«Σκιαγραφωντας» τον Νικο Καμπασελε
Με τον σύγχρονο τρόπο ζωής να μας εξαντλεί ολοένα και περισσότερο, λίγοι είναι αυτοί που αφήνουν λίγο χώρο στο πρόγραμμά τους για την τέχνη ως χόμπι, ή ως μέσο διασκέδασης, πόσο μάλλον ως τομέα επαγγελματικής ενασχόλησης. Ο Νίκος Καμπασελέ είναι ένας από αυτούς, ωστόσο ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η επιλογή του να ασχοληθεί με την τέχνη ως «κομικογράφος» ή πιο δόκιμα ως δημιουργός κόμικ, ένα κλάδο των εικαστικών τεχνών που ουκ ολίγες φορές έχει παρεξηγηθεί και του έχουν αποδοθεί ιδιότητες, οι οποίες δεν επαφίονται απαραίτητα στην πραγματικότητα. Πέραν από τα παραπάνω, ο καλλιτέχνης μας μίλησε και για τις πηγές έμπνευσής του στη μέχρι τώρα πορεία του, την ελληνική πραγματικότητα και πώς αυτή επηρεάζει τους δημιουργούς κόμικ αλλά και τα σχέδια τα οποία τον κρατούν δημιουργικό αυτή την περίοδο.
Όπως μας επιβεβαίωσε και ο ίδιος, στην Ελλάδα η κοινότητα των δημιουργών κόμικ είναι περιορισμένη, εντούτοις είναι πολύ δεμένη και ως «σημείο» συνάντησης έχουν τα φεστιβάλ κόμικ τα οποία διοργανώνονται ολοένα και πιο συχνά στην Ελλάδα. Το παραπάνω για τον κ. Καμπασελέ είναι θετικό, καθώς «ενημερώνεται ο κόσμος και ταυτόχρονα δημιουργείται μια κουλτούρα γύρω από το κόμικ η οποία πραγματικά πιστεύω ότι δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις αντίστοιχες των ευρωπαϊκών κρατών ή της Αμερικής, καθώς η ελληνική κουλτούρα των κόμικ εμπεριέχει πολλά πρωτοφανή στοιχεία».

Ακόμα πιο ιδιαίτερη είναι η επιλογή του κ. Καμπασελέ να παραμείνει σε μια επαρχιακή πόλη –την Αλεξανδρούπολη εν προκειμένω-, τη στιγμή που οι πλειοψηφία των δημιουργών κόμικ επιλέγουν τα μεγάλα αστικά κέντρα. Κάτι που έγινε συγγνωστά καθώς η Αλεξανδρούπολη όπως δήλωσε και ο ίδιος «μου παρέχει έναν ήρεμο χώρο που μπορώ να δουλέψω και να συγκεντρωθώ, μου προσφέρει ταυτόχρονα την άνεση του αεροδρομίου και έτσι μπορώ να μετακινηθώ ανά πάσα στιγμή σε μία μεγάλη πόλη να μιλήσω για τη δουλειά μου ή να μάθω από άλλους καλλιτέχνες».
Ξεκαθάρισε επίσης, τη διαφορά μεταξύ του δημιουργού κόμικ και του εικονογράφου, λέγοντας πως «ο εικονογράφος πρέπει να παρουσιάσει μια ιστορία, ένα βιβλίο, μέσα σε 10 – 20 εικόνες. Από την άλλη, ένας δημιουργός κόμικ πρέπει να παρουσιάσει μια ιστορία μέσα σε εκατοντάδες εικόνες. Επομένως, στην εικονογράφηση δίνεται παραπάνω έμφαση στην κάθε εικόνα ξεχωριστά, ενώ στο κόμικ δίνεις έμφαση στη δομή της σελίδας σου που περιέχει πολλές εικόνες και στη ροή της ιστορίας.

