Ομολογωντας το αρρητο κατω απο τον ουρανο

Γεωργίας Συλλαίου, «Εκεί κάτω στον ουρανό», Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2018

Το βιβλίο της Γεωργίας Συλλαίου με τίτλο «Εκεί κάτω στον ουρανό» είναι η δεύτερη πεζογραφική της απόπειρα, καθώς προηγήθηκε η συλλογή πεζών «Στο ακρωτήρι» (2012). Το «Εκεί κάτω στον ουρανό» μεταφέρθηκε στο σανίδι, και συγκεκριμένα  στην Εναλλακτική Σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, στο Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, καθώς η συγγραφέας είναι παράλληλα μουσικός  και τραγουδίστρια. Όμως, όπως μας γνωστοποιεί και η ίδια, η γραφή ήταν αυτή η οποία προηγήθηκε της μουσικής. Συγκεκριμένα, από μικρή ηλικία αντιμετώπιζε το πρόβλημα του τραυλισμού και γι’ αυτόν τον λόγο διάβαζε πάρα πολύ, γιατί καλλιεργώντας τη φαντασία της και μουρμουρίζοντας τους δικούς της συνειρμούς, ξέφευγε από το πρόβλημά της. Ωστόσο, αν και είχε δυσκολίες στην άρθρωσή της, οι συγγραφικές της ικανότητες ήταν ιδιαίτερα οξυμένες.
 
Καταλυτικό ρόλο στο κείμενο έχει η μνήμη. Από τη θραυσματική μνήμη προχωράμε προς τη δημιουργία μιας μνήμης καταστατικής που προσπαθεί να φέρει και να εγκαθιδρύσει στο παρόν,  με επώδυνο τρόπο, ψήγματα αναμνήσεων, το κάδρο των οποίων ολοκληρώνεται καθώς ολοκληρώνεται η αφήγηση και φτάνουμε προς το τέλος.
 
Το βιβλίο «Εκεί κάτω στον ουρανό»  αποτελείται από ενότητες και  μικρές ιστορίες, η καθεμία με τον δικό της τίτλο έτσι ώστε να μπορούν να διαβαστούν και αυτούσιες.  Στο κείμενο εντοπίζεται ακόμη ποικιλία στον ρυθμό αφήγησης. Στα αφηγηματικά κομμάτια η συγγραφέας θυμάται το παρελθόν δίνοντας στον αναγνώστη αναγκαίες πληροφορίες, ταυτόχρονα όμως η μνημονική κατάδυση πλαισιώνεται από έναν λόγο στον οποίο κυριαρχεί ο κοφτός ρυθμός που προσδιορίζεται από μικρές και σύντομες προτάσεις.
 
Αξιομνημόνευτη είναι η χρήση του αυτοσαρκασμού και της αυτοειρωνείας στον καμβά των συναισθημάτων της ηρωίδας. Κυριαρχεί η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, τόσο στο εισαγωγικό όσο και στο επιλογικό μέρος του βιβλίου, ενώ σε αρκετά σημεία η γραφή μετατρέπεται σε τριτοπρόσωπη, δίνοντας την εντύπωση της ύπαρξης ενός παντογνώστη αφηγητή. Το μεταφυσικό τέλος δικαιώνει τη λογοτεχνικότητα του έργου στο επίπεδο του περιεχομένου και λειτουργεί πολλαπλά. Λειτουργεί ως ύμνος στη σχέση μητέρας και κόρης, ως προβολή στο μέλλον, και ως περιγραφή μιας μεταθανάτιας συνάντησης. 

Η μικρή Αντιγόνη και η «παρέα» της 

Πρωταγωνίστρια του έργου είναι η Αντιγόνη. Η Αντιγόνη είναι ένα περίεργο και βαθιά πληγωμένο κορίτσι που διηγείται και αποτυπώνει τη ζωή της. Η ώρα που την υποχρέωναν να πάει στο σχολείο μετατρεπόταν σε πηγή τεράστιας δυσφορίας, καθώς το πρόβλημά της την ανάγκαζε να απομονώνεται. Όσο κι αν ήθελε να αναπτύξει σχέσεις με τους συμμαθητές της η ιδιαιτερότητά της δρούσε αντίθετα με την επιθυμία της. Αισθήματα προδοσίας, μοναχικότητας και εγκατάλειψης παραμένουν αμετάβλητα και διάχυτα σε όλη την ατμόσφαιρα του βιβλίου.
 
