Ρενος Χαραλαμπιδης: «Αν και γεννηθηκα και μεγαλωσα στην Αθηνα, ξεκινησα σαν ηθοποιος απο τον τοπο καταγωγης μου, τη Θρακη»

Ο δημιουργός επιστρέφει κινηματογραφικά μετά από 14 χρόνια, ως «Νυχτερινός Εκφωνητής»

Μία δεκαετία και τέσσερα χρόνια μετράμε από τα «Τέσσερα μαύρα κουστούμια», την τελευταία ταινία με την υπογραφή του σκηνοθέτη και ηθοποιού Ρένου Χαραλαμπίδη, ο οποίος ξαναχτυπά στην μεγάλη οθόνη με τον «Νυχτερινό Εκφωνητή» που περιοδεύει στα θερινά τα σινεμά ήδη από τις αρχές του καλοκαιριού. Κι εκεί που τα τελευταία αρκετά καλοκαίρια μας γεμίζουν με τον ρομαντισμό ενός προηγούμενου πλέον αιώνα, με τα «Φθηνά Τσιγάρα», ο Ρένος Χαραλαμπίδης μας συστήνει τον «Νυχτερινό Εκφωνητή», έναν 50άρη ραδιοφωνικό παραγωγό, ο οποίος ξετυλίγει τη ζωή του και αναζητά έναν ανεκπλήρωτο έρωτα μέσω της νυχτερινής ραδιοφωνικής του εκπομπής.  

Με αφορμή την παρουσία του στην προβολή της ταινίας «Φθηνά Τσιγάρα», που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Cosmopolis Festival 2024 στην Καβάλα, αλλά και εν αναμονή της «άφιξης» του «Νυχτερινού Εκφωνητή» στην πόλη μας, ο σκηνοθέτης, ηθοποιός, πρωταγωνιστής, αλλά και σινεφίλ, Ρένος Χαραλαμπίδης συνομίλησε με την Όλγα Ιωαννίδου και τον Γιάννη Τζούφα, με θέα την παλιά πόλη και το όμορφο λιμάνι της Καβάλας.

Η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από το κινηματογραφικό του σύμπαν, τις πηγές και τις αφορμές της έμπνευσής του, τις καταβολές, τα πρώτα βήματα στο θεατρικό σανίδι, με τον Ρένο Χαραλαμπίδη να ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής και της τέχνης του, αποδεικνύοντας πως εκτός από όλα τα παραπάνω είναι κι ένας γοητευτικός συνομιλητής.

Ο λόγος στον ίδιο λοιπόν…

Το μικρόβιο και το ξεκίνημα

ΠτΘ: Το μικρόβιο της υποκριτικής πώς μπήκε στον οργανισμό σας;

Ρ.Χ.: Ακόμα δεν έχει απαντηθεί αυτή η ερώτηση, αλλά όσο μεγαλώνω και προσπαθώ να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου, νομίζω ότι μπήκε από νεανική ματαιοδοξία. Ήμουν πολύ μικρός και ήμουν φιλότεχνος, στον χώρο κυρίως της μουσικής και της ποίησης. Ποιος ξέρει; Ήταν και η εποχή που άνοιγε η ιδιωτική τηλεόραση, απελευθερωνόταν το επάγγελμα του ηθοποιού και ήμουν φιλόδοξος. Μέχρι στιγμής, το μικρόβιο νομίζω πως κάπου εκεί έγκειται, αλλά και σε ένα καλλιτεχνίζον DNA από τη μητέρα μου. Μάλλον είχα μία καλλιτεχνική φύση, που το momentum την οδήγησε στην ηθοποιία. Μετά, βέβαια που ήρθα σε επαφή με τα κείμενα, με τους δασκάλους, με το θέατρο και τον μεγάλο κινηματογράφο, άλλαξε η θέση μου απέναντι στα πράγματα.

