Πανελληνιες forever | Μερος Ε΄
~ ένας έφηβος ζει τον έρωτά του
μέσα στις Πανελλήνιες του 1988
~ ένας πατέρας ζει με την κόρη του και γράφει
την εμπειρία του για τις Πανελλήνιες του 2020.
Για τη συντριπτική πλειονότητα των μαθητριών και μαθητών της Γ΄ Λυκείου, το βαρύ φορτίο των Πανελλήνιων Εξετάσεων έχει, εδώ και λίγες ημέρες, ουσιαστικά ελαφρύνει. Τα βασικά εξεταζόμενα μαθήματα, τόσο για τους υποψηφίους των Γενικών όσο και των Επαγγελματικών Λυκείων, έχουν ολοκληρωθεί. Απομένουν μονάχα τα ειδικά μαθήματα για όσους τα έχουν επιλέξει.
Η περίοδος αυτή, επομένως, σηματοδοτεί μια μεγάλη, σχεδόν απελευθερωτική ανακούφιση. Το «μαρτύριο» των Πανελλήνιων φτάνει στο τέλος του και μαζί του και το εβδομαδιαίο αναγνωστικό μας «ραντεβού» με τον εκπαιδευτικό, Διευθυντή του 3ου Δημοτικού Σχολείου Χίου και ποιητή, Μιχάλη Μελαχροινούδη, ο οποίος τις τελευταίες εβδομάδες μας συντρόφευσε με το λογοτεχνικό του δοκίμιο «Πανελλήνιες for ever».
Τα τέσσερα μέρη του αφηγήματος που έχουν δημοσιευθεί μέχρι στιγμής διαβάστηκαν, αγαπήθηκαν και προβλημάτισαν (βλ. τα προηγούμενα μέρη στην ηλεκτρονική έκδοση του ΠτΘ, το πρώτο μέρος εδώ, το δεύτερο εδώ, το τρίτο εδώ και το τέταρτο εδώ), ιδίως για τον τρόπο που ο συγγραφέας περιγράφει μικρές και μεγάλες στιγμές από αυτόν τον «αγώνα δρόμου», με τρυφερότητα, χιούμορ αλλά και σαρκασμό.
Η πεζογραφική αυτή απόπειρα αφορμάται από έντονα βιωματικά στοιχεία. Ο Μιχάλης Μελαχροινούδης έζησε και ο ίδιος την εμπειρία των Πανελληνίων ως υποψήφιος και αργότερα ως γονιός, δίπλα στα δικά του παιδιά, την Αλεξάνδρα και τον Πέτρο, με τη συνοδοιπορία της συζύγου του, Vanda Sofia Santos. Αυτή η διπλή θέαση των εξετάσεων, μέσα από τα μάτια τόσο του παιδιού όσο και του γονέα, προσφέρει στο αφήγημα μια ξεχωριστή οπτική.
Στο πέμπτο και προτελευταίο μέρος, το οποίο δημοσιεύεται αυτήν την εβδομάδα, ο κ. Μελαχροινούδης επιχειρεί να στραφεί από το προσωπικό στο συλλογικό. Θέτει κρίσιμα ερωτήματα, τα οποία απασχολούν κάθε γενιά μαθητών και γονέων: Ποια είναι η στάση της Πολιτείας απέναντι σε έναν θεσμό που καθορίζει το μέλλον των παιδιών; Γιατί συνεχίζει κάθε νέος Υπουργός Παιδείας να παρεμβαίνει στις εξετάσεις με αποσπασματικά μέτρα, χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό; Ποιος πληρώνει, τελικά, το τίμημα αυτών των διαρκών μεταρρυθμίσεων;
Παράλληλα, ο συγγραφέας αγγίζει ζητήματα-ταμπού για τη δημόσια εκπαίδευση: τον ρόλο των φροντιστηρίων και των ιδιαιτέρων μαθημάτων, που έχουν αναχθεί πλέον σε υποχρεωτικό συμπλήρωμα του σχολείου. Πού βρίσκεται σήμερα η ουσιαστική υποστήριξη του επαγγελματικού προσανατολισμού; Είναι, άραγε, φυσιολογικό να ζητείται από παιδιά 17 και 18 ετών να επιλέξουν «μία και μοναδική» επαγγελματική πορεία, χωρίς να έχουν τις γνώσεις ή τα εργαλεία να διακρίνουν τι τους ταιριάζει;
«Πανελλήνιες for ever», λοιπόν, λίγο πριν το τέλος της διαδρομής…
I. «15η του Ιούνη»
Δευτέρα 15, Γλώσσα
Τετάρτη 17, Αρχαία
Παρασκευή 19, Κοινωνιολογία
Τετάρτη 24, Ιστορία
All set up.
