσεις των πυλώνων εξουσίας. Αντίθετα, υπήρξε η αυθεντική θέση της εργατικής τάξης που αρνήθηκε τον συμβιβασμό, την υποτέλεια και τον καριερισμό στα αστικά όργανα διαχείρισης, θέτοντας ανάμεσα στην ηθική της αστικής εξουσίας και την ηθική του προλεταριάτου το όριο της ευθύνης έναντι της ιστορίας με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο.

Μπορεί ακόμη η έκδοση να βρίσκεται στο τυπογραφείο, όμως ο «Παρατηρητής της Θράκης» εξασφάλισε μερικά «διαφωτιστικά» αποσπάσματα.

Μια μικρή γεύση, από ένα «μεγάλο» πόνημα

Στη συνέχεια, παρατίθεται ένα σύντομο απόσπασμα του βιβλίου, από το 1ο κεφάλαιο, όπου επιχειρείται, μεταξύ άλλων, μια συστηματική ανάλυση του τρόπου με τον οποίο συγκροτήθηκε, εδραιώθηκε και αναπαράχθηκε η αστική ηγεμονία στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, μέσα από τη διαλεκτική σχέση οικονομίας, ιδεολογίας και πολιτικής εξουσίας. Έτσι, αποδεικνύεται πως η ανασυγκρότηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο δεν αποτέλεσε μια αυτόνομη οικονομική διαδικασία, αλλά μια βαθύτατα πολιτική και ιδεολογική επιλογή, που στηρίχθηκε στην επιβολή ταξικής συναίνεσης και στη δημιουργία των θεσμικών όρων νομιμοποίησής της.

Μέσα από την ανάλυση των νομοθετικών ρυθμίσεων, των μηχανισμών χρηματοδότησης, της αμερικανικής επιρροής και της διαπλοκής πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, αναδεικνύεται η ιδιοτυπία του ελληνικού καπιταλισμού εκείνης της εποχής –με βαθύτατες επιρροές στο σήμερα: ένας εξαρτημένος σχηματισμός και ιδεολογικά αντικομμουνιστικός, που βρήκε τη σταθερότητά του στην αναπαραγωγή της κοινωνικής ανοχής και στη συναίνεση των μικροαστικών στρωμάτων.

Εκτός από το ακόλουθο απόσπασμα, στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας, είναι διαθέσιμο ένα ακόμη από το ίδιο κεφάλαιο, καθώς και από το 5ο, που τίθεται στο επίκεντρο η νομιμοποίηση της βίας από το αστικό κράτος, ενώ αναλύονται και τα χαρακτηριστικά της αντι-βίας της εργατικής πρωτοπορίας κ.ά.[1]

[…] η ανασυγκρότηση της αστικής ηγεμονίας δεν ήταν δυνατό να στερεωθεί μόνο σε ιδεολογικά και πολιτικά ερείσματα στο πολιτικό και οικονομικό πεδίο αναφοράς τού κοινωνικού σώματος. Ήταν αναγκαίο να στερεωθεί στους μηχανισμούς εκείνους που θα μετέτρεπαν σε νομοτέλεια την αναδόμηση του θεσμικού και νομικού  εποικοδομήματος, στη βάση επιβεβαίωσης των ιδιοκτησιακών σχέσεων εξουσίας κατά τη διαδικασία αναπαραγωγής των καπιταλιστικών μέσων παραγωγής. Η αναγκαία συλλογική συναίνεση ήταν απαραίτητη προκειμένου να επιτευχθεί η επιβεβαίωση της κυριαρχίας των ταξικών σχέσεων και να αποφευχθεί η αμφισβήτησή τους.

Από τη μία πλευρά, η επιβολή τής αστικής ηγεμονίας με τη χρήση του μαζικού φόβου (βλ. «λευκή τρομοκρατία»), των βασανιστηρίων, των εξοριών ενείχε τον κίνδυνο της αντίδρασης από το λαϊκό κίνημα που υφίστατο τη βαναυσότητα των μηχανισμών εξουσίας. Από την άλλη πλευρά, οι κυριαρχούμενες κοινωνικές δυνάμεις, εργάτες, αγρότες, μικροαστικά στρώματα, έμποροι κ.λπ., πρέπει να υιοθετήσουν τον αστικό κοινωνικό σχηματικό ως μία θετική προοπτική. Για τον λόγο αυτόν η οικονομική ενσωμάτωση υιοθετήθηκε ως ουσιαστικός παράγοντας για την εδραίωση της αστικής εξουσίας και των σχέσεων επιρροής. Εγγύηση για την οικονομική ενσωμάτωση των κυριαρχούμενων τάξεων είναι «η προβολή τής ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο» σε όσους δε διαβλέπουν μέλλον, με τις υπάρχουσες συνθήκες. Έτσι, η βελτίωση των όρων υλικής αναπαραγωγής τής εργατικής τάξης και των μικρομεσαίων στρωμάτων, σε συνδυασμό με την ελεγχόμενη κοινωνική κινητικότητα, προωθήθηκαν ως ενδεδειγμένες πολιτικές επιλογές στη συνολική πολιτική επικυριαρχίας τής αστικής τάξης στον κορμό τής ελληνικής πραγματικότητας. «Η αστική τάξη πρέπει, για να είναι σε θέση να σταθεροποιεί και να αναπαράγει την εξουσία της, να εγγυηθεί την οικονομική αναπαραγωγή των κυριαρχούμενων τάξεων –σε συνδυασμό βέβαια με όλους τους καταπιεστικούς μηχανισμούς–, αλλά και την καλυτέρευση των υλικών συνθηκών, ή τουλάχιστον να εγγυηθεί την αντικειμενική δυνατότητα αυτής της μελλοντικής καλυτέρευσης, να δώσει δηλαδή την αντικειμενικά υπαρκτή δυνατότητα της ελπίδας για ένα καλύτερο μέλλον κάτω από την εξουσία της. H διαβάθμιση της επιτυχίας μιας τέτοιας στρατηγικής αρχίζει από την παθητική ανοχή απέναντι στην εξουσία και φθάνει στην ενεργό ταξική συμμαχία».