ΠτΘ: Φαίνεται και από την πορεία σας μέχρι και σήμερα πως το κομμάτι της σκηνοθεσίας είναι αυτό που σας έχει κερδίσει.

Ρ.Χ.: Κατά έναν αινιγματικό τρόπο, ποτέ στη ζωή μου δεν ονειρεύτηκα να γίνω σκηνοθέτης. Και επίσης, κατά έναν αινιγματικό τρόπο, ενώ οι γονείς μου όταν είπα ότι θα γίνω ηθοποιός φρικάρανε, -όπως όλοι οι γονείς στην αρχή- κάποια στιγμή που είπα στη μητέρα μου ότι θέλω να γίνω σκηνοθέτης και μαζεύω μερικά λεφτά για κάμερα, άνοιξε το πουγκί της και μου έδωσε χρήματα. Σαν να μου έδωσε ένα σπαθί και μου είπε «από εκεί να πας». Παράξενο ε;

ΠτΘ: Όμορφο ξεκίνημα.

Ρ.Χ.: Όμορφο για τους ιστορικούς του μέλλοντος. Ξέρεις, στην Ελλάδα η σκηνοθεσία είναι λίγο ταξική υπόθεση. Εγώ δηλαδή, είμαι γιος ενός προλετάριου, που κατάφερε σαν σκηνοθέτης να κάνει μία πορεία. Συνήθως είναι αστικής προέλευσης ο κόσμος που σκηνοθετεί, εκτός σπανίων εξαιρέσεων.

ΠτΘ: Τι δυνατότητες έδινε η εποχή από άποψη εξοπλισμού και εκπαίδευσης;

Ρ.Χ.: Εγώ είμαι αυστηρά αυτοδίδακτος. Σαν ηθοποιός πήγα μόνο λίγο στο θεατρικό εργαστήρι του Βασίλη Διαμαντόπουλου, όπου με περίμενε μια μεγάλη έκπληξη. Ο Διαμαντόπουλος σαν δάσκαλος, με έβλεπε να παίζω και κάθε φορά που τελείωνα, αντί να μου κάνει παρατηρήσεις, με ρώταγε «πώς το έκανες;». Ξέρεις τι σημαίνει ένας θρύλος του θεάτρου, να σου λέει στα 19 σου χρόνια «πώς το έκανες» με χαμόγελο; Κάποια στιγμή, λοιπόν, με πιάνει και μου λέει «είσαι γεννημένος ηθοποιός, θα τον βρεις τον δρόμο περπατώντας, ξεκίνα να δουλεύεις». Εγώ του λέω «πού να πάω;» και μου λέει «οπουδήποτε». Ξεκίνησα, λοιπόν, από την Κομοτηνή, η παρθενική μου εμφάνιση ως επαγγελματίας ηθοποιός έγινε το καλοκαίρι του 1991 στην Κομοτηνή, όπου ήμουν στον χορό του «Ρήσου» (του Ευριπίδη) σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσακίρη στο ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής και κατόπιν από την τηλεόραση, από την «Ανατομία ενός εγκλήματος», παίζοντας κομπαρσιλίκια. Μετά πήρα μία ατάκα και μετά ανέπτυξα μία ταχύτητα. Έμαθα, δηλαδή, τη δουλειά μέσα από το επάγγελμα, όπως με συμβούλεψε ο Διαμαντόπουλος και πάντα μ’ ακολουθεί αυτό το τρυφερό χαμόγελο που είχε όταν τελείωνα ένα κομμάτι και μου έλεγε «πώς το έκανες;».