Η πολιτεία νοιάζεται για τις Πανελλήνιες. Η κυβέρνηση νοιάζεται για τις Πανελλήνιες. Η Υπουργός νοιάζεται για τις Πανελλήνιες. Τα ΜΜΕ νοιάζονται για τις Πανελλήνιες. Η ελληνική οικογένεια νοιάζεται για τις Πανελλήνιες. Ολόκληρη η ελληνική κοινωνία νοιάζεται για τις Πανελλήνιες.
Τόσο νοιαζόμαστε για τις Πανελλήνιες που κρεμόμασταν την Τετάρτη από τα χείλη της Υπουργού, όταν ανακοίνωνε, σε πανελλαδική εμβέλεια, την ημερομηνία έναρξης των εξετάσεων και έτσι χτες ξεκαθάρισε το πρόγραμμα. «Καλό είναι το πρόγραμμα» σου είπα, «πολύ καλό, γιατί και το πρόγραμμα παίζει τον ρόλο του», «δεν παίζει» μου απάντησες, «εγώ θέλω να τελειώνω».
Σκεφτόμουν να σου πω ότι δεν ξέρεις, ότι δεν το έχεις περάσει όλο αυτό, ότι να τελειώνεις ναι, αλλά με επιτυχία και γράψιμο σούπερ, ότι όταν θα φτάσεις σε εκείνη την ημέρα, σε εκείνες τις ημέρες, ακόμα και τα Αρχαία που έχουν μπει μετά από τη Γλώσσα έχουν τη σημασία τους, γιατί ένα δύσκολο, ίσως το δυσκολότερο μάθημα, έχει μπει μετά από ένα εύκολο και δεν είναι και το πρώτο, και η Κοινωνιολογία, που είναι σχετικά εύκολη, κλείνει την πρώτη εβδομάδα, και έχεις και περιθώριο μετά να διαβάσεις το πιο απαιτητικό ίσως, από άποψη ύλης, την Ιστορία. Δεν σου τα είπα όλα αυτά ακριβώς έτσι, μάλλον αποσπασματικά τα είπα στον καναπέ, γιατί κυριολεκτικά, και ας ζούμε στο ίδιο σπίτι και περνάμε πλέον και τόσες ώρες κάτω από την ίδια στέγη λόγω καραντίνας, δεν σε είχα δει όλη μέρα κι, όταν ήρθες και κάθισες το βράδυ στον καναπέ, κυριολεκτικά βούλιαξες, δεν είχες και δεν είχα πολλή όρεξη για μπλα μπλα.
Λίγα είπαμε, δυο χάδια και δυο μουγκρητά.
Αυτό το συναίσθημα το θυμάμαι, το ξέρω καλά. Όλο το διάστημα πριν την αναγγελία της ημέρας έναρξης των εξετάσεων επικρατεί ένα κλίμα τού μπορεί τότε, μπορεί και αργότερα, μπορεί και πιο μετά, μπορεί και τον Σεπτέμβρη, μπορεί και ποτέ και μέσα λοιπόν σε αυτήν τη σούπα, αυτό το πότε, όπως το κυματάκι του γιαλού, που πάει κι έρχεται, που πάει κι έρχεται σαν να μουρμουρίζει, σαν να έρχεται και σαν να απομακρύνεται, σαν να υπόσχεται και σαν να φεύγει, εσύ ελπίζεις για λίγο ακόμα και λίγο ακόμα, καλύτερο διάβασμα και καλύτερη προετοιμασία, όταν θα είμαι πιο έτοιμος και πιο έτοιμη. Πάνοπλος. Πανέτοιμη.
Και ξαφνικά, όλο αυτό παίρνει μια οριστική μορφή. Αυστηρή, βίαιη, τελειωτική, οριστική.