Ο βαθμός τής οικονομικής ενσωμάτωσης καθρεπτίζεται στο διμερές σχήμα μισθός-απολαβές. Σε αυτή τη διμερή σχηματοποίηση εντάσσονται διακριτές κοινωνικές συσσωματώσεις: ανειδίκευτοι εργάτες, ειδικευμένο προσωπικό, εργατικής αριστοκρατία, μικροαστική διαστρωμάτωση. Αυτού τού είδους η κοινωνική διαστρωμάτωση στη μισθολογική κλιμάκωσή της αντιστοιχεί και προσδιορίζει τον βαθμό έντασης του καταμερισμού εργασίας. Η διεύρυνση των ορίων τής οικονομικής ενσωμάτωσης όπως εμφανίζεται στην αύξηση μισθών και ημερομισθίων, στην αγροτική πρόσοδο, τη διατήρηση των πλεονεκτημάτων των μικροαστικών στην κοινωνική κινητικότητα αποτελούν στρατηγικές τού κεφαλαίου στη διαρκή προσπάθεια σταθεροποίησης της αστικής ηγεμονίας. Η αστική τάξη είναι σε θέση να πετύχει την πλήρη ενσωμάτωση στο όνομα της κοινωνικής συναίνεσης, εάν ταυτόχρονα επενδύεται αυτή στην ιδεολογική πρωτοκαθεδρία, προλαμβάνοντας την ακύρωση πτυχών αμφισβήτησης αυτής, όπως δηλώνει το παράδειγμα των Η.Π.Α. και τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας. Η αναπαραγωγή των κοινωνικών τάξεων συμβαίνει στην κυκλοφορία και τη ρευστοποίηση του κεφαλαίου, θεμελιώνοντας ταυτόχρονα την ταυτότητά τους στις σχέσεις ιδιοκτησίας στην παραγωγική διαδικασία. Επομένως, η κοινωνική κυριαρχία τής αστικής τάξης είναι αποτέλεσμα των ειδικών σχέσεων εξουσίας στην παραγωγική βάση τής ιδιοκτησίας.

Η εργασία με την αποδοχή μισθού είναι η εργασία υπό καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ωστόσο το ύψος τού μισθού είναι ζήτημα πολιτικού μεγέθους, καθώς είναι άμεσα συνυφασμένο με τις σχέσεις εξουσίας και τις δυνατότητες αντίστασης και διεκδίκησης της εργατικής τάξης. Η εξάρτηση των μισθολογικών επιπέδων από την πολιτική διαπάλη είναι συστατικό στοιχείο τής αστικής ηγεμονίας στα πλαίσια της διάπλασης των όρων εδραίωσης της ιδεολογικής κυριαρχίας. Η διανομή των αποτελεσμάτων των σχέσεων παραγωγής αποτελεί την αιτία πτωτικής τάσης στο ποσοστό κέρδους, βασικό ανασταλτικό παράγοντα της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Εκεί βρίσκεται η απάντηση στον ρόλο τής εργατικής τάξης τις περιόδους τής οικονομικής κρίσης, και όχι στους αυτόνομους νόμους τής συσσώρευσης. Δηλαδή, η έμφαση δίνεται στο πολιτικό βάρος των συνιστωσών τής κρίσης και όχι στην αυξητική δυναμική τού πάγιου κεφαλαίου. Η  ανάγκη του εργάτη για την ικανοποίηση των αναγκών του, με την αξιοποίηση των προϊόντων τού καπιταλισμού, ενσωματώνει και εγκλωβίζει τον εκμεταλλευόμενο στον φαύλο κύκλο τής αναπαραγωγής. Η τελευταία επεκτείνει την παρουσία τής επικυριαρχίας στον βαθμό που τα εργατικά στρώματα ταυτίζονται με τη νομοτέλεια της ύπαρξής της. Για τον λόγο αυτόν και η συμμαχία με τα μικροαστικά στρώματα είναι αναγκαία προϋπόθεση για την αστική τάξη, προκειμένου να σταθεροποιήσει μακροπρόθεσμα την ταξική συμμαχία, και να επιβάλει ολοκληρωτικά τον κοινωνικό έλεγχό της.

Στη βάση αυτής τής συμμαχίας, στην ελληνική περίπτωση, υιοθετήθηκε το δόγμα τού αντικομμουνισμού και τής εθνικοφροσύνης ως μοχλός και κανάλι διοχέτευσης των κρατικών πολιτικών προπαγάνδας, καταπίεσης και περιορισμού. Το αστικό κράτος εξελίχθηκε σε βασικό εργοδότη τής καπιταλιστικής αναδόμησης και τής κοινωνικής ενσωμάτωσης. Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος των εφοπλιστών υπήρξε κομβικής σημασίας για τη συγκρότηση ενιαίου, αν και ανομοιογενούς, σχήματος τής αστικής τάξης. Οι αποζημιώσεις από τις ασφαλιστικές εταιρείες που έλαβαν μετά το τέλος τού δευτέρου παγκοσμίου πολέμου για τις υλικές καταστροφές στους στόλους τους, αποτελέσαν τη βάση για την επανεπένδυση και μεγέθυνση των κεφαλαίων τους. Πριν τον πόλεμο, η αξία τού στόλου των Ελλήνων εφοπλιστών υπολογιζόταν σε 8.200.000 λίρες Αγγλίας, ενώ μετά τις αποζημιώσεις των ασφαλιστικών εταιρειών πλησίασε τα 42.000.000 στερλίνες. Έτσι, οι ασφαλιστικές αποζημιώσεις χρησιμοποιήθηκαν ως πηγή ανάπτυξης της ελληνικής ναυτιλίας.