«Η έμπνευση είναι ένα μαρτύριο»

ΠτΘ: Η έμπνευση πώς έρχεται;

Ρ.Χ.: Η έμπνευση είναι ένα μαρτύριο. Είναι μία πολιορκία που σου κάνει και δεν σε αφήνει να ησυχάσεις. Σου χτυπάει την πόρτα. Αν δεν την ανοίξεις, μπαίνει με πολιορκητικό κριό και απαιτεί να πραγματοποιήσεις αυτά που σου υπαγορεύει. Είναι μαρτυρικό φαινόμενο, γιατί οι καλές ιδέες είναι σαν παιδιά που θέλουν να γεννηθούν. Και αν δεν γεννηθούν, νιώθεις ένοχος. Βέβαια, ασφαλώς η έμπνευση και η δουλειά πάνε παρέα, αλλά όλα ξεκινάν από το μεγάλο αίνιγμα του πυρήνα του καλλιτέχνη. Η έμπνευση ξεκινάει από τον βαθειά κρυμμένο εαυτό που είναι μέσα μου κι ούτε εγώ δεν τον έχω δει ακόμη ξεκάθαρα. Προσπαθεί ένας εαυτός να βγει από μέσα και να εμφανιστεί. Πώς είναι το “alien” που προσπαθεί να βγει, αλλά δεν ξέρει πού να κινηθεί. Από το στόμα, από τα αυτιά, από τα μάτια; Αυτή είναι η έμπνευση και προσπαθώ να την σπρώξω και να βγει. Και πάνω που «γεννάω» και λέω «τελειώσαμε, αυτό είναι το “alien”», έρχεται μετά από λίγο καιρό και ξαναχτυπά μέσα ένα άλλο “alien” που θέλει να βγει.

«Όπως χαριτωμένα έχω πει, η μόνη ταινία μου που δεν έχει λάθη ήταν η πρώτη και η πιο ερασιτεχνική»

ΠτΘ: Εικοσιπέντε χρόνια μετά τα «Φθηνά Τσιγάρα» και μετά από τον «Νυχτερινό Εκφωνητή» απελευθερωθήκατε από αυτό το «μαρτύριο»;

Ρ.Χ.: Τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα. Απελευθερώνομαι από τις εκάστοτε ταινίες με πόνο γιατί βλέπω λάθη που έκανα. Όπως χαριτωμένα έχω πει, η μόνη ταινία μου που δεν έχει λάθη ήταν η πρώτη και η πιο ερασιτεχνική. Από εκεί και μετά όλες οι ταινίες μου θέλουν διορθώματα. Όταν μία ταινία, όπως η τελευταία μου, ο «Νυχτερινός Εκφωνητής», βρίσκει άμεση ανταπόκριση, η έμπνευση αρχίζει να σου χτυπάει την πόρτα αμέσως και εγκλωβίζεσαι ξανά σε έναν κυκεώνα, έναν στρόβιλο ιδεών, όπου η έννοια της ευκαιρίας, -ότι τώρα πας καλά, μπορείς να κάνεις ταινία, κάντο- σε βάζει για άλλη μια φορά στον τορβά.

ΠτΘ: Πόσο πιεστικό είναι όμως αυτό; Και κατά πόσο αποδέχεστε αυτή την πίεση;

Ρ.Χ.: Είναι η φύση μου, η ύπαρξή μου. Έτσι ζω. Υπάρχει μία πολύ ωραία ταινία, που τη συστήνω στους αναγνώστες σας, λέγεται «Τα όνειρα» του Ακίρα Κουροσάβα. Σε αυτή λοιπόν την ταινία έχει ένα επεισόδιο, στο οποίο είναι ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ, τον οποίο υποδύεται ο Σκορτσέζε, όπου περιγράφει την αγωνία του, τον οίστρο και την έμπνευση, που τον κυνηγούν μέσα στα σπαρτά. Οι εμπνευσμένοι άνθρωποι -που για μένα είναι μεγάλο κομπλιμέντο να μου κάνετε τις ερωτήσεις αυτές, γιατί εμμέσως πλην σαφώς μου το αναγνωρίζετε- είναι λίγο σαν καταδιωκόμενοι, λίγο σαν δαιμονισμένοι, που αρνούνται κάθε εξορκισμό.  Στο τέλος της ζωής μου, ξέρω ποια θα είναι η τελευταία μου ταινία. Θα λέγεται «Τα όνειρα» και θα είναι μερικά δικά μου όνειρα.

