Πανελληνιες forever | Μερος Δ΄
~ ένας έφηβος ζει τον έρωτά του
μέσα στις Πανελλήνιες του 1988
~ ένας πατέρας ζει με την κόρη του και γράφει
την εμπειρία του για τις Πανελλήνιες του 2020.
Ο εκπαιδευτικός, Διευθυντής του 3ου Δημοτικού Σχολείου και ποιητής Μιχάλης Μελαχροινούδης, του οποίου η δεύτερη ποιητική συλλογή «σύσσωμος» (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, 2024) «σεργιανίζει» στις αναγνωστικές αγκαλιές, μας συντροφεύει τις τελευταίες εβδομάδες στην «περιπέτεια» των Πανελλήνιων Εξετάσεων, με το λογοτεχνικό του δοκίμιο «Πανελλήνιες for ever».
Το δοκίμιο αυτό θα έχουμε τη χαρά να απολαύσουμε σε έξι εβδομαδιαίες δημοσιεύσεις, με την αρχή να έγινε κατά την έναρξη των Πανελληνίων. Ήδη από το πρώτα τρία μέρη που δημοσιεύθηκαν (βλ. το πρώτο μέρος εδώ, το δεύτερο εδώ και το τρίτο εδώ) και άρχισε να ξεδιπλώνεται το αφήγημα του κ. Μελαχροινούδη, έγινε σαφές πως ο συγγραφέας δεν εστιάζει στον «αγώνα δρόμου» της επιτυχίας, αλλά στην τρικυμιώδη πορεία των παιδιών και των γονιών τους, στις μικρές και μεγάλες στιγμές τους, στις αγωνίες, τις προσδοκίες και κάθε άλλη καθημερινή πτυχή των Πανελληνίων που το άγχος υποτάσσει.
Ο ίδιος, εξάλλου, γνωρίζει εκ των έσω την «ιεροτελεστία» αυτή των Πανελληνίων: την έζησε ως υποψήφιος και στη συνέχεια ως γονιός, δύο φορές, δίπλα στα δικά του παιδιά, την Αλεξάνδρα και τον Πέτρο, από κοινού με τη σύζυγό του, Vanda Sofia Santos.
Στο παρόν, τέταρτο μέρος του δοκιμίου, μεταξύ άλλων, αναδεικνύονται ερωτήματα, όπως: ο έρωτας μπορεί να υπάρξει –και πώς– μέσα στην πίεση των εξετάσεων; Πώς μπορούν οι έφηβοι να διαχειριστούν τόσο πυκνά συναισθήματα σε μια περίοδο που απαιτεί από αυτούς πειθαρχία και συγκέντρωση; Οι πολυήμερες σχολικές εκδρομές είναι πράγματι «ανάσες» ελευθερίας; Οι γονείς, μεγαλώνοντας παιδιά αυτόνομα, είναι τελικά έτοιμοι να τα δουν να απομακρύνονται από την αγκαλιά τους;
Το «Πανελλήνιες for ever» δεν είναι φυσικά ένας ύμνος για τις εξετάσεις, αλλά μια πρόσκληση για διάλογο και συμμετοχή σε αυτήν την ταραχώδη πορεία ενηλικίωσης, που όλοι έχουμε βιώσει και όλοι ανακαλούμε με γλυκά συναισθήματα.
Ι. «Η πολυήμερη»
Επέστρεψες από την πολυήμερη χτες και ήδη είσαι μέσα και κάνεις ιδιαίτερο. Σχολείο δεν πήγες, γιατί ήθελες να διαβάσεις για το μάθημα. Εντάξει είπα, χωρίς ιδιαίτερες αντιρρήσεις, γιατί όσο και να πεις μια κούραση την είχες, όχι πολύ όμως, τουλάχιστον τόση όση άκουσα σήμερα από άλλους γονείς.