Το πρόβλημα, ωστόσο, εντοπιζόταν στην απουσία πλοίων προς άμεση χρήση, δεδομένου και του γεγονότος ότι η Ελλάδα δε διέθετε δική της ναυπηγική βιομηχανία. Με εγγυήσεις τού αστικού κράτους παραχωρήθηκαν από τις Η.Π.Α., από το απόθεμα των νεότερων ναυπηγηθέντων πλοίων, 100 Liberties και διανεμήθηκαν στους ελληνικούς εφοπλιστικούς παράγοντες. Επρόκειτο για φορτηγά πλοία μέσω των οποίων επικυρώθηκε η ταξική συνεργασία αστών και εφοπλιστών. Τα εν λόγω φορτηγά πλοία κόστισαν στα ελληνικά κρατικά ταμεία 60.000.000 εκατομμύρια δολάρια, τα οποία πιστώθηκαν σε εγγυήσεις τού ελληνικού δημοσίου. Οι άμεσα ενδιαφερόμενοι εφοπλιστές ήταν οι: Σ. Νιάρχος, Α. Ωνάσης, Σ. Χαντρής, αφοί Λιβάνοι, αφοί Χατζηπατέρα κ.ά. Στο πλαίσιο αυτό, και ειδικότερα την περίοδο 1947-1952, η Ελλάδα είχε μετατραπεί σε προτεκτοράτο των Η.Π.Α. με την οικονομική αποστολή, όπως αναγνωριζόταν στο «Σχέδιο Μάρσαλ», να διεισδύει στον δημόσιο βίο με προεξάρχοντες την τριανδρία: τον αρχηγό τής AMAG (American Mission for Aid to Greece), τον Αμερικανό πρεσβευτή και τον επικεφαλής τής στρατιωτικής ακολουθίας. Στη συμμαχία αυτή προσέβλεπε η αστική τάξη τής χώρας όχι μόνο για την οριστική συντριβή τού λαϊκού και κομμουνιστικού κινήματος, όσο, κυρίως, για τη δυνατότητα εκβιομηχάνισης που οι προοπτικές συνεργασίας με τον αμερικανικό παράγοντα παρουσιάζονταν.

Μέσω τού εφοπλιστικού κεφαλαίου οι θαλάσσιες μεταφορές έγιναν η επικερδέστερη βιομηχανία τής μεγαλοαστικής τάξης. Ωστόσο, τα κεφάλαια αυτά επενδύονταν στις μεταφορές και όχι στο εσωτερικό. Κεφάλαια σε χρυσό και σε δολάρια, κυρίως τα τελευταία ως αποτέλεσμα της οικονομικής παροχής βοήθειας τού «Σχεδίου Μάρσαλ», ή/και ως αποτέλεσμα κερδοσκοπίας, λειτούργησαν ως μοχλός κατασκευής τής μεσαίας τάξης, βασικό στήριγμα της αστικής εξουσίας στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Η ελληνική αστική τάξη είχε μακρά παράδοση στο εμπόριο, μολονότι είχε ελάχιστη εξοικείωση με τις παραγωγικές διαδικασίες. Η μεγαλοαστική μεταπρατική τάξη διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στον επικοινωνιακό δίαυλο με την Ανατολική Μεσόγειο, ρόλο τον οποίο εξαργύρωσε με την ολοένα αυξανόμενη εξάρτηση από το αγγλικό και γαλλικό κεφάλαιο, καθώς μεγεθυνόταν η αντίστοιχη συγκέντρωση κεφαλαίων στις μητροπόλεις, των τελών τού 19ου αιώνα. Το μεταπρατικό κεφάλαιο αποτέλεσε τον φερέγγυο εγγυητή παρέμβασης του ιμπεριαλισμού και στην Ελλάδα, όπως και στην Τουρκία (βλ. κεφάλαιο 4ο).

Η ελληνική εμπορική αστική τάξη τής διασποράς αξιοποίησε την Ελλάδα ως αποικία των διακριτών της συμφερόντων σε ένα διεθνοποιημένο πλαίσιο αναφοράς. Και αυτό γιατί η Ελλάδα ναι μεν ήταν μία υπανάπτυκτη, περιφερειακή των μητροπόλεων του καπιταλισμού, χώρα, ωστόσο διέθετε γνωρίσματα που την αναβάθμιζαν ποιοτικά σε σχέση με άλλες χώρες τής ίδιας κατηγοριοποίησης. Έτσι, ένα τμήμα των κερδών τού κύκλου εργασιών τής μεταπρατικής τάξης επενδυόταν με τη μορφή κεφαλαίων στην ελληνική αγορά και εισοδημάτων, που δε δικαιολογούνταν από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων του τόπου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις τής κοινωνικής κινητικότητας, μετατρέποντας κυρίαρχα αγρότες τής περιφέρειας σε μικροαστούς που απασχολούνταν στο τριτογενή τομέα. Ο μικροαστικός χαρακτήρας των υπηρεσιών, ευνόησε το μαζικό κύμα αστικοποίησης. Το αστικό κράτος ανέλαβε ρόλο μεσάζοντα στην προσέλκυση ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα. Η ηγεμονία τής αστικής –ταξικής– συμμαχίας διαμόρφωσε την πολιτική ομαδοποίηση της «Δεξιάς», που περιλάμβανε τις ηγετικές συνιστώσες τού εφοπλιστικού και βιομηχανικού κεφαλαίου, τμήματα των μεσαίων και μικροαστικών στρω­μάτων, καθώς και της δημοσιοϋπαλληλίας. Το κράτος τής «Δεξιάς» έπρεπε, παράλληλα με τη διαμόρφωση της ταξικής συμμαχίας, να εκκαθαρίσει τα προοδευτικά στοιχεία από το σώμα τής δημόσιας διοίκησης και των σωμάτων ασφαλείας. Ο κρατικός μηχανισμός και ο στρατός, ειδικά ο τελευταίος μετά το αποτυχημένο κίνημα των βενιζελικών αξιωματικών το 1935, είχαν εκκαθαριστεί σε εκτεταμένο βαθμό, και μετά τα γεγονότα τής Μέσης Ανατολής, η εκκαθάριση προχώρησε προς πάσα κατεύθυνση. Έτσι, οι συνεργάτες των στρατευμάτων κατοχής και οι δωσίλογοι αποτέλεσαν τη μαγιά από την οποία επανδρώθηκε η κρατική δομή τής μετεμφυλιακής Ελλάδας.