ΠτΘ: Ευτυχώς για εμάς αρνούνται κάθε εξορκισμό.

Ρ.Χ.: Ευτυχώς για εσάς! Εντάξει, κι εγώ δεν βράζω στα καζάνια της κόλασης. Πού και πού βράζω, αλλά ευτυχώς πάντα έρχεται το κοινό και με σώζει. Εμένα γενικά το κοινό με έχει σώσει.  Ακόμα και όταν έφτανε καθυστερημένα, όπως με τα «Φθηνά Τσιγάρα», που καθυστέρησε είκοσι χρόνια. Αλλά στο τέλος, είναι σαν κάτι αμερικάνικες ταινίες, που έχουν πιάσει τον αμερικάνο καταδρομέα, τον Ράμπο, κάπου στο Βιετνάμ, αλλά μετά από είκοσι χρόνια έρχεται ένας να τον απελευθερώσει.

ΠτΘ: Αυτή η καθυστέρηση που αναφέρατε δεν δείχνει κάτι σχετικά με το έργο; Τα ωραία πράγματα σε αυτή τη ζωή δεν χρειάζονται χρόνο;

Ρ.Χ.: Υπάρχει ένα πολύ ωραίο βιβλίο, σας το συστήνω, το έχει γράψει ο Σωτήρης Δημητρίου, -εξ Ηγουμενίτσας ορμώμενος, σπουδαίος συγγραφέας και φίλος- με τίτλο «Η βραδυπορία του καλού». Εγώ γενικά είμαι καχύποπτος με τις γρήγορες επιτυχίες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μια γρήγορη επιτυχία δεν μπορεί να είναι και αληθινή. Συνήθως όμως έχουν καύσιμη ύλη την επικαιρότητα και το momentum. Εγώ δεν πάω με το momentum. Πάω με τη διαχρονικότητα. Υπάρχουν και ταινίες μου που δεν τα κατάφεραν με τη διαχρονικότητα. Η πιο χαρακτηριστική είναι και η πιο αγαπημένη μου, η πρώτη, το “No budget story”, η οποία δεν τα κατάφερε με τη διαχρονικότητα, γιατί έχει πολύ χιούμορ που αφορά την εποχή των ’90s, που η νέα γενιά δεν το καταλαβαίνει. Δηλαδή, έχω μία σκηνή όπου περιγράφω ένα πολύ αργό πλάνο, το οποίο ήταν αναφορές στον Αγγελόπουλο και σε μόδες της εποχής, όπου σήμερα μπορεί κάποιος να πει «αυτό τώρα γιατί είναι αστείο;». Δεν έχετε καταλάβει πόσο βασανιστήκαμε εμείς από τον αργό κινηματογράφο. Οπότε, ενώ τότε έπεφτε κάτω το κοινό από τα γέλια, σήμερα πέφτει νεκρική σιωπή.

Η νέα γενιά, η πρωτεύουσα και το ρομάντζο

ΠτΘ: Πιστεύετε ότι η νέα γενιά και το γεγονός ότι ρομαντικοποιεί τα πάντα «φταίει»  που έφερε στην επιφάνεια ξανά τα «Φθηνά Τσιγάρα» και όχι την «Καρδιά του Κτήνους»;

Ρ.Χ.: Μα αυτό είναι το μεγάλο ατού μου! Μας περίμενε μία πολύ μεγάλη έκπληξη με τη νέα γενιά. Όλες οι Κασσάνδρες διαψεύσθηκαν. Η γενιά του ’90 ήταν μία πολύ πιο κυνική γενιά απ’ ό,τι είναι η νέα γενιά. Ήταν μία πολύ πιο σκληρή, πολύ πιο τυχοδιωκτική γενιά, με την έννοια ότι υπήρχαν και ευκαιρίες. Σήμερα οι ευκαιρίες δεν είναι αυτές που είχαμε στα ’90s. Μία γενιά που αντιστάθηκε ίσως στον ρομαντισμό που υπήρχε διάχυτος με τη μεταπολίτευση, το ’70-’80. Ειδικά το ’70. Το ’80 ήρθε ξαφνικά ένα ΠΑΣΟΚ που έφερε την αλλαγή, ένα μπέρδεμα και το ’90 ήρθαν τα λεφτά. Τότε άρχισαν τα «σινανάι», τα τσιφτετέλια και τα διακοποδάνεια. Πάνε οι ρομαντισμοί. Έμεινα τελευταίος εγώ.