15 Ιουνίου. Τέλος τα ψέματα. Τότε οφείλεις να είσαι έτοιμος. Δεν υπάρχει άλλο περιθώριο. Τότε θα κριθούν όλα, ακούς;
Και μπορεί να τα άκουσες με ανακούφιση, αλλά δεν είναι μόνο αυτό, είναι που ο χρόνος μετράει πλέον αντίστροφα.
Ο χρόνος που το γλυκό μου κοριτσάκι, των 9 χρόνων που με έχει αγκαλιά και με τα ματάκια της να λάμπουν, θα μπει στη δοκιμασία, θα βρέξει τα πόδια στο ποτάμι, για να το δρασκελίσει και να περάσει απέναντι.
Γυρισμός δεν υπάρχει, όταν μπεις στο ποτάμι. Βρέχεις τα πόδια και προχωράς.
Αυτό είναι, μάλλον, που ωθεί εμάς τους γονείς, ή τους περισσότερους από εμάς, να κάνουμε συχνά τα ίδια λάθη που έκαναν και οι γονείς μας και ας λέγαμε νέοι, επουδενί, εμείς θα τον αλλάξουμε τον κόσμο. Φοβόμαστε ότι θα βρέξουν τα πόδια τους.
Γι’ αυτό, στο ιδιαίτερο πας στον καλύτερο, και ας είναι ο δάσκαλός του στο σχολείο το πρωί, στη δέσμη παλιότερα, στην κατεύθυνση σήμερα, και τα σκας αδρά. Και ας υπηρετεί στο Δημόσιο, που δεν το υπηρετεί ακριβώς, γιατί διπλοκλείνει τα μάτια στους μαθητές του, για να τους έχει το απόγευμα στο ιδιαίτερο. Και ας ήταν για τις δικές μας γενιές αντικείμενο καζούρας για όποιον και όποια τολμούσε να πηγαίνει στον καθηγητή μας μάθημα. Τώρα, θεωρείται περίπου επιβεβλημένο, καλή οικογενειακή πρακτική. «Εγώ για το παιδί μου…» είναι η απάντηση. Από εκεί ξεκινούν και τελειώνουν όλα. Καλή η επανάσταση, καλά τα λόγια, αλλά, όταν έρθει η στιγμή, μπαίνει μπροστά το παιδί, το παιδί; και όλα καλά καμωμένα συνεχίζονται ες αεί.
Για αυτό, και χαλασμός να γίνεται στην κοινωνία, η αγία ελληνική οικογένεια δεν χαμπαριάζει. Θα γκρινιάξει, θα διαμαρτυρηθεί, αλλά, όταν η καλή μας Υπουργός
–βιάζεται και αυτή να μπει το όνομά της στο βιβλίο των μεταρρυθμίσεων– ξαναλλάζει για μία ακόμα φορά το σύστημα εισαγωγής στα Πανεπιστήμια, σκέφτεται –για να μην πω ότι ήδη έχει βρει–, το ιδιαίτερο για το παιδί. Και ας είναι –άραγε ποια φορά αυτή που αλλάζει το σύστημα, η χιλιοστή;– κάτι ολίγον από παρελθόν, κάτι ολίγον από συντεχνιακές πιέσεις, βγάλε αυτό, για να βάλεις αυτό, κάτι ολίγον από εντατικοποίηση, η χαρά δηλαδή του φροντιστηρίου και του ιδιαίτερου και ξανά μανά μέχρι την επόμενη φορά, πού ποιος ξέρει θα είναι σε αλλαγή Υπουργού από το ίδιο κόμμα, θα είναι με την αλλαγή κυβέρνησης;
Έχουμε εκατοντάδες υπουργούς σε 200 χρόνια ανεξάρτητου κράτους, δεν ξέρω όμως αν έχουμε πολιτική. Είπαμε καλός Υπουργός είναι αυτός που θα αλλάξει το σύστημα Πανελληνίων στο πέρασμά του από το Υπουργείο.