Υπό την οπτική αυτή, η πολιτική των αστικών κυβερνήσεων έναντι του ξένου κεφαλαίου υπαγορευόταν από την αναγκαιότητα διασφάλισης της στρατηγικής ηγεμονίας τής άρχουσας τάξης, μπροστά στις κοινωνικές απαιτήσεις και προκλήσεις. Ταυτόχρονα, με την υιοθέτηση σειράς νομοθετημάτων, ευνοήθηκε τόσο το ξένο κεφάλαιο, όσο, όμως, και η εγχώρια αστική τάξη, η οποία τώρα είχε τη νόμιμη δυνατότητα να επαναφέρει κεφάλαια ως αποτέλεσμα κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων την περίοδο της κατοχής, και τα οποία είχε μεταφέρει σε καταθέσεις σε τράπεζες του εξωτερικού (βλ. Ελβετία, Αργεντινή, Αίγυπτο). Εν αντιθέσει με τις δυτικές καπιταλιστικές χώρες, στις οποίες η ταξική πάλη δεν έλαβε τη μορφή ανοιχτού εμφυλίου πολέμου, και στις οποίες το πρόβλημα εντοπιζόταν στη γρηγορότερη δυνατή συσσώρευση κεφαλαίου (Η συσσώρευση κεφαλαίου επιδρά άμεσα στην κατάσταση της εργατικής τάξης, καθώς αυτή επιβάλλεται από τον ανταγωνισμό μεταξύ των μονοπωλίων τού κεφαλαίου, προκαλώντας αβεβαιότητα στην κοινωνική ισορροπία, την οποία η αστική ηγεμονία παρουσιάζει ως νομοτελειακή απεικόνιση των συλλογικών συμφερόντων. Η διαδικασία συσσώρευσης επιδρά στην εργατική τάξη μέσω της μονιμοποίησης του εργάτη στην κατηγοριοποίηση της μισθωτής εκμετάλλευσης, δηλαδή της παραχώρησης σε μορφή υπεραξίας ενός μέρους τού χρόνου εργασίας του ως ελεύθερου χρόνου παροχής τής εργατικής του δύναμης, ταυτόχρονα η συσσώρευση επιφέρει μεγιστοποίηση του κυκλοφορικού κεφαλαίου το οποίο καρπώνεται η αστική τάξη, ενώ, τέλος, κατασκευάζεται ένα τοίχος νομικών ορολογιών και οριοθετήσεων εντός τού οποίου εξειδικεύεται ο ατομικισμός τού εργάτη, καθώς μαζικοποιείται η παρουσία του στην προέκταση της μηχανικής αναπαραγωγής τού τρόπου παραγωγής. Με άλλα λόγια, ο τρόπος καπιταλιστικής παραγωγής και η ιδιοποίηση του συσσωρευμένου προϊόντος αντανακλά τη διαδικασία κατασκευής τόσο των δομικών στοιχείων τού καπιταλιστή, όσο και αυτών τού εργάτη. Ταυτόχρονα, όμως, η ίδια αυτή διαδικασία συσσώρευσης γεννά τις αντιθέσεις των αστικών συμφερόντων για τον έλεγχο των ποσοτικών και ποιοτικών αντιστοιχιών στην κυκλοφορία τού κεφαλαιακού προϊόντος στην αγορά) για την επέκταση της βιομηχανικής υποδομής, στην ελληνική περίπτωση στόχος ήταν η διαμόρφωση των βασικών συνισταμένων ίδρυσης βιομηχανικής βάσης.

Ακριβώς επειδή η παραγωγική δομή τής ελληνικής οικονομίας υστερούσε έναντι των μητροπόλεων, αλλά και άλλων εξαρτημένων από τις μητροπόλεις χωρών, η ανεργία και η μετανάστευση γνώρισε υψηλούς ρυθμούς, με τις πρώτες μαζικές μετακινήσεις εργατικού δυναμικού να κατευθύνονται προς τις Η.Π.Α., τον Καναδά, την Αυστραλία, και σε δεύτερο χρόνο προς τη Δυτική Γερμανία. Το 1954 το Βέλγιο, από τις ευρωπαϊκές χώρες, δέχτηκε το πρώτο κύμα Ελλήνων μεταναστών, ενώ το 1958 έλαβε χώρα το δεύτερο μεγαλύτερο κύμα φυγής εργατών με προορισμό τη Δυτική Γερμανία. Το 1961 στην Ελλάδα το 6.5% ήταν επίσημα καταγεγραμμένοι άνεργοι, δηλαδή 238.900 άνεργοι σε έναν αριθμό 3.638.700 εργαζόμενων. Η ημι-απασχόληση άγγιζε το 17.1%, που υπολογίζεται σε 624.700. «Το 1950 80% τού συνόλου των αποταμιεύσεων προήρχοντο εκ του εξωτερικού, κυρίως υπό μορφή βοηθείας από τας Η.Π.Α. Μέχρι το 1960 η συμμετοχή κεφαλαίων εκ του εξωτερικού εις το σύνολον της εγχωρίου αποταμιεύσεως είχε κατέλθει εις το 12%. Η σημαντικωτέρα εξέλιξις εν προκειμένω ήτο το αυξανόμενον ποσοστόν ιδιωτικών εγχώριων αποταμιεύσεων αίτινες αυξήθησαν (τιμαί 1954) από 1,4 δισεκατομμύρια δραχμές το 1950 εις 10,4 δισεκατομμύρια δραχμές το 1961 ή από 3.5% εις 12%, του ακαθάριστου εγχωρίου προϊόντος (μην περιλαμβανομένης της αξίας των εισαγομένων πλοίων)».