ΠτΘ: Δεν υπήρχε σκέψη για ρομαντισμό τότε;

Ρ.Χ.: Ο ρομαντισμός θέλει και ένα ελαφρύ αδιέξοδο. Στα ’90s δεν υπήρχαν αδιέξοδα. Έτσι φαινόταν. Όλα πήγαιναν προς τα πάνω. Ο μόνος που πρόλαβε να μείνει στο τέλος ήμουν εγώ και πρόλαβα να κινηματογραφήσω το Zonar’s. Το τράβηξα Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο έκλεισε. Τραβάω κάτι πλάνα στη Σταδίου και δεκαπέντε μέρες αφού τελειώσαμε εμείς, ξεκινάει το μετρό και αρχίζουν να σκάβουν. Την επόμενη ημέρα, μετά το τέλος της ταινίας, ξεκίνησαν οι εργασίες για την πεζοδρόμηση του Zonar’s. Τα κίτρινα τρόλεϊ έφυγαν το φθινόπωρο που ακολούθησε από τα «Φθηνά Τσιγάρα». Ήταν λες και περίμενε η πόλη να γυρίσουμε μερικά πλάνα πρώτα. Τότε ο ρομαντισμός ήταν φλώρικος.

ΠτΘ: Αγαπάτε την πρωτεύουσα και επιλέγετε να δείχνετε πολλές εικόνες από πολλές γωνιές της. Έχει τον ρομαντισμό της η Αθήνα;

Ρ.Χ.:  Η Αθήνα είναι η πόλη που γεννήθηκα. Πάντα είχαμε αναφορές στον Έβρο, στο χωριό μου το Σπήλαιο, γιατί μες στο σπίτι μας υπήρχε πάντα, θέλαμε δε θέλαμε. Υπάρχει ένα κομμάτι της Αθήνας που δεν έχει κινηματογραφηθεί και αυτό είναι η ρωμαϊκή Αθήνα. Οι Ρωμαίοι φέρθηκαν υπέροχα στην Αθήνα. Πύλη Αδριανού, Καλλιμάρμαρο, ρωμαϊκή αγορά. Αυτό κινηματογράφησα τώρα. Μεταφυσικά και ονειρικά και ονειροπαρμένα. Επίσης, κινηματογράφησα ένα κομμάτι της Αθήνας που δεν υπάρχει στον κινηματογράφο και υπάρχει μόνο ως “Couleur Locale”- επιτρέψτε μου την ειρωνική έκφραση. Για μένα ο άγνωστος στρατιώτης δεν είναι “Couleur Locale”.  Άρα έχω τον άγνωστο στρατιώτη και τη ρωμαϊκή Αθήνα. Και ξανακινηματογραφώ.

ΠτΘ: Και κινηματογραφείτε τον «Νυχτερινό Εκφωνητή».

Ρ.Χ.: Και κινηματογραφώ τους εύζωνες, ως ένοπλους, που είναι άοπλοι απέναντι στη γοητεία μιας μπαλαρίνας στη λυρική σκηνή. Ας μην τα αποκαλύψουμε όμως όλα.