Θεσσαλονίκη πήγατε και η απόφασή σου πέρασε από χίλια κύματα. Στη Θεσσαλονίκη είχες ξαναπάει τρεις και τέσσερις φορές και, όταν κάποια στιγμή θεώρησες ότι και το κόστος σε σχέση με το πακέτο της εκδρομής ήταν δυσανάλογα ακριβό, αποφάσισες όχι, κάτι όμως που τελικά έγινε ναι, μετά από συζήτηση στο σχολείο με τη διευθύντρια, που σου μίλησε και σε έπεισε, αλλά και τη συμμετοχή της κολλητής σου. Χωρίς αυτήν θα πήγαινες; Σε όλη αυτήν τη διαδικασία ήμασταν μαζί σου, και η μάνα σου κι εγώ. Δική σου απόφαση, δύσκολη, αλλά δική σου 100%. Έτσι είναι η εφηβεία.
«Να κάνεις τις στιγμές να αξίζουν», είχα σκύψει στο αυτί και σου είχα πει λίγο πριν πετάξεις και νομίζω ότι από τις κουβέντες που κάναμε και από αυτά που πιάνω στον αέρα, τα λεκτικά και μη, τώρα που γύρισες, τελικά άξιζε τον κόπο. Αυτό είναι τελικά, να αξίζουν τον κόπο όσα κάνουμε, κάτι όμως που πιθανότατα την ώρα που τα ζούμε να μην το καταλαβαίνουμε και τόσο.
32 χρόνια πίσω, λίγο αργότερα ημερολογιακά, άνοιξη ήταν, είχαμε πάει και εμείς πολυήμερη, στην Κρήτη. Τι να γράψει κανείς για την πολυήμερη που να μην έχει ειπωθεί; Για τη συντριπτική πλειοψηφία των 17άρηδων και 18άρηδων τότε ήταν «Το ταξίδι», και λόγω της απόστασης αλλά και λόγω της συχνότητας που βγαίναμε από το νησί. Δεν βγαίναμε τακτικά, άντε καμία αθλητική αποστολή, και φυσικά πού λόγος για Κρήτη. Και τότε και τώρα, για εμάς, τους νησιώτες, με δύο αεροπλάνα ή και δύο πλοία έπεφτε και πέφτει μακριά. Και όμως, εμένα η Κρήτη μου σημάδεψε τη ζωή. Αρχικά οι σπουδές, η ενηλικίωση, οι άνθρωποί μου, οι πολύτιμοι φίλοι και φίλες, η γνωριμία με τη μαμά σου, η σχέση μας, το σπίτι μας, η δουλειά και η εξέλιξη μέσα από αυτήν, οι συνάδελφοι, οι συγγενείς που κάναμε, εσύ και ο αδελφός σου, 25 ολόκληρα χρόνια σε έναν μοναδικό τόπο με ανθρώπους ιδιαίτερους και γι’ αυτό μοναδικούς.
Δεν ξέρω αν θα είναι τελικά σημαδιακό ταξίδι αυτό και για σένα, ποιος το ξέρει άλλωστε, για μένα όμως ήταν. Θυμάμαι ακόμα καθαρά τις πρώτες κουβέντες, όταν είχαμε αποβιβαστεί από τα λεωφορεία στο Ρέθυμνο –μία στάση είχαμε κάνει–, με έναν φίλο Χιώτη, πρωτοετή τότε, που μεταξύ σοβαρού και αστείου μου είχε πει, «εσύ θα περάσεις στο Ρέθυμνο και θα έρθεις εδώ, θα δεις». «Έλα ρε συ», του είχα απαντήσει, κι έτσι έγινε, αφού τελικά πέρασα εκεί στον νότο και τα υπόλοιπα είναι ιστορία, η οικογενειακή μας ιστορία. Ο «προφήτης» τότε είναι ο καθηγητής σου σήμερα –απόψε είστε μέσα στο δωμάτιο μαζί και μελετάτε. Αυτά όμως τα ξέρεις.