Σημαντικό ρόλο για την πλοκή του έργου έχει η Γιολάντα, ένα ευδιάθετο άτομο, που υπό άλλες συνθήκες θα έπρεπε να δράσει καταλυτικά στη ζωή της μικρής Αντιγόνης. Η Γιολάντα παρουσιάζεται φωνακλού, αγέρωχη, απρόβλεπτη, συνάμα όμως τρυφερή και προσγειωμένη. Παρά τις προσπάθειές της δεν καταφέρνει να τραβήξει την προσοχή της Αντιγόνης και να την κάνει να ξεφύγει από τη μοναχικότητά της. Η Αντιγόνη βιώνει τον χρόνο σαν μια νεκρή κατάσταση. Βρίσκεται συχνά μόνη να κοιτάζει τον ουρανό, έχοντας ένα παγωμένο χαμόγελο στα χείλη και κρατώντας ως μοναδικό της αποκούμπι τη φύση και τα ζώα. Αρνείται να πενθήσει τους γονείς της όταν πεθαίνουν, γιατί δεν θέλει αυτό το γεγονός να την κάνει κομμάτια, βασανίζεται κατά καιρούς από σκληρές εικόνες και εικόνες βίας, βλέπει έναν πρώιμο έρωτά της να ταλαιπωρείται και στο τέλος  αφήνει τη φαντασία της να δραπετεύσει σε τόπους που υπόσχονται λύτρωση.
 
Η ίδια η Γεωργία Συλλαίου, σε συνέντευξή της στη Βένα Γεωργακοπούλου**, για την προσωπική της σχέση  με την ηρωίδα της, την Αντιγόνη, λέει:
 
«Με την Αντιγόνη παίχτηκε ένα μικρό δράμα. Οταν ολοκλήρωσα την πρώτη γραφή του βιβλίου, είχα μια αίσθηση πένθους. Πρόσωπα και καταστάσεις που με είχαν καθορίσει, αποτυπώθηκαν, καταγράφτηκαν, επινοήθηκαν εξαρχής και πήραν έτσι μια υπόσταση που έφυγε από μένα. Έγιναν μυθιστορία. Η κυρίαρχη μορφή της μητέρας, η επίμονη παιδικότητα, η άρνηση της ενηλικίωσης, τα ωραία σκληρά καλοκαίρια, οι νυχτερινοί τρόμοι, τα όνειρα, έπαψαν να με αφορούν, γιατί πέρασαν σε μια άλλη διάσταση. Η Αντιγόνη έπαψε να είναι το alter ego και πήρε τη θέση που της αρμόζει. Είναι μια ηρωίδα σε μια ιστορία. Ήμουν επιτέλους ελεύθερη. Όταν ομολογείς το άρρητο, πενθείς για ένα διάστημα, αλλά έχεις ξορκίσει τους δαίμονές σου».                                           
 
** Βένας Γεωργακοπούλου, «Η λογοτεχνία και το μοναχικό κορίτσι», Εφημερίδα των Συντακτών, 8/2/2018.

Το γαϊτανάκι της μνήμης 

«Η Αντιγόνη καταβυθίζεται στην μνήμη για να ξορκίσει το παρόν αλλά αδυνατεί να φέρει σε πέρας αυτόν τον στόχο, θα ηττηθεί κατά κράτος από το παρελθόν που από ένα σημείο και μετά αυτό θα μεταμορφωθεί/ ταυτιστεί με το παρόν και το μέλλον. Η μικρή κοπέλα θα παραμείνει μικρή στο διάβα του χρόνου.»
 
Γιάννης Μπασκόζος(www.oanagnostis.gr) 

Η συγγραφέας Γεωργία Συλλαίου 

Η Γεωργία Συλλαίου γεννήθηκε το 1962 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε κλασική μουσική και τραγούδι στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης και ακολούθως μουσικά ρεύματα και θέατρο στην Αυστρία, τη Γερμανία και την Ολλανδία. Έχει δημοσιεύσει λογοτεχνικά κείμενα στα περιοδικά «Εντευκτήριο», «Δέκατα», «Πανδώρα», «Ένεκεν», «Jazz και τζαζ», «Θεσσαλονικέων Πόλις», «Αναγνώστης» κ.ά. Έχει συμμετάσχει σε πολλά διεθνή φεστιβάλ μουσικής και έχουν εκδοθεί δώδεκα προσωπικά της CD. Το πρώτο της βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Στο Ακρωτήρι» κυκλοφόρησε το 2012 από τις εκδόσεις Οδός Πανός.

*Η Πέννυ Κουμπασάρου είναι τεταρτοετής φοιτήτρια του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του ΔΠΘ, έγραψε δε και επιμελήθηκε το φιλοξενούμενο εδώ κείμενο κατά τη διάρκεια της πρακτικής της άσκησης, τον Νοέμβριο του 2018.

 

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.