Σκηνοθέτης, Πρωταγωνιστής και θεατής

ΠτΘ: Στο πλαίσιο του Cosmopolis Festival 2024, προβλήθηκαν τα  «Φθηνά Τσιγάρα» κι εσείς βρεθήκατε στην προβολή. Πώς είναι να είναι κανείς πρωταγωνιστής, σκηνοθέτης και θεατής ταυτόχρονα στην δική του ταινία;

Ρ.Χ.: Βάναυσο, με την έννοια του χρόνου που σαρώνει τα πάντα. Όσο βλέπεις τον εαυτό σου νέο… Ρώτησα κάποτε τον Κώστα Βουτσά, «Κώστα, πώς νιώθεις τώρα που μεγάλωσες;» και μου είπε «Δεν είμαι εγώ αυτός». Είναι αβάσταχτο που βλέπεις τον χρόνο να κυλάει πάνω σου ή να βλέπεις την Άννα (Άννα-Μαρία Παπαχαραλάμπους) ή τους φίλους μου που είναι πια όλοι πενηντάρηδες και συνειδητοποιείς ότι ο νέος δεν αντιλαμβάνεται ότι είναι νέος και δεν υπάρχει περίπτωση να μεταφερθεί αυτή η εμπειρία. Δεν μπορώ να σας το μεταφέρω. Δεν μπορείτε να αντιληφθείτε ότι είστε νέοι. Δεν θα γλιτώσετε κι εσείς. Κάποια στιγμή θα εντυπωσιαστείτε από το πόσο νέοι κάποτε υπήρξατε.

Υπάρχει ένας στίχος  του Γκυ Ντεμπόρ, που έλεγε «Ας πιούμε απόψε. Ποτέ δεν θα ξαναπιούμε τόσο νέοι». Ήθελα να του πω, «Ρε Γκυ, ποτέ δεν θα ξαναπιούμε τόσο νέοι, αλλά ποτέ δεν θα ξαναπιούμε τόσο άσχετοι». Φεύγει το ένα, έρχεται το άλλο. Όντως, η επιδερμίδα μου, -ειδικά ο λαιμός μου και το προγούλι που παρατηρώ ότι έχει αρχίσει να πέφτει- είναι απώλειες από τη μετωπική σύγκρουση με τον χρόνο. Το ότι όμως δεν το παίρνω σοβαρά, αυτό δεν είναι μία πολύ μεγάλη νίκη; Το ότι απολαμβάνω το γεγονός ότι η νεότητά μου διασώθηκε στη μεγάλη οθόνη; Το ότι βλέπω κοινό από 18 έως 88 χρονών στις ταινίες μου; Αυτό τι σας λέει; Ότι βλέπω πατέρα και γιο να έρχονται να δουν μαζί την ταινία;

«Δεν μπορείς να ζήσεις τη ζωή σου χωρίς τον κλασικό τρόπο αφήγησης»

ΠτΘ: Και στον «Νυχτερινό Εκφωνητή» χρησιμοποιείται εικόνες και πράγματα από άλλη εποχή, όπως το ραδιόφωνο, οι τηλεφωνικοί θάλαμοι. Νοσταλγείτε περασμένες εποχές;

Ρ.Χ.: Δε νοσταλγώ. Εμένα μου αρέσουν τα μουσεία. Τα μουσεία όμως δεν έχουν μέσα νοσταλγία. Έχουν μέσα μία σοφή παρατήρηση του παρελθόντος και μία σωστή σχέση με τον χρόνο. Η νοσταλγία είναι ένα δηλητήριο, που δηλητηριάζει τα πάντα χωρίς να ομορφαίνει τίποτα. Δε νοσταλγώ. Ζω το παρόν, το οποίο είναι εμπλουτισμένο από το παρελθόν και το μέλλον. Καλά να κάνουν τα καρτοτηλέφωνα να εξαφανιστούν. Έτσι έπρεπε. Ο πατέρας μου ήταν πεταλωτής. Ήρθαν τα τρακτέρ. Τέρμα τα πέταλα. Να πάνε στο καλό. Εδώ η Ρώμη έπεσε, δεν θα πέσουν τα καρτοτηλέφωνά μου, τα ραδιόφωνα, τα τρανζιστοράκια; Το ραδιόφωνο είναι πια μία υπόθεση ψηφιακή, δεν είναι υπόθεση fm, μεσαίων και βραχέων. Δεν πειράζει. Ας εξαφανιστεί. Το μέσο δεν με ενδιαφέρει. Όπως λένε κάποιοι  φίλοι μου, οι νέοι δεν διαβάζουν βιβλία. Μια χαρά βιβλία διαβάζουν, απλά διαβάζουν ψηφιακά.  Το βιβλίο δεν είναι το χαρτί, είναι ο νοηματικός κόσμος που είναι ενταγμένος εκεί. Βέβαια, ελπίζω να έρθουν νέα αρχετυπικά σύμβολα στις ταινίες μου. Ποιος ξέρει όμως ποια θα είναι αυτά…