Και αν οι αναμνήσεις επανήλθαν με αφορμή τη δική σου πολυήμερη, λίγο που κουβεντιάσαμε για την επιρροή της Θεσσαλονίκης και αν θα την επέλεγες ως τόπο φοιτητικής ζωής· δεν ήσουν και πολύ διαφωτιστική. Ναι μεν, αλλά!
Το πέρας της πολυήμερης για εμάς σηματοδοτούσε την τελική ευθεία για το διάβασμα. Δεν υπήρχε πια περιθώριο για χάσιμο χρόνου και το φόρτωμα γινόταν ολοένα και πιο επιτακτικό.
Τώρα, ακόμα είναι σχετικά νωρίς. Είναι καλύτερα έτσι; Ήταν καλύτερα για εμάς τότε που οι πολυήμερες γενικά ήταν αργότερα; Όπως και να έχει, τα πράγματα έχουν αλλάξει, κάποια σχολεία πήγαν ακόμα και πριν τα Χριστούγεννα, ενώ και όσα δεν έχουν πάει, σιγά σιγά ετοιμάζονται και αυτά, για να ολοκληρωθεί και αυτό το πανηγυράκι.
Είσαι μέσα και κάνεις μάθημα. Την Ιστορία και την Κοινωνιολογία την έχεις βγάλει, τα Αρχαία όχι ακόμα. Ο χρόνος έχει αρχίσει και μετράει αντίστροφα. Όσο και να μην το μαρτυρώ, όσο και να μην το είπα ούτε στη μάνα σου, φαντάσου, όταν έλειπες, υπήρξαν στιγμές που μπαινόβγαινα στο δωμάτιό σου και μου έλειπες, που θα μου λείψεις όταν με το καλό φύγεις. Καταλαβαίνεις;
Αντιφατική η εφηβεία, αντιφατικά και τα συναισθήματα του μπαμπά σου. Αυτό που ακολουθεί το θυμάσαι; Το έχεις διαβάσει, κράτα το εκεί που θα πας, εκεί που είσαι:
«ΠΡΟΒΑ»
άδειο το σπίτι
από τις φωνές και τη φροντίδα των παιδιών
το τηλέφωνο, τα μηνύματα, οι φωτογραφίες στα κάδρα δε βοηθούν
νυχτώνει, ξημερώνει στα στρωμένα κρεβάτια, στα σφαλισμένα παράθυρα που ανοίγεις και κλείνεις, δήθεν
στα σεντόνια η μυρωδιά που κατακάθεται, στο άδειο μπουκάλι, στα όμορφα σε τάξη συρτάρια
στο ξεχασμένο ποτήρι, κλεψύδρα επιστροφής
γιατί θα επιστρέψουν, ξέρεις ακριβώς ημέρα και ώρα
τα βλέπεις να κάθονται εκεί στην άκρη του καναπέ απορροφημένα, ήσυχα με τα ευαγγέλια στα χέρια τους, φίλους και ήρωες αγκαλιά
θα είναι πάντα έτσι;
όταν φύγουν, και θα φύγουν να είσαι σίγουρος, θα είναι για τα καλά
αυτά τώρα είναι πρόβες, να ξέρεις
πρόβα φευγιού
πρόβα λησμονιάς
πρόβα σιωπής
πρόβα γηρατειών[1]
ΙΙ. «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας»
Το τι ζούμε από το μέσα του Φλεβάρη δε λέγεται.
Ο κατακλυσμός του Νώε και οι Δέκα Πληγές του Φαραώ μαζί.