Η κρατική πιστωτική πολιτική, με στόχο τη νομισματική σταθερότητα, αποτέλεσε έκφραση της ηγεμονικής στρατηγικής τής μπουρζουαζίας στην Ελλάδα, στρατηγική η οποία έγινε αποδεκτή και από τους βιομήχανους, ενώ το εφοπλιστικό κεφάλαιο δεν περιόρισε την οπτική του στις εξωτερικές επενδύσεις, αλλά στράφηκε και στις εγχώριες οικονομικές δραστηριότητες: H παρουσία του υπήρξε πολύπλευρη με κύριες μορφές τους άδηλους πόρους, τα ναυτιλιακά εμβάσματα, τη διεθνή πιστωτική αγορά σε άμεση σύνδεση με την πιστωτική ικανότητα των ελληνικών τραπεζών κ.λπ. Είναι ενδεικτικό πως, όσον αφορά τούς άδηλους πόρους από το 1947 έως το 1968, τα ναυτιλιακά συναλλάγματα υπολογίζονται σε 1,5 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ, ειδικότερα, το 1965 το αντίστοιχο ανήλθε στο ύψος των 164 εκατομμυρίων δολαρίων, το 1966 σε 182,5 εκατομμύρια δολάρια και το 1967 σε 214,4 εκατομμύρια δολάρια. Το ναυτιλιακό συνάλλαγμα αντιστοιχούσε στο 1/3 των άδηλων πόρων. Το 1955 από το συνολικό ποσό των 153,8 εκατομμυρίων δολαρίων, το ναυτιλιακό συνάλλαγμα αντιστοιχούσε στα 33,5 εκατομμύρια δολάρια ή στο 23.1%, το μεταναστευτικό στο 50,5 εκατομμύρια δολάρια ή 32.9%. Το 1960 σε σύνολο 273,2 εκατομμύρια δολάρια το ναυτιλιακό συνάλλαγμα ήταν 76,4 εκατομμύρια δολάρια ή 28%, ενώ το μεταναστευτικό 90,4, ή 31%. Έτσι, γίνεται εμφανές πως η αύξηση των άδηλων πόρων είναι συνεχής. Σε σύνολο 3.023,8 εκατομμύρια δολάρια το 1976, το ναυτιλιακό συνάλλαγμα έφθασε τα 914,149 εκατομμύρια δολάρια, το μεταναστευτικό τα 803,184 εκατομμύρια δολάρια.

Τα εφοπλιστικά και ναυτεργατικά εμβάσματα αποτέλεσαν ουσιώδη γνωρίσματα των άδηλων πόρων και ταυτόχρονα εξισορροπητικά ως προς το ισοζύγιο πληρωμών. Ο ρόλος των ναυτιλιακών εμβασμάτων εξίσου καθοριστικός ως προς την ασφάλεια του συστήματος. Από το σύνολο του ναυτιλιακού συναλλάγματος, το 65-70% αφορούσε εμβάσματα των εφοπλιστών. Οι επενδύσεις των κεφαλαίων αυτών κατευθύνθηκαν προς την αγορά ιδιοκτησίας γης, ακινήτων, ειδών πολυτελών επαύλεων και διαμερισμάτων. Μεταξύ 1955 και 1964, χάρη στους προνομιακούς όρους τού νόμου 2687/1953, εισήλθαν στην ελληνική αγορά επενδύσεις ύψους 169,8 εκατομμυρίων δολαρίων. Μολονότι μόλις το 10% της εφοπλιστικής δραστηριότητας επενδυόταν στην ελληνική αγορά, εντούτοις η παρουσία τού εφοπλιστικού κεφαλαίου είναι έκδηλη τόσο στην Εθνική, όσο και στην Εμπορική Τράπεζα. Αυτού του είδους η επένδυση ενισχύει τον κύκλο εργασιών των τραπεζών, εντάσσοντας τη σφαίρα κυκλοφορίας στο παγκόσμιο πιστωτικό σύστημα. Αποτελούν, επομένως, εγγύηση και νομιμοποίηση προς τη διεθνή αγορά η παρουσία των εφοπλιστών στις ελληνικές τράπεζες.

Η αστική τάξη υιοθέτησε μία σειρά από πολιτικές πρακτικές που ενίσχυσαν την ανταγωνιστική παρουσία τού εφοπλιστικού κεφαλαίου στο εξωτερικό. Μέσω κυβερνητικών διευκολύνσεων, οι τράπεζες εξέδιδαν εγγυητικές επιστολές για τη ναυπήγηση πλοίων από τους εφοπλιστές σε ναυπηγεία τρίτων χωρών, ενέκριναν δάνεια μέχρι και 80% για την κατασκευή και συμπλήρωση του στόλου τους, ενώ υιοθετούσαν και δαπάνες εφοδιασμού των πλοίων, δάνεια για την αποπληρωμή μισθών των εργατών, αλλά και άλλα δάνεια με βραχυπρόθεσμη αποπληρωμή μέχρι και του 50% των εισπρακτέων ναύλων. Οι πρώτες επενδύσεις στη βιομηχανία πραγματοποιήθηκαν από το εφοπλιστικό κεφάλαιο. Το 1956 ο Σ. Νιάρχος ιδρύει τα «Ελληνικά Ναυπηγεία Α.Ε.». Στην εταιρεία αυτή, με την πλήρη απαλλαγή από την καταβολή φόρων και τη σκανδαλώδη παραχώρηση εκτάσεων ακτής, εργάζονται 6.500 εργάτες. Το 1973 είχε συσσωρεύσει 56 εκατομμύρια δολάρια ίδια κεφάλαια και συνολικό κύκλο εργασιών που υπερέβαινε τα 100 εκατομμύρια δολάρια. Την ίδια στιγμή, στην εταιρεία συμμετέχουν τραπεζικά συστήματα διεθνούς εμβέλειας. Έναν χρόνο αργότερα, ο Α. Ωνάσης ιδρύει την «Ολυμπιακή Αεροπορία». Από τη σύμβαση δημιουργίας τής εταιρείας ορίστηκε φορολογία ύψους 2.5% των ακαθάριστων κερδών, ποσοστό το οποίο μειώθηκε αργότερα σε 0.5%, ενώ συγχρόνως οι επιδοτήσεις τού δημοσίου έφταναν το 1 δισεκατομμύριο δραχμές.