Το «κάλεσμα» προς το κόμικ
Όσο για τη προσωπική του πορεία, ανέφερε πως το κόμικ ήταν κάτι το οποίο του κέντρισε το ενδιαφέρον, ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Το ενδιαφέρον αυτό παγιώθηκε, όταν ενημερώθηκε για τα μεταπτυχιακού επιπέδου μαθήματα κομικογραφίας που προσέφερε η σχολή καλών τεχνών της Ανγκουλέμ στη Γαλλία, που αποτελεί για πολλούς τη «Μέκκα» του Κόμικ στην Ευρώπη. Κατόπιν αιτήσεώς του λοιπόν, καταφέρνει να είναι ένας από τους συνολικά 13 φοιτητές που έγιναν αποδεκτοί στο εν λόγω πρόγραμμα εκείνη την χρονιά. «Ήμασταν μια μίξη πολλών διαφορετικών ατόμων, που όμως όλοι αγαπούσαμε το κόμικ. Ήταν μια φανταστική εμπειρία και αυτό ήταν που με έκανε να γνωρίσω καλά το κόμικ και να πω ότι αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου», ανέφερε ως προς τη σημασίας της σχολής για τη σταδιοδρομία του.
Καθώς πλέον ο κ. Καμπασελέ μετράει 10 εκδόσεις, είναι λογικό να υπάρχουν έκδηλες αλλαγές στον τρόπο που αποτυπώνει τις εικόνες στα έργα του. Για το παραπάνω γεγονός, ο καλλιτέχνης σχολίασε πως «είναι μια φυσική πορεία, καθώς ως καλλιτέχνες, έχουμε την ελευθερία να προοδεύουμε, να προχωρούμε συνέχεια. Στο πρώτο μου έργο, “Mικόμπο, ο γιος της Καλέουο” που είχε κυκλοφορήσει το 2008 όταν ήμουν ακόμη φοιτητής, είχα πειραματιστεί με πολλά υλικά. Κάποιες εικόνες της είχα ζωγραφίσει με κερομπογιές, κάποιες άλλες με ξυλομπογιές κάποιες με ακουαρέλες και κάποιες με μια μίξη και των τριών, σε μια προσπάθεια να βρω τα μέσα έκφρασης μου. Από την άλλη στη “Θύελλα” που είναι το πιο πρόσφατό μου έργο μαζί με τις εκδόσεις “Παρατηρητής της Θράκης” το 2023, πλέον νιώθω πιο σίγουρος και έχει αλλάξει το μέσο σχεδιασμού που χρησιμοποιώ καθώς πλέον σχεδιάζω τις εικόνες για τη “Θύελλα” με μολύβι στο χέρι και από εκεί συνεχίζω το μελάνωμα και τον χρωματισμό σε ψηφιακή ταμπλέτα. Καταυτόν τον τρόπο, υπάρχει μια επιπλέον καθαρότητα στη γραφή και μπορώ να επικεντρωθώ περισσότερο σε μία χρωματική παλέτα, που είναι σημαντικότατο για να αποδώσεις μια συγκεκριμένη αίσθηση για τον κόσμο που θέλεις να παρουσιάσεις στους αναγνώστες. Οπότε ενώ στον “Μικόμπο” ήταν πιο πολύ μια προσπάθεια να βρω πράγματα, η “Θύελλα” είναι μια προσπάθεια να αποτυπώσω καθαρά αυτό που ήδη πολύ ξεκάθαρα έχω βρει».

Η έλευση των κόμικ στην Ελλάδα
Η επαφή του με την ελληνική παράδοση των κόμικ ξεκίνησε στην Ανγκουλέμ, όταν για το τέλος του κύκλου των σπουδών του έπρεπε να παραδώσει μια πρωτότυπη θεωρητική εργασία. «Στις θεωρητικές εργασίες δεν ήμουν πολύ συνηθισμένος, καθώς στην καλών τεχνών της Αθήνας κάναμε κυρίως εργαστηριακές και πρακτικές εργασίες. Αποφάσισα λοιπόν να ασχοληθώ με την ιστορία του ελληνικού κόμικ και από πού αυτό άρχισε», δήλωσε ως προς την επιλογή του θέματος της εργασίας του. Κεντρικός άξονας αυτής ήταν η σειρά «Κλασσικά Εικονογραφημένα» που ξεκίνησε να κυκλοφορεί στην αρχή της δεκαετίας του 50’. Η έκδοση των δισεβδομαδιαίων κόμικ είχε επιτευχτεί με την αγορά των δικαιωμάτων κυκλοφορίας από την αμερικανική εταιρεία που έβγαζε τα αντίστοιχα «Classics Illustrated», τη μεταφορά επί της ουσίας κλασικών λογοτεχνικών έργων σε κόμικ, τα οποία ως αυτοσκοπό είχαν την προώθηση της φιλαναγνωσίας στα παιδιά, σε μια εποχή που τα κόμικ θεωρούνταν από την κοινή γνώμη ως ευτελής –και πολλές φορές δαιμονοποιημένη- λογοτεχνική μορφή. «Η ιδέα ήρθε αυτούσια στην Ελλάδα με την απλή μετάφραση των αμερικανικών έργων στα ελληνικά. Το αστείο είναι ότι κάποια στιγμή κλήθηκαν να μεταφράσουν την Οδύσσεια και την Ιλιάδα έτσι όπως την είχαν αποδώσει εικαστικά οι αμερικάνοι. Συνεπώς, είδαν στο αμερικάνικο κόμικ τον Οδυσσέα ως ένα ξανθό γαλανομάτη, ξυρισμένο με μία κόκκινη μπέρτα. Σε εκείνο το σημείο λοιπόν, οι εκδότες είχαν το θάρρος να τροποποιήσουν τα σκίτσα σύμφωνα με την ελληνική παράδοση. Προσέλαβαν έλληνες καλλιτέχνες και ξαναζωγράφισαν από πάνω τα σχέδια των αμερικάνων και άλλαξαν τον Οδυσσέα προσθέτοντάς του μούσια, μαύρα μαλλιά, δίνοντάς του μια πιο «ελληνική» εικόνα. Αντίστοιχη παρέμβαση συνέβη και στην Ιλιάδα. Όταν κυκλοφόρησαν αυτά και κατέγραψαν επιτυχία στις πωλήσεις, αποφάσισαν να ασχοληθούν περισσότερο με ελληνικά θέματα, κυκλοφορώντας 3 συλλογές. Αυτή ήταν μια πολύ γενναία κατά την άποψή μου προσπάθεια για το ελληνικό κόμικ, αν και δεν ήταν λίγες οι φορές που οι δημιουργοί κόμικ δημιουργούσαν ψευδώνυμα ή άλλαζαν τα ονόματά τους με σκοπό την αποφυγή σύνδεσης των κόμικ με το καλλιτεχνικό τους έργο», ανέφερε για τα πρώτα βήματα του χώρου στην Ελλάδα.