Αλλιώς, τι θα γράψει η Ιστορία;
II. «Τα σοβαρά»
Τα σοβαρά τα λέμε, συνήθως, στις πιο ασόβαρες ώρες. Στον ανοιξιάτικο ήλιο, τις προάλλες, πιάσαμε την κουβέντα για το τι θα έκανε ο Αριστοτέλης στην περίπτωση που το ατομικό δικαίωμα κάθε γονιού, να μη στείλει το παιδί του στο σχολείο, εφόσον υπάρχει κίνδυνος για νόσηση COVID-19, συγκρούεται με το κοινωνικό δικαίωμα της πολιτείας να μορφώσει τα παιδιά της, από τη στιγμή που ανοίγουν τα σχολεία.
Την ώρα ανάμεσα στις μπουκιές, στο μεσημεριανό φαγητό, ρωτάς αν όλα πήγαν καλά την πρώτη μέρα ανοίγματος των σχολείων και αν όλα αυτά που προγραμμάτιζα με συναδέλφους και παιδιά βγήκαν.
Κάπου εκεί, κουβεντιάσαμε και το θέμα να δώσεις και ένα μάθημα ξένης γλώσσας, των Αγγλικών, από τη στιγμή που θα γίνουν εδώ στο νησί και σου δίνεται η δυνατότητα να ξεκλειδώσεις κάποιες σχολές ακόμα. Λέμε τα ίδια με τον δάσκαλό σου, ακόμα και στο θέμα τού να καθίσω και να διαγωνιστώ, για να δώσω ένα τόσο καλό γραπτό, που να με οδηγήσει, όχι μόνο στην πολυπόθητη είσοδο στο Πανεπιστήμιο, αλλά γιατί όχι, ακόμα και σε πρωτιές που θα εξασφαλίσουν κάποια υποτροφία. Γιατί όχι; Αν δεν το πούμε εμείς, ποιος θα το πει; Δεν είμαι σίγουρος ότι αυτά τα λένε στα σχολεία, αν και θα έπρεπε, μέρος ενός υποτιθέμενου επαγγελματικού προσανατολισμού, σε ένα γραφείο, μια γραμματεία, σε ένα σχολείο που να προετοιμάζει, να ενημερώνει τα παιδιά για την έξοδό τους από τη μαθητική ζωή και τα χρόνια τα παιδικά στον κόσμο της ενηλικίωσης. Πολλά ζητώ και το ξέρω, όταν το μόνιμο άγχος της Πολιτείας είναι να αλλάξει για μια ακόμα φορά τα μαθήματα των Πανελληνίων, τον αριθμό των εξεταζόμενων μαθημάτων από τάξη σε τάξη, εννοείται με περισσότερα μαθήματα –είπαμε στο πόδι και σε ποσότητα–, με γνώμονα συμφέροντα και στοχευμένες –άστοχες– πολιτικές.
Στον καναπέ ξεκινήσαμε, επίσης, την ιχνηλάτηση σχολών, μεταπτυχιακών και σταδιοδρομίας. Μέσω ενός φίλου και μιας εφαρμογής ταξιδεύουμε ανά την Ελλάδα, σε σχολές, προγράμματα σπουδών και επιλογές. Τα παιδιά μας, που και εμείς ήμασταν παιδιά, παλεύουν ανάμεσα σε επιθυμίες, πληροφορίες, ανιχνεύοντας πιο πολύ την άγνοιά τους –πόσο πολύ χαώδες είναι αν το καλοσκεφτείς!–, ενώ υπήρχαν εκείνοι και εκείνες –πάντα υπάρχουν–, οι λίγοι και οι λίγες είναι η αλήθεια, που έλεγαν από νωρίς «εγώ, όταν μεγαλώσω, θα γίνω εκείνο», «εγώ το άλλο», καθαρά και βροντερά· ακόμα θυμάμαι τον φίλο μου τον Ν. –την ίδια μέρα είμαστε γεννημένοι–, να κάθεται πίσω μου στο θρανίο και να μου λέει «εγώ θα γίνω πιλότος της πολεμικής αεροπορίας», κι έγινε και μάλιστα, με μεγάλη επιτυχία.