Κορυφώθηκαν εδώ στο νησί μας τα προβλήματα με τους πρόσφυγες-μετανάστες, τον αριθμό των εξαθλιωμένων που συνεχίζουν να συρρέουν και τις πολιτικές της κυβέρνησης, που με το ζόρι –ντε και καλά– και πέρα από κάθε λογική και συναίνεση των πολιτών της Χίου, θέλουν να επιβάλλουν τη δημιουργία υπερδομών, στρατοπέδων συγκέντρωσης δηλαδή· στείλανε και τα ΜΑΤ να μας συνετίσουν και μας ξυλοκοπούσαν επί διημέρου, με αποτέλεσμα να κλείσουν, με απόφαση Δημάρχου, τα πάντα και να υπολειτουργούν για περίπου μία εβδομάδα. Πορείες και συγκεντρώσεις επί καθημερινής βάσης, με ολίγον από σχολείο και φροντιστήριο, και εσύ, ως Πρόεδρος, στην κατάληψη του Λυκείου, που παρά τα προβλήματα και τους κινδύνους, το αντιμετωπίσατε ώριμα και συλλογικά, με εσένα στο τιμόνι. Σπουδαίο!
Τους ξαποστείλαμε και φύγανε λοιπόν –ακόμα και στην καταπακτή του πλοίου μάς αποχαιρέτησαν με χειρονομίες και βρισιές, λες και ήταν χουλιγκάνοι σε ξένη γη– και τσουπ, μας προέκυψε ο μπαμπέσης γείτονας σε νέες περιπέτειες. Πλοία, αεροπλάνα, στρατός και αστυνομία να βαστάνε τα σύνορα. Στη βεράντα μας να κάνουν παρέλαση τα F-16, και εμείς να αναρωτιόμαστε, αν θα μας «την καρφώσει» ο Τούρκος πιλότος ή αν μας χαιρετάει και μας καμαρώνει ο Έλληνας τσολιάς.
Και για να μας αποτελειώσει, καραντίνα λόγω κορωνοϊού. Κάθε μέρα όλο και σφίγγει ο κλοιός.
Από 11 Μαρτίου μέχρι σήμερα, 25η του Μάρτη, κλειστά τα σχολεία. Και αν ανοίξουν, μετά το Πάσχα λένε. Υπολόγιζε δηλαδή καλό Μάη. Τρελαίνεσαι, λοιπόν, αν είσαι μαθητής ή δεν τρελαίνεσαι; Τρελαίνεσαι, αν δίνεις Πανελλήνιες, αν είσαι έφηβη και μέσα σε όλο αυτό, που λέγεται Άνοιξη και εγκλεισμός, ερωτεύεσαι κιόλας;
Τριπλοτρελαίνεσαι, λέω εγώ.
Θυμάμαι, βέβαια, και τα δικά μου. Κι εγώ ερωτεύτηκα και παραλίγο να την πατήσω άσχημα, στην Έκθεση, όταν σχεδόν όλο το προηγούμενο βράδυ ήμουν στο πλευρό αγαπημένης και μετά, με το που δόθηκε το θέμα, εγώ να παθαίνω κλακάζ. Αν δεν είχα ζητήσει άδεια και αν δεν είχα πάει στην τουαλέτα να ηρεμήσω και να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπο, όλο αυτό το «χάσμα γενεών» θα είχε ανοίξει σαν πελώρια τρύπα και θα με είχε καταπιεί.
Ίσα ίσα τη γλίτωσα.
Από την άλλη, υπάρχει μία τεράστια διαφορά. Γι’ εμένα, ο έρωτας ήταν τότε, ας πούμε, σχεδόν χωρίς ανταπόκριση ή, στην καλύτερη περίπτωση, μπερδεμένος στο φουλ. Εκείνη με άλλον, μεγαλύτερό μας, επίσημα, εγώ κάτι μεταξύ φίλου και φίλου, το φιλί με το σταγονόμετρο και τα άλλα επίσης, και ελπίδες πολλές, αν και οι περισσότερες διαψεύδονταν από Παρασκευή σε Δευτέρα. Είχε συμβεί να με στήσει σε τηλεφώνημα ολόκληρο Παρασκευοσαββατοκύριακο· η μαμά της να νομίζει ότι διαβάζουμε παρέα και εκείνη αλλού να τρέχει για φιλί. Φαντάσου. Και εγώ, ο χαζός, να τη θέλω σαν τρελός. Οι φίλοι μου είχαν παραφράσει, μάλιστα, και γνωστό τραγουδάκι της εποχής για τον νταλκά μου, «οι φίλοι μου, μου το ’χαν πει, ξέχνα ρε Μάικ…»
Εσένα, όμως, τώρα είναι αλλιώς. Αμοιβαίος ο έρωτας, με αγόρι που ακόμα και σε καραντίνα, λόγω του ιού, το βλέπεις πού και πού. Σε βόλτες και σε σκαλοπάτια, βόλτες που στην αρχή ήταν στην πόλη, αλλά τώρα, λόγω της κατάστασης, μήνυμα στο 13033 και βόλτα για άσκηση λέγεται με άλλον, μέχρι έναν, σε απόσταση 1,5 με 2 μ. Γίνεται, πώς γίνεται όλο αυτό, όταν είσαι έφηβος και ερωτευμένος; Δύσκολα, πολύ δύσκολα, το ξέρω.