Ο Νίκος Καμπασελέ του σήμερα
Το ενδιαφέρον και ο ενθουσιασμός του για τα κόμικ σίγουρα αυξάνονται συν τω χρόνω, ενώ τα δύο πράγματα τα οποία θεωρεί ως χαρακτηριστικά στις απεικονίσεις του, είναι η χρήση του μαύρου και η «αγάπη» που τρέφει στις χρωματικές αντιθέσεις. Μεγάλη συμπάθεια τρέφει επίσης και στους αντιήρωες, δηλαδή στις όχι και τόσο εξιδανικευμένες φιγούρες, που αντιμετωπίζουν αντιφάσεις μέσα από τις οποίες δεν μπορούν να κάνουν απαραίτητα το σωστό, ή αυτό που πρέπει αλλά και στους σκοτεινούς χαρακτήρες.
Για τον τρόπο που εργάζεται, ανέφερε πως υπάρχουν ακόμη έργα τα οποία δουλεύει αποκλειστικά στο χέρι, αλλά αυτά περιορίζονται σε δημιουργίες που δεν προορίζονται για παρουσίαση. Ταυτόχρονα, εξήγησε πως «είναι μια διαδικασία που ασχολείσαι όλη μέρα. Υπάρχει πάντοτε το εγκεφαλικό κομμάτι που περιεργάζεται και επεξεργάζεται πως θα μπορούσε να γίνει μια ιδέα. Δεν είναι λίγες οι φορές που ξυπνάω το βράδυ από ιδέες για το πώς να ζωγραφίσω ένα πάνελ στο κόμικ. Επομένως, δεν υπάρχει σταθερή ώρα για τη δημιουργική διαδικασία. Είναι λίγο πολύ όλα μπλεγμένα μεταξύ τους και το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Η συναναστροφή με τους ανθρώπους τροφοδοτεί την τέχνη, η δουλειά που κάνω στο σχολείο ως εικαστικός επίσης τροφοδοτεί την τέχνη και τροφοδοτείται και η ίδια από την τέχνη, οπότε θα το χαρακτήριζα ως ένα σύστημα ροών που συνδέονται μεταξύ τους».

Στο κομμάτι του βιοπορισμού, ο κ. Καμπασελέ, εξήγησε πως υπάρχουν δημιουργοί κόμικ στην Ελλάδα που βιοπορίζονται αποκλειστικά από τα κόμικ, μια γραμμή που δεν ακολουθεί ο ίδιος, καθώς τηρεί μια ισορροπία με τη δουλειά του ως εκπαιδευτικός αλλά και τη δημιουργία κόμικ, για την οποία δηλώνει ευχαριστημένος. «Είναι σημαντικό να έχει κανείς ανοιχτά πολλά πεδία, έτσι ώστε να μπορεί να προσαρμόζεται ανάλογα με το πώς αλλάζουν οι καταστάσεις. Όταν ήρθε ο κορωνοϊός και είχαν σταματήσει όλα τα μαθήματα, δε μπορούσα να πάω να διδάξω πουθενά. Επομένως, μπόρεσα να βασιστώ στην άλλη μου ιδιότητα ως εικονογράφος και έτσι πέρασαν αυτά τα δύο χρόνια τότε. Από τότε έχω καταλήξει, ότι είναι σημαντικό να κάνεις δύο και τρία διαφορετικά πράγματα, που να συνδυάζονται μεταξύ τους, έτσι ώστε να μπορείς να προσαρμόζεσαι, ανάλογα με τις αλλαγές των καιρών», ανέφερε επεξηγηματικά.

Ως προς τα βραχυπρόθεσμα σχέδιά του, έπεται η ολοκλήρωση του νέου του κόμικ, που θα αποτελεί μια ιστορία παράλληλη με αυτή της «Θύελλάς», η παρουσία του στο φεστιβάλ Chaniartoon στα μέσα του Σεπτεμβρίου αλλά και η εικονογράφηση του επιτραπέζιου της «Θύελλας», δια χειρός του Γιώργου Χονδρόπουλου, που αναμένεται να κυκλοφορήσει σύντομα, καθώς έχει φτάσει στο τελικό στάδιο της προεργασίας.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