ΠτΘ: Την ανταπόκριση της νεότερης γενιάς πώς την βλέπετε επάνω σε αυτά τα σύμβολα και στις ταινίες σας;

Ρ.Χ.: Αινιγματικά. Δεν μπορώ να καταλάβω. Νομίζω ότι αυτό που αρέσει στους νέους στις ταινίες είναι δύο πράγματα. Το ένα είναι ότι στα «Φθηνά Τσιγάρα» υπάρχει η έννοια της βραδύτητας στο φλερτ. Και στον «Νυχτερινό Εκφωνητή» υπάρχει το γκρουπάρισμα. Δηλαδή, όταν ακούς ένα βινύλιο, ακούς πρώτη και δεύτερη πλευρά, ένα σύνολο πραγμάτων, με αρχή, μέση, τέλος. Ο ψηφιακός κόσμος δεν είναι γκρουπαρισμένος, είναι χαοτικός. Ίσως αυτό να ήταν η μαγεία του αναλογικού κόσμου, το γκρουπάρισμα. Οι κασέτες, τα βινύλια… Αρχή, μέση, τέλος και πάμε παρακάτω. Δεν μπορείς να ζήσεις τη ζωή σου χωρίς τον κλασικό τρόπο αφήγησης. Αρχή, μέση, τέλος. Ακόμα και σε μικροϊστορίες.

ΠτΘ: Είστε πρωταγωνιστής στις ταινίες σας και αφηγείστε ιστορίες που πιθανώς έχετε ζήσει. Έχετε νιώσει ετεροχρονισμένα ότι ίσως έχετε εκθέσει κάποια κομμάτια του εαυτού σας περισσότερο από όσο τελικά θα θέλατε;

Ρ.Χ.: Έχω δηλώσει τώρα τελευταία, και δεν το παίρνω πίσω, ότι δεν είμαι σκηνοθέτης, είμαι καλλιτέχνης. Και ο καλλιτέχνης στον κινηματογράφο είναι αυτός που εκθέτει τον εαυτό του. Αλλά τον εκθέτει πραγματικά. Όχι, «έβαλα στην ταινία ένα τραπέζι που μου θύμιζε μία θεία μου». Εγώ, λοιπόν, με τον «Νυχτερινό Εκφωνητή» προχωρώ σε ακόμα μεγαλύτερη έκθεση, αλλά και σε ένα μεγαλύτερο πέρασμα καλλιτεχνικής δημιουργίας. Και βέβαια, αυτός είμαι. Έτσι είναι και έτσι πρέπει να γίνει. Και ξαφνικά, ενώ εκθέτεις προσωπικά σου πράγματα, αντιλαμβάνεσαι ότι κάποια από αυτά αφορούν και άλλους. Για παράδειγμα, έχω μία σκηνή στον «Νυχτερινό Εκφωνητή», όπου αυτός κοιτάει το χέρι του σε ένα φως και λέει ότι ο χρόνος περνάει πρώτα από το χέρι. Γερνάνε πρώτα τα χέρια και μετά το πρόσωπο. Αυτή η φράση μπορεί να διαρκεί δέκα δευτερόλεπτα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι μηνύματα έχω πάρει για αυτή τη φράση, που θεωρούσα ότι μόνο εμένα απασχολεί αυτό. Κι όμως…