Κι εμάς τότε, μέσα της δεκαετίας του ’80, όλα άβολα ήταν. Μαλλί αφάνα, ακμή στο πρόσωπο φουλ και για το κορίτσι που θέλαμε μάχη μεγάλη, που πιο πολύ έβγαινε σε στιχάκια και λόγια αγάπης στα βιβλία, παρά στην πράξη, στο φιλί. Ή δεν σε ήθελαν οι δικοί της και έπρεπε να τρέχεις σε ερημιές και υπόγεια, για να μη σε δει κανείς, ή για να της πιάσεις το χέρι έπρεπε να ’ναι πήχτρα σκοτάδι στον κινηματογράφο, σε κρύα και σκοτεινή αίθουσα, ή στο πνευματικό κέντρο σε καμιά χριστουγεννιάτικη γιορτή, με τα μαγουλάκια σε έξαψη από τη ζέστη και τη θαλπωρή, και ο κόσμος να κοιτάει αλλού. Στα πεταχτά, για λίγο, να θέλεις κι άλλο, αλλά πού.
Στο τηλέφωνο δεν απαντούσε, συνήθως, και η μάνα της όλο να λέει ότι λείπει, και αν τύχαινε κι απαντούσε κανένα αρσενικό, από φόβο και ντροπή μαζί το κλείναμε, και για να μιλήσουμε τραβούσαμε το καλώδιο και μπαίναμε κλεφτά στο πιο κοντινό δωμάτιο που έφτανε για να κλείσουμε την πόρτα, να έχουμε μια ιδιωτικότητα. Ρώτα τη γιαγιά σου να σου πει. Και εκείνη όλο και κανένα «άντε τέλειωνε» πετούσε, όταν το παρακάναμε, αλλά και πάλι, πότε να προλάβεις να τα πεις όλα; Γιατί πότε ξανά; Άνεση καμία δεν υπήρχε. Μέσα στο κρύο ήταν τότε το πήγαινε-έλα στο σχολείο, για το φροντιστήριο, στην άκρη της πόλης, με τα πόδια τρέχαμε, στο γήπεδο τα ίδια, πού μηχανάκι; Ήταν για άλλους. Και στο ξερό χώματα και πέτρες να ματώνουν τα γόνατα, και εκείνη η εμφάνιση δυο νούμερα πιο μεγάλη κι ο πατέρας σου να πλέει μέσα. Φτερό στον άνεμο ήμουν, κόρη μου.
Προχτές στα γενέθλιά σου, έγινες 18, με skype είχε κανονίσει η μάνα σου να σου ευχηθούν οι φίλες και το βράδυ μίλησες και με το αγόρι. Δώρο σου έκανε ένα βιβλίο και σήμερα, μετά από περίπατο 3 ωρών, επέστρεψες με κόκκινα μαγουλάκια.
Κόρη μου, ερωτευμένη.
[1] Το παρόν ποίημα συμπεριλήφθηκε στην ποιητική συλλογή του Μ. Μελαχροινούδη, «Εν αρχή ην ο λόγος», εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2021, σ. 44.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