Οι υπόλοιποι και οι υπόλοιπες τα βάλαμε με μόρια και υποδιαιρέσεις, το παίξαμε κορώνα γράμματα, άλλοι πήρανε τη ζωή τους λάθος και άλλοι και άλλες άλλαξαν ζωή. Κι εγώ, από το τρίτο έτος και μετά χώνεψα τη νέα πραγματικότητα και από τότε άλλαξε η ζωή μου. Πρώτα ανακάλυψα τη βιβλιοθήκη, ξαναέπιασα το νήμα της χαράς της μάθησης και μετά, τις δυνατότητες της τάξης και του μαθήματος, εκεί όπου μαζί με τους μαθητές και τις μαθήτριες έχεις τη δύναμη της μίας ώρας μαθήματος. Κάθε μάθημα, κάθε ώρα και μία νέα δυνατότητα. Και από τότε και μέχρι σήμερα, ακόμα δυο δυο ανεβαίνω τα σκαλοπάτια για να πάω στην τάξη, για να πάω στο γραφείο, για να πάω στη δουλειά. Τυχερός, πολύ τυχερός είμαι, κόρη μου και το ομολογώ.
Η χαρά και ο αέρας που παίρνεις αυτές τις δύσκολες μέρες είναι η βόλτα σε πλατείες και να κάθεστε με την παρέα στα σκαλοπάτια της βιβλιοθήκης αργά το βράδυ. Η χρήση της πλατείας και των σκαλοπατιών από νέους μου ταιριάζει σε αυτό που έχω στο μυαλό μου, ως δημόσιο χώρο. Δεν μπορώ να λογαριάσω ότι ξεσκάς τις ώρες που κάνεις γυμναστική, γιατί εκείνες μέσα στο δωμάτιό σου τις περνάς, αν και εκτονώνεσαι. Ωστόσο, αυτές οι βόλτες με τα κορίτσια, στα σκαλάκια της βιβλιοθήκης μέσα στη νύχτα, είμαι σίγουρος ότι είναι ιαματικές. Εκεί κάνετε τα όνειρά σας, εκεί τα ακούει το καλοκαιρινό βραδάκι και η σιγαλιά, εκεί δυναμώνει αυτό το εμείς, η φιλία σας, και αυτό μακάρι να είναι η ώθηση στις μέρες που έρχονται.
Μπουφανάκι, μηχανάκι και γραμμή για τις φιλενάδες μας, αυτό έκανε και ο πατέρας σου με φίλο, την ίδια περίοδο, τον Μάιο και Ιούνιο του 1988, όταν τα τσιμέντα έκαιγαν και οι καρδιές ακόμα περισσότερο, για μια γειτονοπούλα, συμμαθήτρια, και μετά τις 12 το βράδυ τέλειωναν διαβάσματα και σκοτούρες. Ήμουν μαζί της. Είχα μεθύσει τόσο, που παραλίγο να μου στοιχίσει ακριβά. Όμως, την ύστατη στιγμή συνήλθα και μπόρεσα να ανταπεξέλθω στο πρώτο μάθημα, όταν στο άκουσμα και μόνο του θέματος αισθάνθηκα σαν ούφο, ότι δεν το είχα ξανακούσει ποτέ. Σαν να είχα ξεχάσει τη γλώσσα που μιλώ. Το προηγούμενο βράδυ ήμουν μαζί της, σχεδόν μέχρι το ξημέρωμα. Ακριβώς το αντίθετο από αυτά που λένε όλες οι συμβουλές και όλοι οι οδηγοί χρήσης Πανελληνίων Εξετάσεων. Εγώ έκανα το ακριβώς αντίθετο. Δεν με έκαψε, ευτυχώς. Ίσως, μετά από τόσα χρόνια, και να με ωφέλησε αυτός ο έρωτας, που γινόταν ανάμεσα στις γραμμές της Ιστορίας, των Αρχαίων, των Λατινικών και της Έκθεσης.
Έμαθα να αγαπώ σε αντίξοες συνθήκες και να μην τα παρατώ, ακόμα και όταν όλες οι πιθανότητες ήταν εναντίον μου, ακόμα και όταν οι φίλοι μου τραγουδούσαν για να με πικάρουν. Ο έρωτας δεν ήρθε τότε, αλλά και δεν με ξέχασε ποτέ, ούτε εγώ επίσης. Λίγα χρόνια αργότερα λογαριάστηκα μαζί του και τότε είχα πια το πάνω χέρι.
Να ερωτευτείς καρδιά μου, με όλη σου τη δύναμη και να ζήσεις στις εύκολες και στις δύσκολες μέρες.
Να ζήσεις.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