Νέες συμβάσεις επένδυσης  υπογράφηκαν με τις εταιρείες Kennecott Copper Corp. με επίκεντρο τον αμίαντο και με την Österreichisch-Amerikanische Magnesit A.E. για το μαγνήσιο. Ακολούθησε η σύμβαση με την ΠΕΣΙΝΕ, στην οποία συνέπραξαν ο Σ. Νιάρχος, η Reynolds Aluminium και η ΟΒΑ, καθώς μετέπειτα και η ΕΤΒΑ. Η εν λόγω σύμβαση χαρακτηρίστηκε ως «σκανδαλώδης». Ορισμένα από τα γνωρίσματα της αποικιακού χαρακτήρα αυτής σύμβασης είναι τα εξής: Πλήρωνε –σύμφωνα με τη σύμβαση– 9.3 λεπτά τής δραχμής το  KW/H, ενώ το κόστος τής παραγωγής του για τη Δ.Ε.Η. ήταν 26 λεπτά τής δραχμής το KW/H. Το 1960 η τιμή ενέργειας ανερχόταν στο ύψος των 81 λεπτών τής δραχμής το KW/H για γεωργική χρήση, ενώ το αντίστοιχο ύψος για βιομηχανική χρήση στα 62 λεπτά τής δραχμής. Έτσι, η ΠΕΣΙΝΕ πριμοδοτούνταν τόσο από την ιδιωτική κατανάλωση, όσο και από τη γεωργική και βιομηχανική. Ενδεικτικά, το 1974 η εταιρεία πλήρωνε 0,13125 δραχμές το KW/H , ενώ η υπόλοιπη βιομηχανία 0,945 δραχμές. Στη βάση αυτής της προνομιακής χρήσης στο ύψος των 2.000 εκατομμυρίων KW/H, η ΠΕΣΙΝΕ εξασφάλιζε επιδότηση που έφτανε τα 1,6 δισεκατομμύρια δραχμές. Παράλληλα, η απαλλαγή από την καταβολή φόρων το 1960 ήταν της τάξης των 24 εκατομμυρίων δραχμών. «Το ύψος τού συνόλου των ζημιών σε τιμές τού 1960, με βάση υπολογισμού τον όγκο τής αρχικής παραγωγής, ήταν 550 εκατομμύρια δραχμές τον χρόνο. Αν υπολογίσουμε τα 50 χρόνια ισχύος τής σύμβασης, φτάνουμε τα 27,5 δισεκατομμύρια δραχμές σε τιμές τού 1960. Η αύξηση της παραγωγής  ανεβάζει αυτή τη ζημιά σε τεράστια ύψη. Μετά την τροποποίηση της σύμβασης το 1975, αυξήθηκε η τιμή τής ενέργειας για την ΠΕΣΙΝΕ σε 13% τού δολαρίου. Έτσι, η διαφορά προς την τιμή τής ενέργειας για την υπόλοιπη βιομηχανία από 0,81375 δραχμές το KW/H, που ήταν το 1974, περιορίστηκε σε 0,555 δραχμές το KW/H. Η πριμοδότηση παρέμεινε σε πολύ υψηλό επίπεδο. Η ΠΕΣΙΝΕ απολαμβάνει πλήρη φορολογική και δασμολογική ατέλεια, για όλες τις εισαγωγές της: μηχανήματα, ανταλλακτικά, οικοδομικά υλικά, επίσης απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα και όλες οι εταιρείες στις οποίες συμμετέχει με ύψος συμμετοχής 50% και πάνω. […] Σύμφωνα με τη σύμβαση, ενώ η ελληνική πλευρά (ΟΒΑ, ΕΤΒΑ) συμμετείχε με 50% των κεφαλαίων χρηματοδότησης της επένδυσης, η συμμετοχή της στα κέρδη καθοριζόταν με βάση τη συμμετοχή της στο μετοχικό κεφάλαιο, δηλαδή στα 12% των κερδών. Τα υπόλοιπα ανήκουν στην ΠΕΣΙΝΕ και στους άλλους μετόχους (Νιάρχος, Reynolds) […]».

Επί της ουσίας, η σύμβαση με την ΠΕΣΙΝΕ αποτέλεσε την πράξη αναγνώρισης και αποδοχής τής ελληνικής αστικής τάξης ως πλήρως εναρμονισμένης με το διεθνές καπιταλιστικό περιβάλλον. Η σύμβαση αποτέλεσε την «καλή θέληση» της αστικής τάξης προς εξυπηρέτηση των απαιτήσεων του διεθνοποιημένου μονοπωλιακού καπιταλισμού. Στην προσπάθεια περαιτέρω ενίσχυσης των δεσμών εξάρτησης, η ελληνική αστική τάξη προώθησε και νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες με σημαντικότερες την ψήφιση των νόμων 4002/1959, 4171/1961 και 4256/1962, με στόχο την κάλυψη των απαιτήσεων του ξένου κεφαλαίου. Παράλληλα, για να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα, στην πολιτική σκηνή έπρεπε να διασφαλιστεί η «συνέχεια» τής στρατηγικής εντατικοποίησης της καπιταλιστικής συσσώρευσης με την αξιοποίηση του ξένου κεφαλαίου και τη συνακόλουθη τήρηση της πολιτικής χαμηλών μισθών και ημερομισθίων. Αυτή η διπολική στάση τής πολιτικής ελίτ σε συνδυασμό με την τρομοκρατία τού κρατικού κατασταλτικού μηχανισμού υπονόμευε ένα από τα βασικά στηρίγματα του αστικού καθεστώτος, τη μάζα των μικροαστών, που έβλεπε το φάσμα τής προλεταριοποίησης ολοένα να πλησιάζει. Η τεχνοκρατική αντίληψη ισορροπίας απαιτούσε με τη σειρά της έναν κεντρικό –ισχυρό– πόλο εξουσίας ως συλλογικό εκφραστή των αστικών συμφερόντων. Για τον λόγο αυτόν η αναπαραγωγή τής αντικομμουνιστικής ιδεολογίας θεωρήθηκε ως αναγκαία συνιστώσα τού δημόσιου λόγου. Ο τελευταίος, σε συνδυασμό με τη θεσμοθέτηση καταπιεστικών μηχανισμών, συνέδραμε στην πιστοποίηση των ειλικρινών διαθέσεων της εγχώριας αστικής τάξης όπως μείνει πιστή στο πλαίσιο της αμερικανικής στρατηγικής.

Ακολουθεί ένα ακόμη απόσπασμα από το 5ο κεφάλαιο.