«Για πόσες οθόνες μιλάμε σήμερα;»

ΠτΘ: Όσον αφορά τον κινηματογράφο, πώς βλέπετε τα πράγματα σε αυτή τη νέα -πολύ γρήγορη- εποχή που ζούμε; Την εποχή που ενδεχομένως, μία μεγάλη πλειοψηφία επιλέγει την ταινία στο σπίτι και όχι στη μεγάλη οθόνη, σε μία κινηματογραφική αίθουσα.

Ρ.Χ.: Εμείς στα ’90s είχαμε έναν κωδικό. Λέγαμε η μικρή και η μεγάλη οθόνη. Ξεκάθαρο ποια είναι η μικρή και ποια η μεγάλη. Σήμερα ποια είναι η μικρή και ποια η μεγάλη οθόνη; Η μικρή είναι το κινητό. Η μεγάλη είναι το σινεμά; Όχι. Μπορεί να είναι ο βιντεοπροτζέκτορας σε μία ταράτσα. Υπάρχει η πολύ μεγάλη οθόνη, που είναι το σινεμά, η μεγάλη οθόνη, που είναι ο προτζέκτορας, η αρκετά μεγάλη οθόνη, που είναι η τηλεόραση μεγάλων διαστάσεων, η μεσαία οθόνη, που είναι το laptop και η μικρή, που είναι το κινητό το κινητό. Για πόσες οθόνες μιλάμε; Για πόσα κάδρα μιλάμε; Παρ’ όλα αυτά, ο «Νυχτερινός Εκφωνητής», είναι φτιαγμένος για την μεγάλη οθόνη. Ακόμα και υποκριτικά, ο τρόπος που έχω παίξει είναι για τη μεγάλη οθόνη.

ΠτΘ: Και ο «Νυχτερινός Εκφωνητής» έχει ξεκινήσει το ταξίδι του.

Ρ.Χ.: Ο «Νυχτερινός Εκφωνητής» έχει ξεκινήσει και εισπρακτικά πάει απροσδόκητα καλά. Βρίσκει πολύ μεγάλη διανομή. Ξεκίνησε δειλά. Είναι η στιγμή που κάνω ελεύθερη πτώση στο κενό και ναι, το κοινό στο κενό -σαν άλλος σωτήριος άγγελος- έρχεται και με αρπάζει.

ΠτΘ: Το κοινό λοιπόν ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του «Νυχτερινού Εκφωνητή».

Ρ.Χ.: Το κοινό ήρθε και αυτό είναι πολύ σημαντικό για μένα. Και ήρθε εντυπωσιακά. Συνήθως τους κατηγορούσα, «εσείς φταίτε, δεν ήρθατε»… Τώρα όμως, με την ωριμότητα που έχω και πηγαίνοντας πίσω, βλέπω ότι κι εγώ εξέπεμπα ένα αντιφατικό μήνυμα. Από τη μία έκανα ρομαντικό κινηματογράφο, αλλοπρόσαλλο, που δεν έμοιαζε με τίποτα άλλο, ενώ την ίδια εποχή  -για να βρω λεφτά για την επόμενη ταινία- παρουσίαζα ένα τηλεπαιχνίδι με τηγάνια. Η  «Καρδιά του Κτήνους», για παράδειγμα,  δεν μοιάζει με τίποτα. Είναι μία ρομαντική, χριστουγεννιάτικη, αστυνομική κωμωδία… Και βγήκε την ώρα που έβγαιναν κυρίως σεξοκωμωδίες. Σου λέει «τι είναι αυτός τώρα, μας δουλεύει;». Και τότε υπήρχε μία πολύ σκληρή συνθήκη. Είσαι σκηνοθέτης; Οφείλεις το προφίλ σου να είναι αυτό. Ένα, δύο, τρία.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.