[…] Το αστικό κράτος νομιμοποιεί τη βία στην προάσπιση των συμφερόντων που το γέννησαν και το αναπαράγουν καθημερινά και αδιαλείπτως. Η αντι-βία τής πρωτοπορίας των εκμεταλλευομένων καταδικάζεται ως παραβίαση του νόμου, παραβίαση των κανόνων θέσπισης της κοινωνίας, στους οποίους οι προλετάριοι δε συμμετείχαν, ούτε τους ζητήθηκε ποτέ η δική τους θέση. Η απόπειρα ανατροπής τής έννομης τάξης καταγγέλλεται και το νόημα του αγώνα της διαπομπεύεται στον δημόσιο λόγο, αποκρύπτοντας πως στην πράξη η εφαρμογή τής βίας εκ μέρους τού αστικού κράτους στην υπεράσπιση του νόμου αποτελεί αντίφαση, η οποία αντιβαίνει όχι στη λογική τού νόμου, αλλά στην περίσταση αυτού, δηλαδή στην κρίσιμη εκείνη στιγμή που το υποκείμενο τής βίας μετασχηματίζεται σε συλλογικό όργανο καταπίεσης και καταστολής. Η βία τής εξουσίας είναι η βία ενταγμένη στο σκέλος των σκοπών που υπηρετεί, καθώς στην πρακτική εφαρμογή της καταστρατηγείται η διάκριση ανάμεσα στη νομοθετική και τη νομοπροστατευτική διάσταση βίας και αντι-βίας.

Η κατασταλτική βία των δυνάμεων στρατού και αστυνομίας εμφορείται και από τις δύο διαστάσεις, ενώ η ένοπλη εργατική πρωτοπορία καθοδηγείται από την αντι-βία τής προάσπισης καταπατημένων δικαιωμάτων των καταπιεσμένων, τής προστασίας από τη δράση των μονάδων καταστολής, τής συμβολικής απάντησης στους θεσμούς εκμετάλλευσης, τής ρήξης με το σύνολο των  ορίων τής αστικής νομιμότητας. Η βία είναι το μέσο για την επιβολή τού περιεχομένου τού νόμου, τη στιγμή που ο τελευταίος δομείται στη βία των συμφερόντων που εκπροσωπεί. Η αντι-βία λοιπόν αντιστρατεύεται στο σύνολο του σώματος των μηχανισμών που παράγουν τη βία των αστικών συμφερόντων και μαζί τους τις δομές που υπηρετούν την παραγωγή και αναπαραγωγή τού καθεστώτος τής εξαθλίωσης. Η ένοπλη εργατική αντι-βία συνοδεύεται από τη στρατηγική ένταση της πολιτικής βίας ως εξελικτικό στάδιο της συλλογικής αμφισβήτησης. Ο πολιτικός χαρακτήρας τής «ένοπλης προπαγάνδας», που διαχέεται σε κάθε ενέργεια συμβολικής αντιστοιχίας, και ουσιαστικού, στιγμιαίου, ρήγματος (στιγμιαίου γιατί κάθε ενέργεια της ένοπλης πρωτοπορίας δε σημαίνει ότι γίνεται αμέσως αντιληπτή από τους εκμεταλλευόμενους ως σημείο δικής τους παρέμβασης, ως τρωτό σημείο αναφοράς, ώστε το οργανωμένο εργατικό και λαϊκό κίνημα να  συσπειρώσει τις δυνάμεις του, ώστε το σημείο αυτό να γίνει τομή πρώιμης ρήξης, καθώς μεσολαβούν μια σειρά από παράγοντες τού αστικού κράτους που σπεύδουν να το καλύψουν διαστρεβλώνοντας το πολιτικό περιεχόμενο της ενέργειας, διαποτίζοντάς τη με ιδεολογική πλαστογράφηση, αντιστρέφοντας τους όρους παρουσίας της στον δημόσιο χώρο), διακρίνεται από την κοινωνική βία, καθώς η τελευταία δε διαθέτει κανονιστικά και στρατηγικά χαρακτηριστικά. Δεν ενσωματώνει γνωρίσματα ούτε μέσου ούτε σκοπού, αλλά εδράζεται στην ταξική φύση των σχέσεων εξουσίας και ιεραρχημένης, καθετοποιημένης, κυριαρχίας. Για τον λόγο αυτόν και η κοινωνική βία είναι αυθόρμητη, σε αντιδιαστολή με την οργανωμένη, συντεταγμένη και στρατηγικά διαβαθμισμένη, ένοπλη αντι-βία τής εργατικής πρωτοπορίας.

Η κοινωνική βία παίρνει διάφορες μορφές, που άλλες οριοθετούνται στα δεδομένα τής νομιμότητας και άλλες τα υπερβαίνουν, με την κατασταλτική δράση των δομών εξουσίας να είναι η συνηθισμένη πρακτική. Από την άλλη πλευρά, η πολιτική αντι-βία τής ένοπλης εργατικής πρωτοπορίας δεν είναι η βία αυτή καθαυτή, αλλά το συμβολικό περιεχόμενο αμφισβήτησης των δομών και των υποδομών τού συστήματος και των σχέσεων εξουσίας, στις ρωγμές των οποίων οι ένοπλες ενέργειες διαμορφώνουν ένα σχηματοποιημένο πλαίσιο οργανωμένης αμφισβήτησης, τέτοιας που να μην επιτρέπει το σύστημα να οριοθετήσει εκ νέου τη νομιμότητά του, αλλά να το αναγκάσει να την παρακάμψει, γνωστοποιώντας τον πραγματικό, φασιστικό, αυταρχικό και καταπιεστικό  του χαρακτήρα, πετώντας τη μάσκα τού φιλελευθερισμού και τής συνταγματικής δημοκρατίας. Επί της ουσίας, η αντι-βία των ένοπλων οργανώσεων της εργατικής πρωτοπορίας είναι η εργαλειακή αναφορά τής προοπτικής κατάργησης κάθε μορφών βίας, σε ένα στρατηγικό σχήμα για την κατάργηση των αιτιών που την προκαλούν. Έτσι, η βία δεν είναι αυτοσκοπός για την εργατική πρωτοπορία, αλλά το μέσο για την πολιτική –έμπρακτα– αμφισβήτηση των υλικοτεχνικών προϋποθέσεων αναπαραγωγής μίας μόνιμης κατάστασης ανορθολογικής εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, μεταβάλλοντας τους συσχετισμούς των πολιτικών σκοπών. Κάθε πτυχή τού κοινωνικού όλου εξετάζεται από τη σκοπιμότητα υπέρβασης των ορίων τής αστικής νομιμότητας, δηλαδή των ορίων κανονικοποιημένης εκμετάλλευσης και καταπίεσης.

Πρόκειται, επομένως, για ένα ορθολογικό, και ταυτόχρονα ηθικό, πρόταγμα λειτουργικότητας του επαναστατικού σκοπού, με την ιστορική μνήμη να μετατρέπεται σε γέφυρα ενοποίησης των μορφών παρέμβασης των από κάτω στο πεδίο βολής των από πάνω. Η ένοπλη αντι-βία τεχνικοποιεί τη σχέση μέσου και σκοπού, για να ενεργοποιήσει τις πλέον δυναμικές μορφές μεσολάβησης που θα αρνηθούν το σύστημα των αστικών αξιών και των δομών που τις υπηρετούν στην πράξη, εντείνοντας την αμφισβήτηση στην κατεύθυνση της ολικής ρήξης, και όχι της μεμονωμένης διεκδίκησης των νόμιμων μορφών δράσης τού οργανωμένου εργατικού και λαϊκού κινήματος. Φυσικά, κάθε μορφή βίας έχει πολιτικό χαρακτήρα, αλλά υπάρχει η βία τής πολιτικής κοινωνίας επί των όρων νομιμοποίησης των συντεταγμένων αναπαραγωγής τού συστήματος, όροι οι οποίοι όσο κι αν μοιάζουν ριζοσπαστικοί (βλ. απεργίες, καταλήψεις, διαδηλώσεις), εντούτοις δεν οδηγούν την οργανωμένη λαϊκή αντίδραση στην κατεύθυνση της ρήξης, παρά μόνο στην κατεύθυνση της συνειδητοποίησης της αναγκαιότητας διαχωρισμού των ταξικών συμφερόντων διεκδίκησης.

Από την άλλη πλευρά, η ένοπλη εργατική πρωτοπορία εξ αρχής υπερβαίνει τα όρια νομιμότητας, καθώς δεν αναγνωρίζει τα τεχνητά «εδάφη» περιορισμού και ελέγχου, στα οποία η αστική εξουσία εγκλείει τις κοινωνικά εκμεταλλευόμενες δυνάμεις, αλλά μεταθέτει τον πολιτικό χαρακτήρα τού καθεστώτος στην πολιτική τής πρακτικής διάστασης των συνεπειών τής ταξικής πάλης. Με άλλα λόγια, η ένοπλη εργατική αντι-βία δεν είναι η πολιτική τής πρωτοπορίας που επανδρώνει την πρώτη γραμμή για τη μελλοντική άρνηση και ρήξη. Είναι η ίδια η άρνηση και η ρήξη στο εδώ και τώρα, θέτοντας μία οριστική, διαχωριστική, γραμμή ανάμεσα στην αστική και την προλεταριακή ηθική. Κι αν στην κοινωνική βία η φυγή από τον ρεαλισμό τού εφικτού γρήγορα επιστρέφει στις αρχικές προϋποθέσεις ύπαρξής της, με την κατασταλτική παρέμβαση των δυνάμεων προστασίας τού αστικού καθεστώτος, στην ένοπλη εργατική πρωτοπορία ο ρεαλισμός τού εφικτού καθορίζεται στην κάννη των όπλων, δηλαδή στην έμπρακτη αμφισβήτηση του καθεστώτος, προκαλώντας την ιδεολογική, ηθική και υλικοτεχνική ήττα δομών και υποδομών, επομένως δεν αναγνωρίζεται εκ των προτέρων  ένα πλαίσιο ρεαλισμού, εκ των προτέρων δοσμένου και προσδιορισμένου από τις κυρίαρχες σχέσεις εξουσίας, αλλά διαμορφώνεται σε κάθε περίπτωση, βήμα το βήμα, ενέργεια την ενέργεια, προς την κατεύθυνση αυτός ο ρεαλισμός να αποκτήσει γνωρίσματα ολότητας μέσα από την απόλυτη άρνηση και ανατροπή. Έτσι, η πολιτική βία δεν εντάσσεται στα «σύνορα» της υποκειμενικότητας, αλλά αποτελεί προέκταση, και μάλιστα στην πιο ποιοτικά αναβαθμισμένη μορφή της, τής αντικειμενικότητας των αιτιών ύπαρξης της συγκεκριμένης πραγματικότητας. Για τον λόγο αυτόν, η ένοπλη εργατική πρωτοπορία και οι ενέργειές της δεν μπορούν να ερμηνευτούν με όρους ποινικού κώδικα του αστικού δικαίου, και οι παρεμβάσεις τους δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως «εγκληματικές», γιατί αντιστρατεύονται στην πράξη τούς όρους ύπαρξης του συστήματος που γεννά το αστικό δίκαιο και τον ποινικό κώδικα ως δομές προάσπισης των κυριαρχικών συμφερόντων, όροι βίας, αυταρχισμού, εκμετάλλευσης και αλλοτρίωσης.

Η ένοπλη αντι-βία τής εργατικής πρωτοπορίας μορφοποιεί την ηθική τής κορυφαίας εκδήλωσης αγάπης τού εκμεταλλευόμενου ανθρώπου προς τον συνάνθρωπό του, αναγκάζοντας εαυτόν στην άρνηση του τεχνητού «ανθρωπισμού» που εδράζεται στο κέρδος και το ατομικό κυνήγι αυτού ως ύψιστη αξία στη ζωή των καπιταλιστικών κοινωνιών, προκειμένου στην κάννη των όπλων να κατασκευαστεί ο νέος άνθρωπος παράλληλα με την επίπονη διαδικασία γέννησης της νέας κοινωνίας. Η ηθική τής ένοπλης αντι-βίας δείχνει την κατεύθυνση, ανοίγει δρόμους, συμβολοποιεί την πορεία και αντιστρέφει τη διαστρέβλωση εννοιών, όρων και πρακτικών των μηχανισμών τής αστικής εξουσίας, προκειμένου οι εκμεταλλευόμενοι του σήμερα να αντιμετωπίσουν την απελευθέρωσή τους και συνάμα την απελευθέρωση του συνόλου τής κοινωνίας στο εδώ και στο τώρα […].


[1] Οι έντονες σημάνσεις και οι πρόσθετες παραγραφοποιήσεις του παρόντος δεν προέρχονται από το πρωτότυπο, αλλά έγιναν για διευκόλυνση στην ανάγνωση.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.